Adv_Widget

Adv_Widget

Πατρός εκτελεσθέντος



Γράφει ο Χρήστος Τσελεπής

Από τη βενετσιάνικη λέξη «scarlato» σχηματίστηκε και η νεοελληνική «σκαρλάτος», που σημαίνει πορφυρός, κατακόκκινος. Κατακόκκινος ήταν και ο πατέρας του Σκαρλάτος Κορτσέης, που το 1944 δεν υπέγραψε δήλωση, με αποτέλεσμα να εκτελεστεί. Ο μικρός Δημήτρης ήταν τότε πέντε μηνών. Ήταν το τέταρτο παιδί του πατέρα του και το δεύτερο της μητέρας του Μαγδαληνής Κουτσουλιώτη. Γεννήθηκε στην Ποτίδαια, η οποία παλιά ήταν αποικία των Κορινθίων στη Χαλκιδική, καταστράφηκε από τον Φίλιππο Β’ το 356 π.Χ. και ξαναχτίστηκε από τον Κάσσανδρο, που τη μετονόμασε σε Κασσάνδρεια. Όμως στην καταγωγή ο Μητσάκος είναι Θρακιώτης, αφού ο πατέρας του καταγόταν από τον Πλάτανο της Ανατολικής Θράκης και η μητέρα του από το Μυριόφυτο.
Μάζεψε τα λίγα της συμπράγκαλα η χήρα η κυρα – Μαγδαληνή, πήρε τη Σεραφεία και το Δημητράκη, μαζί με τα μηλάδελφά τους, τη Μαρίκα και το Στέλιο, που δεν τα ξεχώριζε απ’ τα δικά της, και ήρθε το 1945 στην Καβάλα. Εγκαταστάθηκε στην Αγησιλάου, σ’ ένα προσφυγικό στα Χίλια, μέσα σε φτώχεια και ανέχεια. Δούλευε ως καπνεργάτρια και μάζευε ραδίκια και ζοχιά, να θρέψει τα παιδιά της. Κι ο μικρός ήταν φαγανός, γι’ αυτό και είχε πρόωρη ανάπτυξη. Από εδώ και το παρατσούκλι που του κόλλησαν. Τον έστειλε εντέλει στο ίδρυμα της Καλαμπάκας, κάτι να μάθει παραπάνω.
Έμεινε εκεί ο Δημητράκης ένα χρόνο. Ανήσυχος γαβριάς, δεν άντεξε παραπάνω την πειθαρχία και τους κανόνες. Το έσκασε. Ήταν το 1960. Σάλταρε ανάμεσα σε δύο βαγόνια του τρένου κι έφτασε ως τα Τρίκαλα. Από εκεί σκαρφάλωσε σ’ ένα φορτηγό κι άραξε στην καρότσα του, κρυμμένος ανάμεσα στα καρπούζια, και τελικά βρέθηκε στην Αθήνα. Κονόμησε κάτι λεφτά από θελήματα κι από χαμαλίκια, μπόρεσε να πάρει ένα κασελάκι, μπογιές και τζιλά και την άραζε στην οδό Αθηνάς, μπροστά στο Δημαρχείο.
Ένα πρωί, καθώς ήταν σκυμμένος, βλέπει ένα πόδι να πατάει στο κασελάκι του, σηκώνει το κεφάλι του και βλέπει ένα πρόσωπο γνωστό να του χαμογελάει.
-Βρε καλώς τον κυρ – Γιώργο!
-Κεριά και λιβάνια, ρε μαγκαρίκο! Που με ξέρεις;
-Ε, ένας είναι Ζαμπέτας και ξέρω πολλά τραγούδια του!
-Ακούω καλό μέταλλο. Πόσα βγάζεις στο κασελάκι;
-Το κατοστάρι το καβαντζέρνω!
-Σώπα, ρε! Έλα το βράδυ στο μαγαζί να σ’ ακούσω! Κι αν έρθεις, θα παίρνεις τριακόσια!
Για σκέψου! Θυμάται που στα δεκαπέντε του τραγούδησε στο «Βόσπορο» της Δράμας κι έπαιρνε τριάμισι φραγκάκια τη βραδιά… Μέντορά του στην Καβάλα είχε τον Βασίλη Τσακίρη (ο «Στρατηγός») και συνεργάστηκε με το Γιώργο Τάτσο, το Γιώργο Γιέχο, τον Αρτίνη, τον Πυξαρά, τον Πολυμέρη, τον Παντελή και το Λάζαρο Κουλαξίζη. Επίσης με το Νίκο Μιχαηλίδη («Αχλάδα»). Δούλεψε μαζί τους στον Μπιντίκη, στα Πλατανάκια, στο Περιστέρι.
Δεκαοχτώ χρονώ στην «Τριάνα» του Σταυράκη και αργότερα πάλι στη Σαλονίκη, στα 23 με 24 χρόνια του, στο «Στέκι», στη «Βεντέτα» του Κοκκώνη, στις «Αναμνήσεις» και στο «Στόρκ» με Καρρά, Μελά, Τερζή και Σταύρο Καμπάνη. Πέρασε ακόμη από Τρίκαλα, Βόλο, Κατερίνη, Βέροια, Καστοριά, Πτολεμαΐδα, Αλεξανδρούπολη, Κομοτηνή, Ξάνθη, όπως επίσης Θάσο και έξι χρόνια χειμώνα – καλοκαίρι στο «Ποσειδώνιο». Και φυσικά σε μια περιοδεία σε πολλές πόλεις της Γερμανίας, για να τον απολαύσουν οι Έλληνες μετανάστες. Γιατί πράγματι είχε φωνάρα ο Δημήτρης.
Μια φορά, θυμάται, είχε συγκινηθεί πολύ, όταν με το Στέλιο Καζαντζίδη είχαν πάει σ’ ένα καφενείο στις πέντε το πρωί. Έβρεχε κι εμφανίστηκε ένας λουστράκος. Πόσα βγάζεις, ρε τσιφτάκο, τον ρώτησε ο Στελάρας. Είκοσι με τριάντα, απάντησε ο μικρός. Έλα, αγόρι μου, πάρε ένα πενηντάρι να πας στη μάνα σου γιατί βρέχει… Σκληρό παιδί ο Σκαρλάτος, περήφανος και πεισματάρης, δεν φανταζόσουνα ποτέ ότι θα κλάψει, αλλά εκείνην τη στιγμή δάκρυσε. Θυμήθηκε τον εαυτό του στην οδό Αθηνάς και τον ωραίο μάγκα, το Γιώργο τον Ζαμπέτα, που του φέρθηκε ανθρώπινα και τον βοήθησε…
Θυμάται ακόμη, όταν το 1983 συνεργαζόταν με τον Τερζή και του έλεγε: «Ρε Πασχάλη, έχεις φωνάρα και θα φτάσεις τόσο ψηλά που θα ζαλίζεσαι», όπως κι έγινε. Την ίδια εποχή ο Βασίλης Καρράς του έλεγε: «Σκαρλάτε, στη λαϊκή ώρα εσένα δεν μπορεί κανένας να σε πιάσει…». Θυμάται ακόμη πόση αγάπη του είχε ο μακαρίτης ο Κώστας Λεονταράκης, που οργάνωνε γλέντια στην Καλλιράχη με τον Σκαρλάτο, θεωρώντας ότι είναι από τους ελάχιστους που απέδιδαν τόσο επιτυχημένα τα τραγούδια του Καζαντζίδη.
Θυμάται με ευγνωμοσύνη τον μακαρίτη Γιάννη Μπαλάση που χρηματοδότησε το δίσκο «Πενιές από την Καβάλα» σε μουσική Τεντίνη και στίχους Νικίδη, με ερμηνείες του Δημήτρη Σκαρλάτου, του Μιχάλη Καβαλιώτη, του Τάσου Τζάρα και του Δημήτρη Κυρίτση. Ακολούθησαν τρεις ακόμη προσωπικοί δίσκοι: «Τα τεστ», «Τα ερωτηματικά» και «Αυτοεξορίστηκα». Ο τελευταίος αφιερωμένος στη μνήμη Μπαλάση.
Τώρα μόνος, πικραμένος, χωρίς σύνταξη, με ένα μόνο προνοιακό επίδομα, νιώθει μεγάλη ευγνωμοσύνη απέναντι στον καρδιολόγο Δαβίδ Συμεωνίδη, στο Βασίλη Μπαλόγλου, στο Γιώργο Μπουμπούνα του Δημητρίου, στο φίλο του Πούλο, καθώς και στους Λευτέρη και Βασίλη Κουκουτίνη, που τον συμπαραστέκονται στα δύσκολα… Μπορεί κάποιοι να τον αμφισβητούν ως προς τις επιλογές του ή να μη συμπαθούν το χαρακτήρα του, όμως κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ότι ο Δημήτρης Σκαρλάτος είναι μια από τις γνήσιες λαϊκές φωνές της πόλης μας και όχι μόνο.

eXTReMe Tracker