Η Χαμένη Του Ζωή

 Η Χαμένη Του Ζωή

Γράφει ο Άγγελος Τσανάκας


Τον είδα να γλιστρά στο πρανές του χωματόδρομου και να σωριάζεται στο ρείθρο του. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε τρία σύκα. Ευλαβικά τα κρατούσε. Όπως κρατούσε η γιαγιά μου το αντίδωρο σαν τό ‘παιρνε απ’ του παπά το χέρι. Σαν κάτι, που πολυτιμότερο στον κόσμο όλο δεν υπήρχε. Ένα τέταρτο σύκο του είχε φύγει κι έπεσε κι αυτό μαζί μ’ αυτόν καταγής στο χώμα. Όπως ήταν έτσι πεσμένος το συμμάζεψε με το άλλο του χέρι, το φύσηξε να φύγουν τα χώματα, και το έβαλε μαζί με τα άλλα στο αριστερό του χέρι. Ύστερα ανασηκώθηκε τείνοντας το χέρι με τα σύκα ψηλά στον ουρανό σαν σε λιτανεία, γονάτισε, στήριξε το σώμα του στο ελεύθερο χέρι του και προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του. Δεν τα κατάφερε. Έτρεξα κοντά του να τον βοηθήσω. “Άσε με εμένα, τα σύκα κράτα. Με προσοχή”. Πήρα τα σύκα κι ύστερα τον βοήθησα να σηκωθεί. Διαμαρτυρήθηκε.

“Γέρο με θωρείς;”

Έκλεισα τα βιβλία μου, πανώτιασα τις σημειώσεις μου, έβαλα το στυλό στη μολυβοθήκη, τα τακτοποίησα όλα πάνω στο μικρό σπαστό τραπεζάκι μου με την πράσινη καρό φορμάικα και σηκώθηκα. Κουράστηκα, βαρέθηκα το διάβασμα. Ότι διάβασα, διάβασα. Αύριο θα έδινα “Διαφορική Γεωμετρία”. Περίοδος Ιουνίου. Έκανε ζέστη, πολλή ζέστη. Κατέβηκα στο μόλο και πήρα το καραβάκι για το Νησάκι. Πήδηξα πριν καλά καλά αυτό πιάσει στη μικρή προβλήτα, ακούγοντας πίσω μου τα μπινελίκια του καπετάνιου. Ο ήλιος έγερνε σιγά σιγά και άρχισε να φυσά ένα ελαφρύ αναζωογονητικό αεράκι. Είπα να περπατήσω, να κάνω τη γύρα του νησιού με τις μικρές ιερές μονές στις δασώδεις ισιάδες ολόγυρα του μικρού πετρώδους λόφου. Τό’χα ξανακάνει αρκετές φορές. Μου άρεσε, μου γέμιζε με όμορφες σκέψεις τον νου και εύφορα συναισθήματα τη ψυχή. Κοιτώ απέναντι το κάστρο. Βάφτηκε κόκκινο από τον ήλιο και μένα το μυαλό μου πήγε στο άλλο κόκκινο, το υγρό. Το αίμα. Αυτό που χύθηκε ανά τους αιώνες για την κατάκτησή του. Το τάμαχι των ανθρώπων ενάντια στη ζωή. Και τα μίση.

Ξεκίνησα από τα βορειοδυτικά περπατώντας αργά, νωχελικά, και καθώς έκλεινε ο κύκλος μου, τον απάντησα. Απέναντι απ’ τη Ντραμπάτοβα. Λίγο πριν τη μονή του Αγίου Παντελεήμονος και του Αλή Πασά το σπίτι. Τον είδα από μακριά καθώς σκαρφάλωνε στη μικρή ανηφορική πλαγιά πάνω από το ρείθρο του χωματόδρομου, όπου κρέμονταν μερικά κλαδιά μιας συκιάς γεμάτα με σύκα. Από εκεί γλίστρησε.

Τινάχτηκε απ’ τα χώματα και στάθηκε απέναντί μου. Έκανα να του δώσω τα σύκα. “Κράτα ένα”, μου είπε. “Ευχαριστώ πολύ….παράτολμο αυτό που κάνατε”.

“Αυτό που έκανα παλικάρι μου, το ονειρευόμουν εξηνταένα ολόκληρα χρόνια. Χτες το βράδυ ήρθα. Για πρώτη φορά. Δεκατρία χρονώ ξενιτεύτηκα στην Αμέρικα. Με πήρε ο μπάρμπας μου ο Λιας, Θεός σχωρέστον. Δουλειά πολλή, μα… έφαγα…. έφαγα ψωμί. Γλυκό ψωμί πες, πικρό πες το ίδιο είναι. Πείνα και πολέμους είχαμε εδώ. Μα αυτό εδώ….αυτό εδώ που είδες τώρα για, μια ζωή το ονειρευόμουν. Μια ζωή ολόκληρη παλικάρι μου. Να έρθει εκείνη η ώρα η ευλογημένη ένα σύκο από τα χώματά μου να γευτώ. Σαν τότε που ήμουνα παιδί. Χάθηκαν, πάνε τα παιδικά μου χρόνια. Αγέρας γινήκαν. Κι ύστερα, όλοι οι άλλοι. Έφυγαν κι εκείνοι. Στον άλλο τον ξενιτεμό…στον αγύριστο”.

Τα μάτια του θόλωσαν. Δεν έζησε τη μάνα του, τον πατέρα του κι από τα τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια του, μονάχα η Λαμπρινή ζει, κι αυτή μισοχαμένη στον κόσμο της.

“Τον τόπο μου και τους ανθρώπους μου δεν τους έζησα. Δεν τους χάρηκα. Και πόνεσα. Πολύ πόνεσα”.

Έκλεινε τα μάτια του εκεί μακριά στη ξένη γη κι ονειρεύονταν. Θα φύγει πάλι μόλις ανοίξουν τα σχολεία. Τα παιδιά του και τα εγγόνια του εκεί ζουν. Να προσέχουν τα εγγόνια τους με τη γριά του θα πάνε. Κι από δω κι έπειτα όσα καλοκαίρια του απέμειναν, θα γυρνά. Εδώ. Πίσω. Στη χαμένη του ζωή. Να σκαρφαλώνει σε τούτη τη συκιά.

Σκούπισε με την ξανάστροφη του χεριού του τα δακρυσμένα μάτια του.

“Έγιναν;” ρώτησα για να ελαφρύνω κάπως την ατμόσφαιρα που είχε βαρύνει. Δεν μου απάντησε. “Τα σύκα λέω, ωρίμασαν;” Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα δυνατής σιωπής.

“Ο γυναικοπατέρας μου ήταν από την Πελοπόννησο, από ένα χωριό της Αργολίδας. Έξω από τον Πύργο. Κι οι πρόγονοί μου από κει χάμω ήταν. Από τη Μάνη. Αυτά τα σύκα είναι από τα πρώιμα, τα πρώτα που ωριμάζουν. Φρακασάνες τα λένε”.

Προχωρήσαμε παρέα προς τον οικισμό. Αποχαιρετιστήκαμε. Στο μυαλό μου ήρθε ο δικός μου τόπος κι ο πατέρας μου. Του άρεσαν πολύ και του πατέρα μου τα σύκα. Πήρα το καραβάκι, πέρασα από τα μπιλιάρδα του Γιάννη και κατά τις δύο μετά τα μεσάνυχτα πήγα για ύπνο.

Το μάθημα δεν το πέρασα…

Ιούνιος του 74

Διαβάστε επίσης