Η απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 152 σχετικά με την ανανέωση της θητείας της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας έλυσε με τον τρόπο της έναν γόρδιο δεσμό. Και δίνει τέλος στις σχετικές συζητήσεις, από τις οποίες δεν έλειψαν οι εντάσεις, αφού για μια ακόμη φορά έδρασαν οι παραταξιακές σκοπιμότητες επί ζημία του θεσμού.
Είναι παράξενο αλλά ενώ τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα λειτουργούν στη χώρα μας εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια, εντούτοις δεν υπάρχει συγκεκριμένο νομικό καθεστώς για το πλαίσιο λειτουργίας τους. Διάφορες διατάξεις διάσπαρτες σε άσχετα κατά βάση νομοθετήματα δείχνουν πόσο πρόχειρα και αποσπασματικά δουλεύουν οι νομοθέτες μας, οδηγώντας τις κρατικές και τις δημοτικές αρχές σε αντιφατικές αποφάσεις.
Χαρακτηριστικά, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας Θράκης δεν προέβη σε αυτεπάγγελτο έλεγχο της ανανέωσης της θητείας του καλλιτεχνικού διευθυντή στο ΔΗΠΕΘΕ Σερρών. Αντίθετα, έκανε αυτεπάγγελτο έλεγχο στην περίπτωση του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας (ύστερα από καταγγελία δημοτικής παράταξης). Και μάλιστα δρώντας αντιφατικά προς τον εαυτό της, αφού η ίδια είχε ήδη θέσει στο αρχείο την υπόθεση. Πόσο νόμιμη ήταν η επανεξέταση της υποθέσεως; Για το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας ήταν μονόδρομος η προσφυγή εναντίον αυτής της προβληματικής απόφασης.
Έτσι η υπόθεση μεταβιβάστηκε στην κρίση της Επιτροπής του άρθρου 152 του Ν. 3852/2010, η οποία αποτελεί διοικητικό όργανο της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Απαρτίζεται από τον δικαστικό αντιπρόσωπο του Δημοσίου, ως πρόεδρο, έναν δικηγόρο και έναν εκπρόσωπο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Οι αποφάσεις της έχουν τη δομή και το περιεχόμενο της δικαστικής κρίσης, άρα διέπονται από τον νόμο. Ποιος νόμος όμως εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση;
Νόμος υπάρχει…
Η Επιτροπή ήξερε πολύ καλά πως δεν υπάρχει κάποιος ειδικός νόμος για τους καλλιτεχνικούς διευθυντές των ΔΗΠΕΘΕ. Η μόνη διάταξη που τους αφορά είναι το άρθ. 30 του Ν. 4479/2017, που καθορίζει τα ελάχιστα προσόντα τους χωρίς να αναφέρει κάτι για τη διάρκεια της θητείας τους. Ωστόσο, για τους καλλιτεχνικούς διευθυντές του Εθνικού Θεάτρου και του Κρατικού Θεάτρου Βόρειας Ελλάδας το άρθ. 3 παρ. 13 του Ν. 2273/1994 προβλέπει τριετή θητεία που μπορεί να ανανεώνεται για άλλη μια τριετία. Η ίδια διάταξη απαριθμεί διεξοδικά τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες των καλλιτεχνικών διευθυντών στα μεγάλα θέατρα, που είναι ίδια με όσα ορίζονται στις προκηρύξεις για την αντίστοιχη θέση των ΔΗΠΕΘΕ. Συνεπώς, ακριβώς επειδή οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά της θέσης του καλλιτεχνικού διευθυντή ταυτίζονται απολύτως σε όλα τα θέατρα, θα ήταν πολύ λογικό να εφαρμοστεί αναλογικά η διάταξη του άρθ. 3 παρ. 13 του Ν. 2273/1994 και στα ΔΗΠΕΘΕ.
Στο νομικό μας σύστημα το «κενό δικαίου» κατά κανόνα πρέπει να αποφεύγεται. Όταν μια σχέση δεν ρυθμίζεται με ειδικό για την περίπτωση νόμο, οι εφαρμοστές του δικαίου ψάχνουν να βρουν, να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν αναλογικά άλλες διατάξεις, πολλές φορές ακόμη και με θαρραλέες και πρωτότυπες σκέψεις. Η Επιτροπή του άρθ. 152 επέλεξε άλλο τρόπο, όπως βέβαια είχε δικαίωμα. Στηρίχθηκε στο γεγονός ότι το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας είχε ζητήσει από το Υπουργείο Εσωτερικών την άδεια για «πρόσληψη» καλλιτεχνικού διευθυντή και όχι για «ανανέωση» της θητείας του. Πρέπει άραγε να υποθέσουμε πως η έγκριση του Υπουργείου Εσωτερικών για «πρόσληψη» αποτελεί επιτακτικό κανόνα δικαίου, που οφείλουν να τηρούν απαρεγκλίτως οι δημόσιοι φορείς;
Η προσήλωση στο γράμμα ως υπεκφυγή…
Ας εξετάσουμε λοιπόν τι σημαίνει αυτή η έγκριση.
Με την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) 33/2006 αποφασίστηκε η αναστολή των προσλήψεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δυσμενείς για τη χώρα μας δημοσιονομικές συνθήκες. Όταν ένας δημόσιος φορέας επιθυμεί να προσλάβει προσωπικό, είναι υποχρεωμένος να ζητήσει άδεια από το Υπουργείο Εσωτερικών (για την ακρίβεια από μια διϋπουργική τριμελή επιτροπή) και στην αίτησή του να τεκμηριώνει κυρίως την υπηρεσιακή ανάγκη και να αποδεικνύει πως έχει τις πιστώσεις για τη μισθοδοσία. Ο νόμος αυτός αποσκοπεί στην κάλυψη δημοσιονομικών στόχων, ώστε να μην εκτροχιαστούν τα δημόσια οικονομικά εξαιτίας άμετρων και αναρίθμητων προσλήψεων στο Δημόσιο. Εάν λοιπόν ο φορέας έχει εξασφαλίσει με την αίτησή του την έγκριση για το μείζον (πρόσληψη), η έγκριση αυτή εμπεριέχει και το έλασσον (ανανέωση θητείας), αφού διασφαλίζονται οι ίδιοι δημοσιονομικοί στόχοι. Άρα ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, που θέτει η ΠΥΣ 33/2006 αφορά μόνο τα δημόσια οικονομικά και όχι τον τρόπο που η εγκεκριμένη θέση θα καλυφθεί, αφού θα καταβάλλονται οι ίδιες μισθολογικές απολαβές. Η έγκριση της διϋπουργικής επιτροπής αποτελεί συστατική πράξη, αφού με αυτήν ιδρύεται το δικαίωμα του φορέα να απασχολήσει το προσωπικό που ζήτησε. Εάν ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του προστατευόμενου οικονομικού δημόσιου συμφέροντος, είναι αδιάφορο αν η απασχόληση θα γίνει με ανανέωση ή παράταση της θητείας ή αν θα γίνει πρόσληψη (για τον τρόπο πρόσληψης ρυθμίζουν άλλες διατάξεις).
Η Επιτροπή του άρθ. 152 αντιμετώπισε την έγκριση της διϋπουργικής επιτροπής σαν κανόνα δικαίου, που πρέπει να τηρηθεί αυστηρά. Έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε αυτή τη φάση δεν είναι δυνατό να γίνει ανανέωση της θητείας, στο μέλλον όμως αυτό θα επιτρέπεται αν η επόμενη έγκριση της διϋπουργικής επιτροπής προβλέψει ρητά το διττό «πρόσληψη ή ανανέωση». Είναι ιδιαιτέρως στενή αυτή η ερμηνεία αλλά είναι η μια από τις επιλογές που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή του άρθ. 152 -και μάλλον η πιο συντηρητική. Λιγότερο συντηρητική θα ήταν η αξιοποίηση της φράσης «Στον ως άνω μέγιστο αριθμό προσλήψεων περιλαμβάνονται και αιτήματα παράτασης ή ανανέωσης της διάρκειας συμβάσεων ανά φορέα», που βρίσκεται στο άρθ. 51 παρ. 10 του Ν. 4622/2019 και δείχνει να εξομοιώνει τις δύο ενέργειες.
Και κάτι που δεν έγινε με τον τρόπο που γινόταν.
Βεβαίως η Επιτροπή θα μπορούσε να τα αποφύγει όλα αυτά, αν δεν είχε ξεκινήσει με μια επισφαλή κρίση. Ερμηνεύοντας κατά γράμμα τον Ν. 3852/2010 περιορίστηκε να αποφανθεί πως η Αποκεντρωμένη είναι αρμόδια να ελέγχει τις αποφάσεις των Δήμων και των νομικών τους προσώπων, άρα και του ΔΗΠΕΘΕ. Ως προς αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία, όμως το παράδοξο είναι πως απέφυγε να κάνει μια διάκριση, την οποία σε άλλες περιπτώσεις εφαρμόζει ανελλιπώς: οι αποφάσεις των διοικητικών οργάνων χωρίζονται σε πράξεις δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα. Οι πρώτες ελέγχονται από την Αποκεντρωμένη, οι δεύτερες όχι -κι αυτό δεν είναι ισχυρισμός του γράφοντος, πρόκειται για κανόνα που έχει παγιωθεί από αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των άλλων διοικητικών δικαστηρίων. Και η πρόσληψη (ή η ανανέωση) διευθυντή χωρίς τις διαδικασίες του ΑΣΕΠ αποτελεί πράξη ιδιωτικού δικαίου, για την οποία η Αποκεντρωμένη δεν έχει αρμοδιότητα ελέγχου.
ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Θα ήταν ενδιαφέρον η απόφαση της Επιτροπής του άρθ. 152 να κριθεί στα διοικητικά δικαστήρια (για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν απάντησε στην ερώτηση αν ήταν νόμιμη η ανάκληση της πρώτης απόφασης της Αποκεντρωμένης). Οι έμπειροι δικηγόροι γνωρίζουν ότι πολλές υποθέσεις κερδήθηκαν και χάθηκαν από τα κατώτερα στα ανώτερα δικαστήρια, αποφάσεις ανατράπηκαν ξανά και ξανά. Όμως εδώ προέχει να σταματήσει η αταξία που προκλήθηκε στο ΔΗΠΕΘΕ και να γίνει γρήγορα η προκήρυξη. Από την άλλη, η απόφαση αυτή θα ήταν αστείο να γίνει αφορμή για πανηγυρισμούς, αφού όσοι αντέδρασαν στην ανανέωση της θητείας της Εύας Βαμβακά – Οικονόμου επικαλέστηκαν άλλους λόγους και όχι το νομικό πλαίσιο που χρησιμοποίησε η Επιτροπή.

