• 4 Ιουνίου 2020,

“Το φάντασμα” κείμενο του Τάσου Βιζικίδη

 “Το φάντασμα” κείμενο του Τάσου Βιζικίδη

Ήταν κοινό μυστικό στη γειτονιά πως στο υπόγειο διαμέρισμα της σομόν πολυκατοικίας κάτι περίεργο συμβαίνει. Ξέχασαν πότε ήταν η τελευταία φορά που είδαν κάποιον να μπαίνει ή να βγαίνει από το διαμέρισμα ,πάντα κλειστά τα μοναδικά παράθυρα που έβλεπαν στον δρόμο. Σκουριασμένα και παραμελημένα τα κάγκελα στα παράθυρα που πάνω τους είχαν καρφώσει σανίδες ,στις ξεραμένες γλάστρες έβλεπες μια ζωή παρατημένη. Έλεγαν μάλιστα πως κάποιες φορές ακούγανε και περίεργους θορύβους ,κάποιοι ήταν σίγουροι πως είχαν ακούσει τραγούδια και μια φωνή μάλλον παιδική να σιγοντάρει. Δεν τολμούσαν όμως να πλησιάσουν στο διαμέρισμα, μερικοί μάλιστα έλεγαν πως πρέπει να είναι στοιχειωμένο καθώς πριν από χρόνια ένα μικρό αγόρι ο Κίκο είχε ένα φρικτό δυστύχημα και πως από τότε το φάντασμα του τριγυρνάει μέσα στο διαμέρισμα αναζητώντας τα παιγνίδια του, μετά από το γεγονός αυτό οι γονείς του εξαφανίστηκαν και αυτοί μαζί με τον Κίκο και δεν τους ξαναείδαν στην γειτονιά.
Τις είχε ακούσει τις ιστορίες αυτές ο Πάκο στο σχολείο από συμμαθητές του που έμεναν χρόνια στην ίδια γειτονιά όμως δεν είχε δώσει σημασία. Αυτός ήταν νέος στην περιοχή και μόλις είχε αρχίσει να ανακαλύπτει τον καινούριο του κόσμο Είχε μόλις τέσσερις μήνες που μετακόμισε με την οικογένεια του στην περιοχή και είχαν νοικιάσει τον τρίτο όροφο της πενταώροφης σομόν πολυκατοικίας .
Είχε παρατηρήσει και αυτός πως κάτι περίεργο συμβαίνει στην πολυκατοικία τους ,κάποιες φορές τους χτυπούσαν την πόρτα και όταν άνοιγαν δεν έβλεπαν κανέναν ,άκουγαν όμως ένα πνιχτό γέλιο στην άκρη της σκάλας μα καθώς πλησίαζαν μια σκιά ξεγλιστρούσε. Ένα βράδυ μάλιστα χτύπησε το θυροτηλέφωνο τους και μια φωνή τους ζητούσε να ανοίξουν την πόρτα , όταν ρώτησαν ποιος είναι και σε ποιο διαμέρισμα μένει η φωνή ψέλλισε, είμαι ο πατέρας του Κίκο και μένω στο υπόγειο. Θυμήθηκε πως είχε χλομιάσει τότε η μητέρα του , την άκουσε να φωνάζει πως δεν είναι αστεία αυτά βραδιάτικα, τις γνώριζε και η μάνα του τις φήμες για το υπόγειο και υπέθεσε πως επρόκειτο για κακόγουστη φάρσα από τα παιδιά της γειτονιάς.
Μερικές μέρες πριν το συμβάν αυτό, ο Πάκο είχε βρει έξω από τα κλειστά ,σφραγισμένα παράθυρα του υπόγειου διαμερίσματος ένα παιγνίδι όμως τότε δεν είχε δώσει σημασία ,θεώρησε πως κάποιο άλλο παιδί το είχε ξεχάσει ή το πιο πιθανό να έπεσε από κάποιο μπαλκόνι . Μετά όμως το περιστατικό που είχε η μητέρα του άρχισε να αναρωτιέται μήπως τελικά υπάρχει το φάντασμα του Κίκο και πως πραγματικά ψάχνει για τα παιγνίδια του, αν είναι έτσι στάθηκε τυχερός , θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπος με το φάντασμα και να τον έπαιρνε μαζί του.
Ο Πάκο όμως με την περιέργεια της ηλικίας του ήθελε να ξεδιαλύνει το μυστήριο και αποφάσισε πως κάποιο πρωινό θα κατέβαινε στο υπόγειο ,ήξερε πως τα φαντάσματα δεν εμφανίζονται στο φως της ημέρας. ήταν αποφασισμένος για όλα . Κατέβηκε τα σκαλιά και στάθηκε μπροστά στην πόρτα, κοντοστάθηκε για λίγο και μετά την χτύπησε. Δεν περίμενε να του ανοίξει κάποιος , ήταν σχεδόν σίγουρος πως δεν ζούσε κανείς σε αυτό το διαμέρισμα πόσο μάλλον το φάντασμα του Κίκο .
Ξαφνικά άκουσε έναν θόρυβο κάποιος ξεκλείδωνε την πόρτα ,ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια όμως είχε μαρμαρώσει από την έκπληξη. Η πόρτα άνοιξε αργά, ένα παιδί συνομήλικο του τον κοιτούσε και αυτό με απορία και έκπληξη, δεν το είχε δει με την πρώτη ματιά ο Πάκο καθώς περίμενε κάποιον στο ύψος του ,το αγόρι αυτό καθόταν σε μια καρέκλα με ρόδες .Ήταν σαν αυτές που είχε δει κάποτε στο νοσοκομείο να μετακινούν αρρώστους και μαζεύτηκε, ήταν σίγουρος πως το αγόρι ήταν άρρωστο δεν είχε δει άλλωστε κάποιον να μετακινείται σε καρέκλα με ρόδες μέσα στην πόλη. Αργότερα έμαθε πως η καρέκλα με ρόδες λέγεται αμαξίδιο.
Μία φωνή ακούστηκε από μέσα.
Ποιος είναι στην πόρτα Κίκο ; ρώτησε.
Δεν ξέρω μαμά, ένα παιδί !!!
Ένα παιδί !!! αναφώνησε έκπληκτη και πλησίασε στην πόρτα.
Γεια σου, είμαι η Χουανίτα η μαμά του Κίκο.
Ο Πάκο κεραυνοβολήθηκε έκανε δύο βήματα πίσω και έφυγε ,δεν μπορούσε να χωρέσει στο μυαλό του το γεγονός πως του έχουν πεί ένα τέτοιο ψέμα ,πως τάχα ο Κίκο έγινε φάντασμα και εξαφανίστηκε μαζί με τους γονείς του. Είχε θυμώσει με τα παιδιά της γειτονιάς που τον κορόιδευαν τόσο καιρό με ανόητες ιστορίες . Την επόμενη μέρα που βρέθηκαν όλοι μαζί στο πάρκο τους είπε τι είχε συμβεί και ρώτησε να μάθει γιατί του έλεγαν ψέματα όλο αυτό τον καιρό. Μα ούτε οι φίλοι του ήξεραν την αλήθεια , τις ιστορίες αυτές τις είχαν ακούσει από τους γονείς τους και δεν είχαν κανέναν λόγο να μην τις πιστέψουν .
Αποφάσισαν λοιπόν να κατέβουν όλοι μαζί στο υπόγειο διαμέρισμα για να μάθουν την αλήθεια από πρώτο χέρι. Χτύπησαν την πόρτα και τους άνοιξε η μητέρα του Κίκο απορημένη, καθώς για πρώτη φορά διάβαιναν την πόρτα τους όλα τα παιδιά της γειτονιάς μαζί. Τα καλοδέχτηκε και τα ρώτησε τον σκοπό της επίσκεψης τους.
Ο Πάκο που ήταν και ο πιο θαρραλέος πήρε τον λόγο και ρώτησε την κυρία Χουανίτα, γιατί δεν έχουμε δει ποτέ τον Κίκο στο μικρό πάρκο απέναντι από την πολυκατοικία ,εκεί που μαζευόμαστε όλα τα παιδιά ; Νομίζαμε πως δεν ζεί κανείς στο υπόγειο!!!
Η μαμά του Κίκο χαμογέλασε ,όπως βλέπετε ο γιος μου δεν μπορεί μόνος του να ανέβει τις σκάλες χρειάζεται βοήθεια με το αμαξίδιο και δεν έχω κάποιον να δώσει ένα χεράκι, μόνη μου δεν μπορώ να τα καταφέρω. Κάποτε ζητήσαμε από τους υπόλοιπους ενοίκους να χαλάσουμε τα σκαλοπάτια για να μπορεί να βγαίνει έξω και το δικό μας παιδί , όμως δυστυχώς μας το αρνήθηκαν ,γι αυτό δεν έχετε δει ποτέ τον Κίκο στο πάρκο.
Τα παιδιά ντράπηκαν, κατάλαβαν πως οι υπόλοιποι ένοικοι… που κλείδωσαν τον Κίκο στο υπόγειο και τον εξαφάνισαν σαν να ήταν φάντασμα ,σαν να μην υπήρξε ποτέ ,ήταν οι γονείς τους. Αφού έμαθαν την αλήθεια καληνύχτισαν τον Κίκο και την μητέρα του και πήγαν στο πάρκο απέναντι .Το βράδυ εκείνο δεν είχαν διάθεση για παιγνίδι ,μετά την συνάντηση που είχαν προβληματίστηκαν πολύ. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί οι γονείς τους είχαν συμπεριφερθεί τόσο σκληρά σε ένα άλλο παιδί.
Την σιωπή και τις άσχημες σκέψεις διέκοψε η Γιολάντα που είπε στα υπόλοιπα παιδιά ,δεν με νοιάζει το τι έκαναν οι γονείς μου εγώ θα κάνω παρέα με τον Κίκο θέλω να γίνω φίλη του .Δεν με ενδιαφέρει αν μπορεί να τρέξει ή αν μπορεί να κλωτσήσει μια μπάλα. Θα μπορούμε όμως να παίζουμε κρυφτό ,αφού οι μεγάλοι μπόρεσαν να κρυφτούν τόσα χρόνια πίσω από ο δάκτυλο τους τότε εμείς θα κρυφτούμε πίσω από την χαρά και την ανεμελιά των χρόνων μας.
Έλαμψαν τα πρόσωπα των παιδιών , ε ναι λοιπόν θα έπαιρναν την υπόθεση στα χέρια τους και θα έδειχναν στους μεγάλους πως ονειρεύονται αυτά το αύριο τους , που έτσι κι αλλιώς τους ανήκει. Ο Πάκο πήγε ένα βήμα παραπέρα λέγοντας στους φίλους του, να κλειστούμε στα δωμάτια μας μέχρι να συμφωνήσουν οι γονείς μας να γκρεμίσουν τις σκάλες και να ελευθερωθεί ο Κίκο. Όλα τα παιδιά συμφώνησαν ,δεν μπορούσαν να ανεχτούν αυτή την κατάσταση ,ένιωθαν πως έχουν χρέος να πολεμήσουν την αδικία που τόσα χρόνια υπέμενε ο Κίκο και ορκίστηκαν πως θα έψαχναν σε όλη τη πόλη και θα ελευθέρωναν όλα τα παιδιά φαντάσματα. Γύρισαν στα σπίτια τους και ανακοίνωσαν στους γονείς τους την απόφαση που πήραν ,κλειδώθηκαν στα δωμάτια τους περιμένοντας από τους μεγάλους… να αναλάβουν δράση.
Την επόμενη μέρα νωρίς το απόγευμα ,άκουσαν φασαρία και θόρυβο στην είσοδο της πολυκατοικίας από το μηχάνημα του διέλυε τα σκαλοπάτια ,οι γονείς τους δεν προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους ,έδειξαν όμως με έμπρακτο τρόπο πως κατάλαβαν το λάθος τους και μάλιστα ανέλαβαν αυτοί όλο το κόστος της κατασκευής . Όταν όλα τελειώσαν μια μεγάλη γιορτή στήθηκε στο πάρκο της γειτονιάς ,από την γιορτή δεν έλειπε κανείς ήταν όλοι εκεί ,ο Κίκο με τους γονείς του ,ο Πάκο, η Γιολάντα ,όλη η παρέα τους και οι γονείς όλων των παιδιών .
Δεν ήταν πια στοιχειωμένο το υπόγειο διαμέρισμα ,η ζωή σαν χείμαρρος μπήκε στην πολυκατοικία και καθάρισε κάθε σκουπίδι και βρωμιά που είχαν αφήσει οι προκαταλήψεις και η αδιαφορία και που είχαν θάψει τον Κίκο και την οικογένεια του.
Άνοιξαν και τα κλειστά παράθυρα ,ξηλώθηκαν τα καδρόνια από τα κάγκελα και τα γεράνια στις γλάστρες άνθισαν ξανά. Ο Κίκο είχε τους φίλους του και οι φίλοι του είχαν τον Κίκο .Ένα καλύτερο αύριο ξημέρωνε , τα παιδιά νίκησαν, η ζωή κέρδισε…

Διαβάστε επίσης