• 7 Οκτωβρίου 2022,

8 Αυγούστου 1963: Η ληστεία του αιώνα

 8 Αυγούστου 1963: Η ληστεία του αιώνα

Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ [1963]

8 agosto 1963: La rapina del secolo

Το νυχτερινό τρένο Γλασκώβης-Λονδίνου σταμάτησε στην ανοιχτή ύπαιθρο μπροστά στο κόκκινο σήμα. Ήταν σχεδόν τρεις.

Ο David Whitby, δεύτερος του μηχανοδηγού, κατέβηκε από την ατμομηχανή για να πάει να καλέσει τον σηματοδότη από το τηλέφωνο που ήταν δίπλα στο φανάρι. Βρήκε, όμως, τα καλώδια κομμένα.

Ξαφνιασμένος, ετοιμαζόταν να επιστρέψει στο τρένο όταν ένιωσε να τον πιάνουν από τους ώμους και να τον πετάνε προς τα πίσω. Ο Γουίτμπυ κατρακύλησε το γκρεμό που, σε εκείνο το σημείο, ήταν δίπλα τις ράγες, καταλήγοντας αναίσθητος στο βάθος.

Στη θέση του, από τις δύο πλευρές, κάποια άτομα ανέβηκαν στο συρμό με σκοπό να πετάξουν έξω και τον οδηγό, Jack Mills, ο οποίος όμως αντέδρασε μέχρι που ένα χτύπημα με ραβδί στο κεφάλι τον άφησε δίχως σχεδόν τις αισθήσεις του στο έδαφος.

Οι εκτός νόμου κατέλαβαν το τρένο. Κάποιοι από αυτούς φρόντισαν να αποσπάσουν τα δύο πρώτα βαγόνια από το υπόλοιπο του συρμού. Άλλοι, στην ατμομηχανή, προσπάθησαν να κάνουν μανούβρα. Πρόθεσή τους ήταν να πάνε το τρένο, ή καλύτερα, ό,τι απέμεινε από αυτό, σε άλλο μέρος. Δυστυχώς για αυτούς, ο υπεύθυνος της επιχείρησης παρέμεινε αβοήθητος μπροστά σε εντολές που προφανώς δεν γνώριζε.

Η μόνη λύση ήταν να επαναφέρουν στις αισθήσεις του τον καλό οδηγό χαστουκίζοντας και χαϊδεύοντας τον.

Η μικρή συνοδεία οδηγήθηκε τελικά στη γέφυρα του Brinego.

Σε εκείνο το σημείο, η συμμορία παραβίασε τις πόρτες των δύο βαγονιών που έσερναν.

Κάποιος πήδηξε μέσα. Οργανώθηκε μια ανθρώπινη αλυσίδα. Όσοι βρίσκονταν μέσα στα βαγόνια άρχισαν να βγάζουν σακιά πάνω σε σακιά και αυτοί από κάτω τα περνούσαν από χέρι σε χέρι σε ένα αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο εκεί κοντά.

Πριν ξημερώσει η 8η αυγούστου 1963, μια από τις μεγαλύτερες ληστείες του εικοστού αιώνα, ήταν ένα τετελεσμένο γεγονός.

Τα λάφυρα της συμμορίας: 2.595.997,10 στερλίνες (που ισοδυναμούν, λίγο πολύ, με 35 εκατομμύρια ευρώ σήμερα) σε τραπεζογραμμάτια μεσαίας και μικρής κοπής, που προορίζονταν για ανακύκλωση, πολτοποίηση στην Τράπεζα της Αγγλίας, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν.

Στην πραγματικότητα ήταν ένα ιδιαίτερο φορτίο, καθώς υπήρξαν κάποιες ημέρες εορτών, στη Σκωτία, οπότε το συνηθισμένο φορτίο, εκείνο το βράδυ, ήταν πολύ πιο πλούσιο από το συνηθισμένο.

Ένα χτύπημα μελετημένο για πολύ καιρό, όπως υποδήλωνε ο τόπος και ο τρόπος του εγκλήματος.

Μια συμμορία τουλάχιστον μιας δωδεκάδας ατόμων. Σε κατοχή εμπιστευτικών τουλάχιστον πληροφοριών.

Μια απίστευτη ντροπή για τις αρχές της Αυτού Μεγαλειότητος. Ένας λεκές που πρέπει να ξεπλυθεί στο συντομότερο δυνατό χρόνο και με τη μέγιστη δυνατή σοβαρότητα.

Η απάντηση της αστυνομίας ήταν σχεδόν άμεση, αλλά πάνω από όλα μαζική. Η αστυνομία των ενδιαφερομένων κομητειών, η εθνική αστυνομία, καθώς και η ταχυδρομική αστυνομία, η οποία είχε υποστεί άμεσα το χτύπημα, ξεκίνησαν αμέσως την διερεύνηση της υπόθεσης.

Ακολουθήθηκε αμέσως η σωστή πίστα με τις δηλώσεις του φτωχού οδηγού Μιλς, ο οποίος είπε ότι οι ληστές, πριν φύγουν οριστικά από τον τόπο του εγκλήματος, τον απείλησαν λέγοντας του να μην κάνει τίποτα για τουλάχιστον μισή ώρα.

Έτσι, περιορίζοντας την ακτίνα έρευνας σε περίπου μισή ώρα με το αυτοκίνητο, η αστυνομία, στις 13 αυγούστου, κατάφερε να βρει το αγρόκτημα Letherslade Farm, στην κομητεία του Oakley Buckinghamshire, όπου η συμμορία είχε βρει καταφύγιο για διάφορους χρόνους αναμονής ώστε να φέρει εις πέρας το χτύπημα.

Στο εσωτερικό, βρέθηκαν αρκετές προμήθειες τροφίμων για να περάσουν μερικές εβδομάδες, υπνόσακοι, κουβέρτες, περιτυλίγματα χαρτονομισμάτων και, κάτι που τράβηξε ιδιαίτερα τη φαντασία των πολλών δημοσιογράφων που παρακολούθησαν στενά την υπόθεση, ένα πακέτο του επιτραπέζιου παιχνιδιού Monopoly με το οποίο, σύμφωνα με τα περιοδικά, οι εκτός νόμου περνούσαν την ώρα τους χρησιμοποιώντας πραγματικά χρήματα.

Αλλά αυτό που αποδείχθηκε ακόμη και καθοριστικό για την έρευνα ήταν η ανακάλυψη πολλών δακτυλικών αποτυπωμάτων.

Συγκροτήθηκε μια ειδική ομάδα επιφορτισμένη με τον εντοπισμό και την προσαγωγή στη δικαιοσύνη των μελών του τολμηρού χτυπήματος, με την ονομασία Train Robbery Squad, αποτελούμενη από έξι στοιχεία και με επικεφαλής τον Tommy Butler.

Εν τω μεταξύ, στις 14 αυγούστου, έγιναν οι πρώτες συλλήψεις, αυτές του Roger Cordrey και του William Boal, οι οποίοι είχαν πληρώσει το ενοίκιο ενός γκαράζ με δέκα σελίνια. Το γεγονός ότι ο Boal ήταν εντελώς άσχετος με τα γεγονότα, στη συνέχεια, δεν τον έσωσε από ποινή φυλάκισης 24 ετών και το θάνατο επίσης το 1970.

Μεταξύ του επόμενου σεπτεμβρίου και δεκεμβρίου, η Ομάδα Ληστείας Τρένου, χάρη στα ίχνη που βρέθηκαν στο αγρόκτημα, κατάφερε να εντοπίσει την ταυτότητα των έντεκα από τους δεκατέσσερις συμμετέχοντες στη ληστεία, και να συλλάβει, εκτός από τον Cordrey, εννέα άλλους.

Όλοι τους ήταν παλιοί γνώριμοι της αγγλικής αστυνομίας και, στις περισσότερες περιπτώσεις, είχαν ήδη συχνάσει στις φυλακές της χώρας.

Τα ονόματα των συλληφθέντων ήταν: Charles Wilson, Roy James, John Daly, Jimmie White, Gordon Goody, Tommy Wisbey, Jim Hussey, Bob Welch και Ronald Biggs.

Μεταξύ αυτών, πολλοί ανήκαν στη συμμορία της Νότιας Δύσης, South West Gang, και δύο από τους αρχηγούς αυτής της μπάντας, ο Μπρους Ρέινολντς, γνωστός ως Συνταγματάρχης ή Ναπολέων, και ο Μπάστερ Έντουαρντς, ήταν οι άλλοι δύο που ταυτοποιήθηκαν, οι οποίοι, ωστόσο, κατάφεραν να αποφύγουν τη σύλληψη.

Τρεις από τους παρευρισκόμενους στον τόπο του εγκλήματος δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ – όχι εντελώς πρωτότυπα, από την T.R.S., οι άνδρες «1», «2» και «3» – και, κυρίως, ο μυστηριώδης πληροφοριοδότης της συμμορίας, του οποίου ήταν γνωστό μόνο το μέρος όπου γεννήθηκε, το Ulster, στην Ιρλανδία.

Στις 20 ιανουαρίου 1964 ξεκίνησε η δίκη για αυτή που πλέον αναφέρεται ως The Grait Robbery Train, Η Μεγάλη Ληστεία του Τρένου. Οι χώροι του Aylesbury Assizes, ενόψει του μεγάλου γεγονότος, ανακαινίστηκαν ειδικά για να μπορέσουν να φιλοξενήσουν τον μεγάλο αριθμό δικηγόρων και δημοσιογράφων.

Μετά από 51 ημέρες ακροαματικής διαδικασίας, προσκομίστηκαν 613 στοιχεία και ακούστηκαν 240 μάρτυρες, στις 14 απριλίου, εκδόθηκαν οι αποφάσεις.

Μιλάμε για ποινές φυλάκισης μεταξύ 25 και 30 ετών για όλους όσοι ήταν παρόντες στη ληστεία, για συνωμοσία που προοριζόταν στη ληστεία και ένοπλη ληστεία, ακόμη και αν δεν υπήρχαν πραγματικά όπλα.

Η εκδίκηση του Κράτους είχε σερβιριστεί. Αλλά δεν ήταν ακόμα ολοκληρωμένη.

Ο Ρέινολντς, ο Έντουαρντς και ο Ούλστερμαν εξακολουθούσαν να αγνοούνται και, κυρίως, τα περισσότερα από τα κλοπιμαία δεν είχαν ανακτηθεί.

Τα χειρότερα, ωστόσο, δεν είχαν έρθει ακόμη.

Στις 12 αυγούστου 1964, ο Τσαρλς Γουίλσον δραπέτευσε από τη φυλακή του Μπέρμιγχαμ όπου ήταν κλεισμένος, τον μιμήθηκε μετά από λιγότερο από ένα χρόνο ο Ρόναλντ Μπιγκς, ο οποίος δραπέτευσε από τη φυλακή του Wandsworth.

Οι αντίστοιχες φυγοδικίες όμως, εκτός από ένα σύντομο πέρασμα στη Γαλλία, ήταν πολύ διαφορετικές.

ο Wilson κατάφερε να φτάσει στο Μεξικό όπου επισκέφτηκε τον Ρέινολντς και τον Έντουαρντς, κρυμμένους εκεί και μετά συνέχισε για τον Καναδά.

Πίστευε ότι είχε καταφέρει να χαθούν τα ίχνη του κρυμμένος στο κρύο ενός απομακρυσμένου δάσους.

Αντ’ αυτού, τον βρήκαν, τον ιανουάριο του 1968, στο Riguad του Κεμπέκ. Ο Wilson μεταφέρθηκε στην Αγγλία, όπου εξέτισε άλλα δέκα χρόνια στη φυλακή πριν ελευθερωθεί.

Βρέθηκε νεκρός ένα καλοκαιρινό πρωινό του 1990, στην παραλία της Marbella της Ισπανίας, πιθανότατα σκοτωμένος σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών για διακίνηση ναρκωτικών.

οι Reynolds και Edwards δεν άντεξαν πολύ στην οικειοθελή εξορία τους.

ο Reynolds, μετά από πέντε χρόνια μεταξύ Μεξικού και Καναδά, αποφάσισε να επιστρέψει για να ζήσει στην Αγγλία ινκόγκνιτο.

Αλλά ο θόρυβος γύρω από τη ληστεία του αιώνα ήταν ακόμα πολύ μεγάλος για να ελπίζει να παραμείνει απαρατήρητος για πολύ. Τελικά συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 25 χρόνια, από τα οποία εξέτισε τα δέκα. Απελευθερωμένος, έζησε από τη φήμη του, δίνοντας συνεντεύξεις, εργάστηκε ως έμπειρος σύμβουλος εγκλημάτων στην τηλεόραση και γράφοντας απομνημονεύματα.

ο Edwards, από την πλευρά του, διαπραγματεύτηκε την επιστροφή του στην πατρίδα με αντάλλαγμα «μόνο» 15 χρόνια φυλάκισης, εκ των οποίων εξέτισε τα εννέα.

ο Ronnie Biggs, ο οποίος στη ληστεία είχε έναν απολύτως περιθωριακό ρόλο, αυτόν της επίβλεψης του μέλους της συμμορίας που είχε το καθήκον, το οποίο τότε δεν εκπληρώθηκε, να φέρει το τρένο στη γέφυρα του Brinego, έγινε διά τούτο με τα χρόνια ο πιο διάσημος και αναζητούμενος, άγγλος εκτός νόμου.

Μετά την απόδρασή του, που πραγματοποιήθηκε με την κλασική τεχνική των δεμένων σεντονιών, ο Ronnie είχε καταφέρει να φτάσει στο Παρίσι με τη σύζυγό του Charnian Powell και τα παιδιά τους Nicholas και Chris. Εκεί υποβλήθηκε σε πλαστική επέμβαση. Τότε, τα ίχνη του χάθηκαν στο τίποτα.

Η Train Robbery Squad κατάφερε να τον βρει το 1970 στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, χάρη στα οδοντικά αποτυπώματα μετά από ιατρική εξέταση. Αλλά όταν ο Jack Slipper, ο ντετέκτιβ της ομάδας που ήταν υπεύθυνος για τη σύλληψή του, έφτασε στον τόπο, ο Biggs είχε και πάλι εξατμιστεί.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, η T.R.S. έλαβε μια κλήση από τον Colin MacKenzie, έναν ρεπόρτερ της Daily Express. Βρίσκονταν στο Ρίο ντε Τζανέιρο και μόλις είχε τελειώσει τη συνέντευξη με τον Ronald «Ronnie» Biggs.

Ο ντετέκτιβ Σλίπερ πήγε ξανά με αεροπλάνο στην άλλη άκρη του κόσμου για να συλλάβει το τελευταίο γνωστό μέλος της συμμορίας που παρέμενε ελεύθερο.

Ήταν σίγουρα μια τεράστια προσωπική ικανοποίηση να σταματήσει τον Ronnie στο λόμπι του ξενοδοχείου όπου έμενε και τελικά να του πετάξει αυτά τα λόγια στην φάτσα:

– Long time no see, Ronnie, χρόνια και ζαμάνια.

Η ικανοποίηση του ντετέκτιβ και της αγγλικής δικαιοσύνης όμως ήταν πολύ βραχύβια.

Αποδείχτηκε ότι ο Μπιγκς, εν τω μεταξύ, είχε χωρίσει με τη γυναίκα του και ξαναπαντρεύτηκε με μια Βραζιλιάνα στρίπερ, και πως αυτή είχε μείνει έγκυος εδώ και λίγους μήνες.

Σύμφωνα με τις συμφωνίες μεταξύ Βραζιλίας και Αγγλίας για την έκδοση, κανένας βρετανός πολίτης δεν θα μπορούσε να επιστραφεί στη χώρα του παρά τη θέλησή του, εάν ήταν πατέρας παιδιού μιας βραζιλιάνας υπηκόου.

Σύμφωνα με αυτό, η έκδοση αρνήθηκε και ο Slipper, για άλλη μια φορά, αναγκάστηκε να επιστρέψει στο σπίτι με άδεια χέρια.

Ο Ronnie δεν ήταν ένα άτομο φτιαγμένο για να κρύβεται. Ήταν ένα κακό παιδί, un bad boy. Ένας του δρόμου.

Γεννημένος στις 8 αυγούστου 1929 στο Lambeth, ένα προάστιο του Λονδίνου, έχασε σύντομα τη μητέρα του και μεγαλωμένος από τη γιαγιά, από την πλευρά της μητέρας του, ο μικρός Ronnie, προκειμένου να βγει από το οικογενειακό κλουβί, είχε αποφασίσει, στα δεκαοχτώ του, να καταταγεί στη R.A.F. την αγγλική στρατιωτική αεροπορία, που βρισκόταν στο αποκορύφωμα της δημοτικότητας μετά τον πόλεμο.

Δεν είχε κρατήσει πολύ. Εκδιώχτηκε μετά από λιγότερο από δύο χρόνια για λιποταξία. Το στρατιωτικό περιβάλλον σίγουρα δεν έκανε γι’ αυτόν.

Τότε είχε στραφεί στο έγκλημα, κλοπές και ληστείες, κυρίως, και είχε εκτίσει μερικές ποινές. Και σε μια από αυτές τις διαμονές είχε γνωρίσει τον Μπρους Ρέινολντς. Ο Συνταγματάρχης, The Colonel, είχε γίνει φίλος με αυτόν τον φτηνό εγκληματία που όλοι αποκαλούσαν Ronnie, έναν μικροκλέφτη που αγαπούσε τα τρένα, ο οποίος περνούσε τα απογεύματα στο σταθμό θαυμάζοντας τις ατμομηχανές και μιλώντας με τους μυημένους. έναν που, στο περιβάλλον εκείνο, απολάμβανε τη φήμη πως φέρνει καλή τύχη.

ο Reynolds σκέφτηκε να τον πάρει μαζί του στην επιχείρηση που σχεδίαζε: τη μεγάλη ληστεία του τρένου. Η μοίρα είχε βάλει μπροστά του έναν ενθουσιώδη θαυμαστή τρένων και έναν γουρλή. Γιατί όχι;

Έτσι ο Ronnie είχε ενταχθεί, έστω και με δευτερεύοντα ρόλο, σε ένα από τα πιο διάσημα χτυπήματα του αιώνα.

Στις 17 ιανουαρίου 1978, η αγγλική πανκ μπάντα Sex Pistols διαλύθηκε. Ο τραγουδιστής Johnny Rotten, αηδιασμένος από την αποτυχημένη περιοδεία τους στην Αμερική, το κατέστησε σαφές με μερικές φράσεις και, τέλος, τραβώντας το μικρόφωνο και φεύγοντας από τη σκηνή κατά τη διάρκεια της τελευταίας τους συναυλίας, που πραγματοποιήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο.

Και ενώ ο Sid Vicious, ο νέος μπασίστας, αφέθηκε στη διάσημη και τραγική μοίρα του, το υπόλοιπο συγκρότημα, ο Jones και ο Cook, μαζί με τον μάνατζερ Malcolm McLaren σχεδίαζαν ένα είδος διακοπών εργασίας στο Ρίο ντε Τζανέιρο, αφήνοντας τον Rotten μόνο του, απένταρο, στο Λος Άντζελες.

ο McLaren ακολουθούσε το σχέδιο του μιας ταινία για τους Sex Pistols, μετά την πρώτη προσπάθεια του Who Killed Bambi?, που αποσύρθηκε ύστερα από μιάμιση μέρα από τους κινηματογράφους επειδή οι μουσικοί δεν είχαν πληρωθεί.

Αυτό το έργο, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Τζούλιαν Τεμπλ, θα ονομαζόταν The Great Rock’n’Roll Swindle. Και τι καλύτερη αφορμή για να προκαλέσουν ένα ακόμη σκάνδαλο, δεδομένου ότι βρίσκονταν στο Ρίο ντε Τζανέιρο, από το να επισκεφτούν και να προτείνουν ένα μέρος στην ταινία στον πιο διάσημο δραπέτη του Ηνωμένου Βασιλείου.

ο Ronnie Biggs, εκτός από την εμφάνισή του στην ταινία, δάνεισε τη φωνή του σε δύο τραγούδια: No One Is Innocent, Κανείς δεν είναι αθώος, που κυκλοφόρησε επίσης ως σινγκλ, και Belsen Was A Gas, που πυροδότησε σάλο διαμάχης, και τα δύο υπογεγραμμένα με το όνομα Sex Pistols.

 

Η αποκτηθείσα πλέον παγκόσμια φήμη του πρώην φτηνού κλέφτη, που επιβεβαιώθηκε από ένα ακμάζον εμπόριο gadget και μπλουζάκια με το όνομά του, ώθησε τις αρχές να επιλέξουν το πραξικόπημα.

Το 1981, ένα κομάντο των Σκωτσέζων Φρουρών απήγαγε τον Ρόνι Μπιγκς από την κατοικία του και τον πήγε σε ένα σκάφος που έβαλε πλώρη για τα νησιά Μπαρμπάντος.

Αλλά και αυτή τη φορά, ο Ρόνι κατάφερε να σώσει την ελευθερία της. Οι αρχές του νησιού με τη σειρά τους αρνήθηκαν να χορηγήσουν έκδοση από φόβο μήπως εμπλακούν σε διεθνές διπλωματικό επεισόδιο και οι απαγωγείς δεν είχαν άλλη επιλογή από το να φέρουν τον Μπιγκς πίσω στη Βραζιλία.

Έτσι, η ζωή του Ronnie Biggs συνεχίστηκε με συνεντεύξεις στις οποίες, χωρίς να αρνείται απολύτως τίποτα από όσα είχε κάνει, εξέφρασε επανειλημμένα τη λύπη του για τη μοίρα του μηχανολόγου Jack Mills, ο οποίος πέθανε επτά χρόνια μετά τη ληστεία λόγω των συνεπειών του χτυπήματος στο κεφάλι που δέχτηκε. από συνεργασίες με γκρουπ της νοτιοαμερικανικής πανκ σκηνής, όπως οι αργεντινοί Pilsen, και, προφανώς, με υπερβολές.

Στις αρχές του 2001, ο Ronnie Biggs ανακοίνωσε απροσδόκητα την επιθυμία να εγκαταλείψει την αντίθεσή του σε ένα πιθανό αίτημα για έκδοση. Η αίτηση υποβλήθηκε αμέσως από τη βρετανική κυβέρνηση της εποχής.

Τον μάιο του ίδιου έτους, ένα ιδιωτικό τζετ που διατέθηκε από τον παλιό φίλο και συνεργό Μπρους Ρέινολς, έφερε τον Μπιγκς πίσω στην Αγγλία μετά από σχεδόν 36 χρόνια φυγοδικίας.

ο Ronnie ήταν 72 ετών όταν έκανε τη νέα του είσοδο στη φυλακή.

Όπως ήταν εύκολο να προβλεφθεί, το αιχμάλωτο περιβάλλον κατέληξε να επιδεινώσει σημαντικά την υγεία του. Μετά από μια σειρά από χτυπήματα και νοσηλείες, που τον άφησαν σε αναπηρικό καροτσάκι και σχεδόν ανίκανο να μιλήσει, και από αιτήματα για αποφυλάκιση που απορρίφθηκαν αμέσως, οι αρχές τον άφησαν να βγει δύο ημέρες πριν από τα 80α γενέθλιά του για «ανθρωπιστικούς λόγους».

ο Ronnie Biggs είχε ακόμα καιρό να δημιουργήσει σκάνδαλο μια τελευταία φορά όταν, την ημέρα της παρουσίασης των απομνημονευμάτων του, άφησε τους φωτογράφους να τον απαθανατίσουν με τη γλώσσα του έξω και το μεσαίο δάχτυλο σηκωμένο, σε τέλειο στιλ πανκ.

ο Ronnie Biggs πέθανε στις 18 δεκεμβρίου 2013. Το φέρετρό του ήταν καλυμμένο με τη Union Jack, τη σημαία της Βραζιλίας και ένα κασκόλ της ποδοσφαιρικής ομάδας Charlton Athletic. Μια τιμητική φρουρά των βρετανών Hells Angels συνόδευσε τη νεκροφόρα του στο κρεματόριο.

Από τα δυόμισι εκατομμύρια λίρες που κλάπηκαν, η αστυνομία κατάφερε τελικά να ανακτήσει 400.000.

Πηγή: Nikotina72. Blogspot

Μιχάλης ‘Μίκης’ Μαυρόπουλος   infoautorg

Διαβάστε επίσης