Άγιε Πατέρα,
Κυρία Βουλευτή,
Κύριε Βουλευτά,
Κύριε Αντιπεριφερειάρχα Καβάλας,
Κύριε Δήμαρχε,
Στρατηγέ,
Διοικητές και Εκπρόσωποι των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών,
Κυρίες και Κύριοι,
Έρχεται κάποτε η ώρα όπου ο καθένας μας ατομικά, αλλά και ως λαός συλλογικά όλοι μαζί, καλούμαστε να επιλέξουμε και να πούμε το μεγάλο ΝΑΙ, ή το μεγάλο ΟΧΙ.
Το ΝΑΙ που ενδεχομένως θα μας ανακουφίσει προσωρινά αλλά θα μας στοιχειώνει ισοβίως ή το μεγάλο ΟΧΙ που μπορεί να μας εξουθενώσει, ή και να μας εξοντώσει αλλά θα μας δικαιώνει ωστόσο, εσαεί, στην μελλοντική ιστορική μνήμη.
Στις 9 Απριλίου 1940, αρχές του Β’ΠΠ, το Βασίλειο της Δανίας παραδίδεται αμαχητί στο 3ο Ράιχ. Η παράδοση γίνεται στον ίδιο τον χαμηλόβαθμο μοτοσικλετιστή αγγελιοφόρο που μετέφερε το τελεσίγραφο στον οποίο μάλιστα λέγεται ότι του επιδόθηκε και το Δανέζικο βασιλικό στέμμα, ως πειστήριο της υποτέλειας.
Λίγους μήνες αργότερα, στις 28 Οκτωβρίου 1940 στην Κηφισιά, ο Έλληνας Πρωθυπουργός απάντησε με ακριβώς τον αντίθετο τρόπο σε παρόμοιο τελεσίγραφο που του επέδωσε ο Ιταλός πρέσβης. Το ΟΧΙ του Ιωάννη Μεταξά δρομολογεί το έπος στα βουνά της Ηπείρου, στα οχυρά της Μακεδονίας αλλά ανοίγει και έναν μακρόχρονο, αιματηρό, όσο και ένδοξο κύκλο, αυτόν της Εθνικής Αντίστασης.
Με τεχνικά κριτήρια και με “αντικειμενική” εξέταση τής σχέσης κόστους – οφέλους, το εγχείρημα τής αντίστασης ενάντια σε μια πανίσχυρη, όσο και αδίστακτη τριπλή κατοχή φαντάζει εντελώς παράλογο. Όμως η ελληνική καρδιά δεν γνωρίζει αυτήν την αριθμητική. Ούτε η τρισχιλιετής ιστορία μας, μια ιστορία παράφορης αγάπης για την Ελευθερία θα συγχωρούσε οποιαδήποτε άλλη απάντηση. Γιατί αν κάτι μίσησαν οι Έλληνες σε όλη την μακρόσυρτη διάρκεια του έθνους μας, περισσότερο και από τον ίδιο τον θάνατο, αυτό ήταν η υποτέλεια.
Έτσι αρχίζει ο κύκλος της Εθνικής Αντίστασης.
Ξαναζωντάνεψε λοιπόν το αρματολίκι στην Ελλάδα του 1940 – 1944, στον αγώνα για την ελευθερία. Από την πρώτη κιόλας μέρα φάνηκε το ποιόν της Ελληνικής ψυχής που θα αντιμετώπιζε ο κατακτητής. Αυτή η πρώτη μέρα σημαδεύεται από δυο σημαντικές αυτοκτονίες:
Η συγγραφέας Πηνελόπη Δέλτα παίρνει δηλητήριο τις 27 Απριλίου 1941, στην είδηση της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα. Λίγη ώρα αργότερα ο νεαρός εύζωνας Κωνσταντίνος Κουκίδης, διατασσόμενος από τους εισβολείς στην Ακρόπολη να υποστείλει την Ελληνική σημαία, τυλίγεται με αυτήν και ορμά στο κενό από τον ιερό βράχο. Το γεγονός προκαλεί την διαταγή να αναρτάται εφεξής η Ελληνική σημαία δίπλα στην Γερμανική. Δημοσιεύεται δε ένα μήνα αργότερα στην βρετανική Daily Mail.
Εκείνες τις πρώτες μέρες δεν πρέπει να λησμονηθεί και η στάση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Χρύσανθου Φιλιππίδη, ο οποίος αρνούμενος να ορκίσει την διορισμένη κατοχική κυβέρνηση δήλωσε:
“Δεν μπορώ να ορκίσω Κυβέρνηση προσβληθείσα από τον εχθρό. Εμείς γνωρίζουμε ότι τις Κυβερνήσεις τις ορίζει ο λαός ή ο Βασιλεύς. Εδώ τώρα ούτε ο λαός εψήφισε την Κυβέρνηση, ούτε ο Βασιλεύς την όρισε. Πως ζητάτε να ορκίσω Κυβέρνηση υποδειχθείσα υπό του εχθρού; Δια να είναι όργανόν των;”
Το μούδιασμα των πρώτων σκοτεινών ημερών της κατοχής όμως κάποτε υποχωρεί, και ο Λαός αρχίζει να αντιδρά και να οργανώνεται.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1941 αναγγέλλεται η ίδρυση του «Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου» (ΕΔΕΣ). Την πολιτική ηγεσία του ΕΔΕΣ διευθύνει ο θρυλικός στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, με στρατιωτικό αρχηγό τον στρατηγό Ναπολέοντα Ζέρβα. Λίγο αργότερα ιδρύεται η «Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση» (ΕΚΚΑ) με αρχηγούς τον συνταγματάρχη Ευριπίδη Μπακιρτζή, τον συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό και τον Γιώργο Καρτάλη ως πολιτικό εκφραστή. Ενώ στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 ακολουθεί η ίδρυση του «Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου» (ΕΑΜ), με τους Αποστόλου, Τσιριμώκο, και Βογιατζή, αντιπροσώπους κομμάτων του ΚΚΕ. Σε λίγο ο αγώνας εναντίον των κατακτητών στα βουνά και τις πόλεις της Ελλάδος θα αρχίσει. Άμεσος στόχος είναι ο αγώνας κατά των κατακτητών και η απελευθέρωση της Ελλάδας.
Ωστόσο το πρώτο μαζικό γεγονός τής Αντίστασης ξεσπά αυθόρμητα εκεί που ίσως δεν θα το περίμενε κανείς, δίχως την εμπλοκή και την καθοδήγηση των «επισήμων» αντιστασιακών οργανώσεων, αλλά με περισσή εθνική αγανάκτηση, στην περιοχή της Μακεδονίας, εκεί όπου οι Βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής από την πρώτη κιόλας ώρα άρχισαν να μεθοδεύουν με ωμότητα τον εθνικό αφελληνισμό των κατοίκων. Η πρώτη μαζική εξέγερση του ελληνικού λαού η οποία έλαβε καθαρά επαναστατικό χαρακτήρα συνέβη στην περιοχή της Δράμας. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1941 ο λαός της Δράμας και των γύρω χωριών εξεγείρεται και καταλύει τις βουλγαρικές αρχές. Η αυθόρμητη αυτή εξέγερση, καταπνίγεται από τους Βουλγάρους που εκτελούν ομαδικά 3.000 πατριώτες στην πόλη της Δράμας και στο Δοξάτο.
Έκτοτε οι καταστροφές των χωριών και των πόλεων και οι μαζικές εκτελέσεις αμάχων γίνονται κυριολεκτικά καθημερινό φαινόμενο. Κατά μέσον όρο για τα επόμενα τριάμισι χρόνια κάθε δυο μέρες ένα χωριό στην Ελλάδα καίγεται, και οι κάτοικοί του αποδεκατίζονται… ο φόρος αίματος είναι πολύ βαρύς. Η πατρίδα μας βιώνει μια ιστορική καταστροφή, με τον παραγωγικό ιστό της να διαλύεται ολοσχερώς, και τον πληθυσμό της να υφίσταται απώλειες 10% επί του συνόλου. Μια καταστροφή για την οποία οι αυτουργοί και φυσικά οι υπόχρεοι σε ογκώδεις πολεμικές αποζημιώσεις -80 χρόνια μετά- ακόμα αδιαφορούν.
Τα φρικτά -μεσαιωνικής λογικής- αντίποινα του κατακτητή, όσο και αν προβαλλόταν ως αντικίνητρα στην ένοπλη αντιστασιακή δράση, ωστόσο δεν φαίνεται ότι στάθηκαν ικανά να την αποτρέψουν.
Τον Φεβρουάριο του 1942 η κεντρική επιτροπή του ΕΑΜ αποφασίζει την ίδρυση ένοπλων ανταρτικών σωμάτων, με την ονομασία Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ) με επικεφαλής τον γεωπόνο από τη Λαμία, Θανάση Κλάρα ή Βελουχιώτη.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1942, στα Ρυκά της Παρνασσίδας δίνεται η πρώτη σημαντική μάχη ανάμεσα στους αντάρτες του Βελουχιώτη και στα ιταλικά στρατεύματα κατοχής. Οι Ιταλοί εξοντώνονται.
Θα ακολουθήσουν πολλές ακόμα συμπλοκές και λοιπές στοχευμένες στρατιωτικές ενέργειες, που αν και ουδόλως δεν έλαβαν τον χαρακτήρα ανοικτής τακτικής σύγκρουσης, ωστόσο δεν άφησαν ποτέ τον κατακτητή να εφησυχάσει, υπενθυμίζοντάς του συνεχώς ότι τα ανταρτικά σώματα διατηρούσαν πάντοτε την επιχειρησιακή ικανότητα για πολύ οδυνηρά πλήγματα όπου αυτά επέλεγαν. Τον Σεπτέμβριο του 1942 αγγλικό κλιμάκιο με αρχηγό τον συνταγματάρχη Μάγερς αποβιβάζεται κρυφά στην Ελλάδα έρχεται σε επαφή με διάφορες αντάρτικες ομάδες και κατορθώνει να συντονίσει τις ενέργειές τους. Αποτέλεσμα του συντονισμού ήταν η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου στις 25 Νοεμβρίου 1942, την οποία και γιορτάζουμε σήμερα, είναι ένα τέτοιο χαρακτηριστικά οδυνηρό πλήγμα, αφού καθυστέρησε για αρκετές εβδομάδες τον ανεφοδιασμό των Γερμανών, ανύψωσε το ηθικό των Ελλήνων και καταξίωσε τον ένοπλο αγώνα στη συνείδηση των συμμάχων.
Μπορεί, λοιπόν, να μην έχουμε ανοικτή τακτική σύγκρουση με τις δυνάμεις κατοχής -πώς θα μπορούσε να γίνει άλλωστε- ωστόσο, όπως πολύ εύστοχα το είχε κάποτε θέσει ένας εκπρόσωπος της αμερικανικής και διεθνούς διπλωματίας ο Χένρι Κίσινγκερ, «οι αντάρτες κερδίζουν όταν δεν χάνουν, αλλά ο τακτικός στρατός χάνει όταν δεν κερδίζει».
Στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, γνωστότερος αντιστασιακός αρχηγός ήταν ο Αντώνιος Φωστερίδης (Τσαούς-Αντών) με έδρα το όρος Λεκάνη. Ο Φωστερίδης, πρώην αγροφύλακας από το χωριό Κρηνίδες και γιος αντάρτη του Πόντου, απέκτησε το πολεμικό ψευδώνυμο ”Τσαούς» -λοχίας στα Τούρκικα-, λόγω του βαθμού του στον στρατό. Ο Πόντιος οπλαρχηγός πολέμησε σκληρά τους Βουλγάρους και τους αντιστάθηκε όσο περισσότερο μπορούσε όπως και όλοι οι άλλοι αντιστασιακοί της περιοχής μας.
Κορυφαία στιγμή της εθνικής αντίστασης στην βουλγαροκρατούμενη περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης ήταν η μάχη της γέφυρας των Παπάδων (που τότε ήταν ένας μικρός οικισμός κοντά στο χωριό Σιδηρόνερο της Δράμας) στον ποταμό Νέστο, στις 7 με 11 Μαΐου του 1944. Η μάχη αυτή είναι μια από τις σημαντικότερες της ελληνικής Εθνικής Αντίστασης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έληξε νικηφόρα για τους Έλληνες, στοίχισε την ζωή εκατοντάδων Βουλγάρων στρατιωτών και προξένησε τον φόβο και τον τρόμο των κατακτητών απέναντι στα ελληνικά ένοπλα ανταρτικά σώματα.
Οι διάφορες πηγές δίδουν διαφορετικούς αριθμούς για τις απώλειες των δύο πλευρών. Οι αντάρτες φέρονται να έχουν από πέντε μέχρι εννιά νεκρούς και αρκετούς τραυματίες, (περίπου 28), ενώ για τους Βουλγάρους οι Βρετανοί κάνουν λόγο για 150 νεκρούς και τραυματίες. Πρόκειται για μια ιστορική νίκη των ανδρών των Εθνικών Απελευθερωτικών Ομάδων (ΕΑΟ) και την μεγαλύτερη επιτυχία του Αντάρτικου στην περιοχή.
Στις 29 Ιουλίου του 1944 στον Πλαταμώνα Καβάλας ο ΕΛΑΣ, με εντολή του λοχαγού Κωνσταντάρα, εξαπέλυσε επίθεση ενάντια στις Βουλγαρικές δυνάμεις, τους διέλυσαν, τους έτρεψαν σε φυγή, αφήνοντας πολλούς νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους και πολλά εφόδια στο πεδίο της μάχης. Η μάχη κράτησε πέντε ώρες, με αρκετές απώλειες για τον Βουλγαρικό στρατό. Η μάχη ήταν η μεγαλύτερη του ΕΛΑΣ στην Ανατολική Μακεδονία.
Κατά τρόπο ανάλογο στην Κρήτη οι κατακτητές αρκέστηκαν στον έλεγχο των μεγάλων πόλεων, και σε επιδρομές στα χωριά της ενδοχώρας για αντίποινα. Τις δε ορεινές περιοχές, όπου δέσποζαν οι μορφές των καπεταναίων δεν τολμούσαν να τις προσεγγίσουν. Θετικά πιστώνεται επίσης για τους Κρητικούς το ότι δεν επέτρεψαν την παρείσφρηση του πολιτικού διχασμού που χαρακτήριζε τις αντιστασιακές οργανώσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα. Το όνομα και μόνο του καπετάν-Μπαντουβά, του καπετάν-Κρασανδράμη, και των λοιπών καπεταναίων ήταν ικανό να παγώσει το αίμα των κατακτητών.
Θα πρέπει όμως να μην λησμονούμε και τις στιγμές της ανιδιοτελούς και άδολης αντίστασης, τις στιγμές ξεχειλίσματος της ανθρωπιάς και της στήριξης στον ανώνυμο και άγνωστο «αδελφό» που πεινούσε ή κινδύνευε. Οι σχέσεις αδελφοσύνης που αναπτύχθηκαν, η ανιδιοτελής στήριξη με κίνδυνο της ζωής στον όποιον διωκόμενο από τις δυνάμεις κατοχής, στον αντάρτη, στον ξένο φαντάρο ή στον εβραίο φυγά που κρύβονταν, όλα αυτά πρέπει να ενεργήσουν διδακτικά στην μνήμη όλων μας. Θα πρέπει να μην λησμονούμε και τον ανώνυμο πατριώτη της περιοχής, ο οποίος μπορεί να υπέφερε από την πείνα αυτός και τα παιδιά του αλλά δεν «βουλγαρογράφτηκε», ούτε σκέφτηκε ποτέ του να συνεργαστεί με τους κατακτητές.
Μετά από όλα αυτά, και υπό την σκιά της σημερινής κατάστασης που έχουμε περιέλθει, το ερώτημα εγείρεται αμείλικτο:
Πόσο δικαιώνουμε εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες τους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης με την συμπεριφορά μας; Τι θα έλεγε ο Φωστερίδης ή ο Ψαρρός και όλοι οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης αν μας έβλεπαν να χλομιάζουμε από τον φόβο και την αγωνία της καθημερινότητας, βιώνοντας έναν διαρκή συμβιβασμό;
Πόσο εύκολο είναι να κατανοήσουμε σήμερα, στην σκέψη μας τα διδάγματα και τις αξίες της Εθνικής Αντίστασης; Εμείς οι βολεμένοι νέο-Έλληνες, όπου οι μισοί τείνουμε να ξεχάσουμε την λέξη «αντίσταση» σε ότι προσβάλλει τις αρχές μας και οι άλλοι μισοί έχουμε μάθει να αποφεύγουμε τη λέξη «Έθνος»;
Άγιε Πατέρα,
Κυρίες & Κύριοι,
Το μήνυμα της ημέρας είναι επίκαιρο όπως τότε.
Τιμούμε σήμερα τους Αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, τις ηρωίδες και τους ήρωες που πλήρωσαν με τη ζωή τους το τίμημα της δικής μας ελευθερίας. Οι δολοφονίες τόσων αθώων προγόνων μας, είναι εγκλήματα που δε θα ξεχάσουμε ποτέ. Η ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή σε κάθε νεοναζιστικό μόρφωμα, σε κάθε νοσταλγό του φασισμού, που ανά την Ευρώπη προκλητικά περιφρονεί την ιστορία. Συγχρόνως και οδηγός, σε μια περίοδο που η διασφάλιση της Παγκόσμιας Ειρήνης εξακολουθεί να παραμένει ζητούμενο.
Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η Εθνική Αντίσταση!

