Δεν έχουμε, λένε, αναμνήσεις από γεγονότα που συνέβησαν στα πρώιμα παιδικά μας χρόνια. Πράγματι! Και οι δικές μου πρώτες θύμησες είναι διάσπαρτες, όχι συνεχόμενες, κάποιες σκηνές από την ηλικία των τριών και κάτι. Ίσως να είχαν διαγραφεί από το μυαλό μου, αν δεν συνδέονταν με ένα έντονο και ιδιαίτερογεγονός. Θα έπρεπε να το θυμάσαι και συ, για τον ίδιο λόγο.
Γράφει η Τασούλα Αβρ. Γεωργιάδου*

Αύγουστος του 1959, Λουτρά Ελευθερών: Όχι πως θα μπορούσα να σε ταυτίσω με μια από τις πρώτες μου, σχεδόν μωρουδιακές, συντρόφους στο παιχνίδι. Η εικόνα που θυμάμαι απαρτιζόταν από τρία παιδιά, ένα αγοράκι και δυο μικρά κορίτσια. Ο Αναγνώστης, εσύ κι εγώ όπως το επιβεβαίωναν και οι μανάδες μας. Στο χολ του ορόφου του ξενοδοχείου[1] υπήρχε ένα ψυγείο του πάγου. Εξυπηρετούσε, μάλλον, τους πελάτες για τη συντήρηση των ευαίσθητων τρόφιμων. Του έβαζαν πάγο σε μία κρύπτη στο πίσω μέρος. Είχε μια βρυσούλα και γεμίζαμε νερό τα σπαστά, πλαστικά ποτηράκια μας. Είχαμε ανακαλύψει ένα συρτάρι στο κάτω μέρος του ψυγείου που ήταν γεμάτο κρύο νερό. Διασκεδάζαμε καθώς ανοίγαμε το συρτάρι και βάζαμε στο νερό χάρτινες βαρκούλες, σκαρώνοντας ιστορίες για γρι γρι, που έβγαιναν για ψάρεμα. Άλλη μια σκηνή με βρίσκει στην αγκαλιά της μάνας μου, ενώ ο μπαμπάς μου ανεβαίνει κάποια σκαλιά, για να μου δώσει από το παράθυρο ένα χωνάκι παγωτό. Από το παράθυρο του δωματίου μας, έβλεπα το ποταμάκι, τη γεφυρούλα και τους ηλικιωμένους να πηγαινοέρχονται. Μια άλλη αποτυπωμένη εικόνα είναι το μεγάλο δωμάτιο, με τέσσερα μεταλλικά ντιβάνια κολλημένα στον τοίχο, ανά δυο αντικριστά. Ένας νιπτήρας, ένα μεγάλο τραπέζι, μια ντουλάπα… Α! και μια εταζέρα.
Ήταν η πρώτη φορά που αυτή η συντροφιά ερχόμασταν στα Λουτρά. Και η τελευταία! Η μαμά, η γιαγιά Αναστασία, η γιαγιά Δέσποινα κι εγώ. Κάποιες μέρες ερχόταν κι ο μπαμπάς, μάλλον, όταν ήταν κλειστή η αγορά. Τότε κοιμόμουν με τη μαμά, αλλιώς καθεμιά στο κρεβάτι της. Πρέπει να ήταν τέλη του καλοκαιριού και είχαμε ολοκληρώσει τα μπάνια στη θάλασσα. Γιατί εδώ, μόνο οι γιαγιάδες έκαναν μπάνια. Μπάνια ζεστά, σε κάτι κτήρια που ποτέ δεν μπήκα παραμέσα. Περίμεναν οι παππούδες κι οι γιαγιάδες με τα μπαστουνάκια τους, καθισμένοι σε κάτι παγκάκια περιμένοντας τη σειρά τους. Εμείς, τα παιδιά με τις μανάδες μας, κάναμε βόλτες με τα ποδηλατάκια ή με τα πόδια, κοντά στο ποταμάκι που είχε δροσιά. Ή κάναμε επισκέψεις σε οικογενειακούς φίλους που παραθερίζαν στα συγκροτήματα ενοικιαζόμενων δωματίων του συνοικισμού. Εκεί μας προσέφεραν, μαζί με τα χαμόγελα και τη χαρά της συνάντησης, γλυκό υποβρύχιο ή βυσσινάδα. Θαρρείς και είχαν μετακομίσει ολόκληρες γειτονιές φίλων σε κείνες τις καμαρούλες, που τις περιτριγύριζαν νωπές λουτροπετσέτες κρεμασμένες με μανταλάκια στα σύρματα. Ήταν η σειρά των γερόντων να κάνουν τα μπάνια τους. «Για να βγάλουν καλά τον επόμενο χειμώνα», όπως έλεγε η μαμά. Άλλοι ηλικιωμένοι ερχόντουσαν μόνοι τους, κι άλλοι σαν και μας, συνοδευόταν από τα παιδιά τους – κυρίως κόρες ή νύφες – και εγγόνια για παραθερισμό. ‘Αλλαγή’ το αποκαλούσε η γιαγιά Αναστασία αυτό το είδος διακοπών. Η συνονόματή μου γιαγιά ζούσε μαζί μας, στο προικώο της μαμάς.

Η άλλη γιαγιά, η Δέσποινα, είχε κοντά δυο χρόνια που μοίραζε τη ζωή της στα σπίτια των παιδιών της, αφότου ‘έφυγε’ ο παππούς. Αυτή τη φορά, που μας ήρθε μέσα στο καλοκαίρι, η μαμά είχε την ιδέα να συνοδεύσει τις δυο γερόντισσες στις Ελευθερές για ιαματικά λουτρά έτσι, ώστε να έχει η μια την άλλη παρέα και να χαίρονται παράλληλα την εγγόνα τους. Κι εσύ Έφη μου, με την αδελφή και τη μαμά σου, ήρθατε συνοδοί του παππού και της γιαγιάς σας. Έτσι πρωτοπαίξαμε τρίχρονες στο ξενοδοχείο και τα πέριξ των λουτρών. Ενώ δεθήκαμε, με συνειδητή φιλία, από το Δημοτικό. Και έμελλε να την κρατήσουμε ζωντανή επί είκοσι χρόνια, αρχικά στο ίδιο θρανίο και αργότερα συγκάτοικοι, ως πρωτοετείς φοιτήτριες, στο ίδιο διαμέρισμα. Όμως, δεν μπορεί! Την νύχτα της άτακτης φυγής, θα τη θυμόσουν. Μια φασαρία μες τον ύπνο και το επιτακτικό χάδι της μαμάς να ξυπνήσω, σχεδόν βίαια, στα μαύρα μεσάνυχτα. Θα σας γελάσω για την ακριβή ώρα, τουλάχιστον για μένα στη δεδομένη ηλικία ήταν νύχτα βαθιά. Οι γιαγιάδες ντυνόντουσαν άρον άρον φορώντας τις ρόμπες πάνω από τις νυχτικιές. Η μαμά προσπαθούσε να συγκεντρώσει λίγα απαραίτητα πράγματα. Απ’ έξω φωνές, τσιρίδες και κλαψουρίσματα. Κόσμος έτρεχε βιαστικά κάτω από τα παράθυρα του ξενοδοχείου. Μισοζαλισμένη ήθελα να ξανακοιμηθώ, τόσο γλυκά που είχα γύρει.

Κι ενώ η γιαγιά Αναστασία είχε φτιάξει ένα μικρό μπογαλάκι, η γιαγιά Δέσποινα μάζευε όοολη τη βαλίτσα της. Βγήκαμε στο δρόμο, εγώ στη ροζ πιζάμα μου με τα αρκουδάκια, κουκουλωμένη με μια πλεκτή σάρπα. Με κρατούσε η μαμά αγκαλιά. Κινηθήκαμε προς την έξοδο της κοιλάδας κοντά στο ποταμάκι. Άλλοι με φακούς, άλλοι με φανάρια, άλλοι με τα νυχτικά τους, άλλοι με ό,τι βρήκαν μπρος τους, όλοι τρέχανε ξεμαλλιασμένοι παραπατώντας να σωθούν. Σαν να κτυπούσαν καμπάνες, σαν να φωνάζαν μεγάφωνα, δεν μπορούσα να ξεκαθαρίσω… «Σώσε μας Παναγία μου!», «Ο Θεός να βάλει το χέρι του, Κύριε ελέησον!». Αλαφιασμένοι προχωρούσαν οι περισσότεροι προς τη μεριά της θάλασσας. Πίσω μας οι κορυφογραμμές της όμορφης κοιλάδας, που διέσχιζε ο ήμερος Μαρμαράς, είχαν πάρει ένα χρώμα πορτοκαλί φωτερό σαν του ηλιοβασιλέματος. Φωτιά! Φωτιά που πλησίαζε και θα μας έκαιγε εγκλωβισμένους μες τη χαράδρα των ιαματικών λουτρών. Σ’ ένα πλάτωμα, αφού βλέπει η μάνα μου πίσω όσο μπορούσε να διακρίνει, δεν βλέπει πουθενά τις δυο γερόντισσες. Νάσου η κυρία Βάσω με τον άντρα της τον κύριο Αβραάμ από τον Άγιο Παύλο, αδελφή της γειτόνισσάς μας της Κατίνας Κλήμη.

«Αχ, κυρία Βάσω μου, μπορείτε να κρατήσετε τη μικρή; Δεν βλέπω να μ’ ακολουθούν η πεθερά με τη μάνα μου. Προς τα πού να πήγαν; Να γυρίσω να τις βρω» παρακάλεσε η μαμά. «Ορισμένοι πάνε προς το βουνό. Μη βρήκαν τον Μήτσο τον Καραγιαννακίδη και τον ακολούθησαν; Είπε πως αυτοί θα πάρουν το μονοπάτι προς την Φωλιά» την πληροφόρησε η κυρία Βάσω, καθώς άλλαζα αγκαλιά.
Κοντοσταθήκαμε να πάρουν ανάσα, ήταν ηλικιωμένοι άνθρωποι. Με κάνανε πολύ γούστο και ‘γω τους γνώριζα χαμογελαστούς και οικείους. Θυμάμαι να κάθομαι σ’ ένα πανέρι, όπου είχαν βάλει πρόχειρα κάποια ρούχα φεύγοντας. Κάποια στιγμή γύρισε η μαμά, με τις γιαγιάδες ξέπνοες, όπως μου το διηγήθηκε, δεν συγκράτησα ανάλογη εικόνα. «Στο ‘πα ευλογημένη, τι τη θες ολόκληρη βαλίτσα; Πάρε μια αλλαξιά να φεύγουμε» είπε η γιαγιά Αναστασία. Η γιαγιά Δέσποινα δεν είχε κουράγια ν’ απαντήσει, αλλά μη χάσει τη βαλίτσα της η καημένη. Μ’ αυτή γύριζε από το σπίτι του ενός παιδιού της στ’ άλλο, μιας και δεν κρατούσε πια δικό της. Στον επαρχιακό, παραλιακό δρόμο άρχισαν να καταφτάνουν τα πράσινα υπεραστικά λεωφορεία του ΚΤΕΥΛ, από το Πράβι και την Καβάλα, να μαζέψουν τους πυρόπληκτους παραθεριστές. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών είχαν έρθει με γαϊδουράκια, με μουλάρια και κάρα να βοηθήσουν. Το θυμάται κι ο Μπάμπης, εξάχρονος τότε, που έστεργε την κατάσταση με το γαϊδουράκι τους.

Οι γέροντες ήταν δυσκίνητοι. Έπρεπε να περάσουν και το ποταμάκι, όσο ρηχό κι αν ήταν δεν τα κατάφερνα όλοι. Ένας νέος ζαλικώθηκε τη γιαγιά Αναστασία και την πέρασε απέναντι. Κι εκείνη τον παρακάλεσε να φέρει και την ‘αδελφίτσα’ της γεμίζοντας τον ευχές και παινέματα για την καλοσύνη του. Έλα που εδώ ήταν διαφορετικά τα πράγματα! Ασήκωτη η γιαγιά Δέσποινα με τη βαλίτσα της. «Εμ, εσύ γιαγιά μου ήσουν πουλάκι, η αδερφή σου μπρε κουρσούμι!» παραπονέθηκε πιάνοντας τη μέση του που τον ξεγόφιασε η επίμονη βαλιτσοφόρος.
Όταν επέστρεψε στα Λουτρά η μάνα μου, δυο μέρες μετά, είδε την καταστροφή της βλάστησης στην πρώην κατάφυτη ρεματιά. Το ξενοδοχείο δεν είχε πάθει ζημιές, μέχρι το ταψί με τα γεμιστά βρήκε στο ράφι του δωματίου. Τι κρίμα τόσο φαΐ και τόσος κόπος πήγαν χαμένα. Μάζεψε τα υπάρχοντα που είχαμε παρατήσει και γύρισε για να μην πάει ποτέ ξανά. Η Λουτρόπολη του νομού, που συγκέντρωνε κόσμο κι από τους γύρω νομούς, παρήκμασε. Η θεία Ελένη, από τότε, άρχισε να ταξιδεύει στην Ικαρία για τα μπάνια της και ο γείτονας μας ο κυρ Βασίλης, μέχρι τα τελευταία του, πηγαίναν στις Φέρρες του Έβρου.Οι νέες γενιές επεκτείναμε τον χρόνο στις πλαζ και τα θαλάσσια μπάνια, ενώ οι γιαγιάδες περιορίστηκαν στα ‘Θερμά Λουτρά Τερμεντζή’ στις μπανιέρες της Ραψάνης. Δηλαδή από παραθερισμό και ‘Αλλαγή’ έγιναν τα λουτρά τους μέρος ιατρικής αγωγή και τυπικές επισκέψεις σε φυσιοθεραπευτήριο της πόλης.

Έπρεπε να γευτώ την απόλυτη απόλαυση των θερμών λουτρών στις σύγχρονες πισίνες στο Μπάντεν Μπάντεν και τον Μέλανα Δρυμό, να χαλαρώσω πρωτοχρονιάτικα με ένα ζεστό αρωματικό κρασί Glühwein σε εξωτερική πισίνα του Bad Urach ενώ έριχνε γύρω χιόνι, ώστε να ενδιαφερθώ για τις ελληνικές Λουτροπόλεις του προηγούμενου αιώνα, αυτές που περιγράφονται στα μυθιστορήματα. Τα Λουτρά στις Ελευθερές τ’ αντίκρυσα, πριν λίγα χρόνια, με θλίψη και θυμό. Γιατί τέτοια απόλυτη εγκατάλειψη, γιατί τόση φθορά, γιατί τόση φοβιστική ερημιά; Μόνο η φύση έχει κάνει τη δουλειά της. Πού πήγε η ευαισθησία για πολιτιστική κληρονομιά; Χάσκουν τα κτίσματα αφύλακτα, απροστάτευτα, άπορτα, άστεγα και λεηλατημένα. Κατασπασμένα τα σπλάχνα και τα εσώψυχά τους. Θα σ’ ενδιέφερε Έφη μου η σπάνια αρχιτεκτονική τους. Καλύτερα έτσι, που δεν τα’ δες κι ας ήθελα να συμπληρώσουμε αντάμα τα κενά στις όποιες θύμισες αναψυχής των πρώτων μας χρόνων, μιας κι έφυγες από τον κόσμο μας φιλενάδα μου, τόσο αιφνίδια, τόσο άκαιρα, τόσο άδικα.
Στη μνήμη της Ιφιγένειας Βελισσαρίου
───
[1] Πρόκειται, μάλλον, για το ξενοδοχείο Αμφίπολις
* Η Τασούλα Αβρ. Γεωργιάδου είναι επίτιμος Σχολική Σύμβουλος Φυσικών Επιστημών

