Dark Mode Light Mode

Η Στέλλα Αργυρίου για τη δύναμη των συναισθημάτων στη ψήφο…

Με αφορμή την παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού, προκύπτουν μερικές σκέψεις για τη σχέση μας με την πολιτική. Όχι με όρους προθέσεων, αλλά με όρους συναισθηματικής επένδυσης: για το πώς ψηφίζουμε, γιατί ταυτιζόμαστε και πώς η ανάγκη για νόημα συχνά προηγείται της ανάγκης για ανάλυση.

Γράφει η Στέλλα Αργυρίου

Ψηφίζουμε όπως αγαπάμε, όπως φοβόμαστε, όπως μεγαλώσαμε. Όχι όπως νομίζουμε. Η ψήφος παρουσιάζεται ως η ύψιστη πράξη πολιτικής ωριμότητας, λογικής στάθμισης και ιδεολογικής συνέπειας. Στην πραγματικότητα, όμως, τις περισσότερες φορές, είναι μια συμπεριφορά άμυνας. Ένα ψυχικό αντανακλαστικό. Ένας τρόπος να αντέξουμε το χάος, όχι να το αλλάξουμε. Δεν ψηφίζουμε με το πρόγραμμα. Ψηφίζουμε με το στομάχι, με το τραύμα, με τη μνήμη, με την ενοχή, με την ανάγκη να ανήκουμε κάπου. Και μετά, εκ των υστέρων, χτίζουμε αφήγημα για να μη χρειαστεί να παραδεχτούμε ότι δεν ήταν επιλογή, ήταν μηχανισμός επιβίωσης. Ψηφίζουμε πρόσωπα, όχι πολιτικές. Όχι επειδή είμαστε “κουτοί ”, αλλά επειδή ο εγκέφαλος δεν είναι φτιαγμένος για να επεξεργάζεται αφηρημένα συστήματα εξουσίας. Είναι φτιαγμένος για πρόσωπα, ιστορίες, σύμβολα.

Ο ηγέτης γίνεται:

• ο πατέρας που “ξέρει”

• ο τιμωρός που “θα βάλει τάξη”

• ο σωτήρας που “θα μας δικαιώσει”

• ο κανονικός τύπος “σαν κι εμάς”

Κι έτσι η πολιτική μετατρέπεται σε οικογενειακό δράμα. Και η κάλπη σε ψυχοθεραπεία χωρίς θεραπευτή. Δεν ψηφίζουμε τον νόμο για τα εργασιακά. Ψηφίζουμε αν νιώθουμε ασφάλεια ή απειλή. Ψηφίζουμε περισσότερο για να μη χάσουμε, παρά για να κερδίσουμε. Ο φόβος είναι πολύ πιο ισχυρός από την ελπίδα. Η απώλεια πονάει περισσότερο από όσο χαροποιεί το κέρδος. Γι’ αυτό, ψηφίζουμε “το μη χείρον”, ψηφίζουμε “για να μη βγουν οι άλλοι”, ψηφίζουμε “τουλάχιστον αυτόν τον ξέρουμε”, ψηφίζουμε “το μην τα κάνουμε χειρότερα”. Η ψήφος γίνεται διαχείριση άγχους, όχι όραμα. Και το πολιτικό σύστημα το ξέρει. Το καλλιεργεί. Το εκμεταλλεύεται. Ψηφίζουμε χωρίς ιδεολογία και το λέμε “ελευθερία”. Μας έμαθαν ότι οι ιδεολογίες είναι ξεπερασμένες, δογματικές, επικίνδυνες. Ότι πρέπει να “κρίνουμε κάθε φορά”, “να μην κολλάμε”, “να είμαστε ρεαλιστές”.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι, δεν έχουμε κριτήρια, δεν έχουμε πλαίσιο, δεν έχουμε γραμμή άμυνας απέναντι στη χειραγώγηση. Η απουσία ιδεολογίας δεν μας κάνει ουδέτερους. Μας κάνει εύπλαστους. Και όταν δεν ξέρεις από ποιο σύστημα αξιών κοιτάς τον κόσμο, τότε ό,τι σου μιλήσει πιο δυνατά στο συναίσθημα κερδίζει. Όχι ό,τι είναι πιο δίκαιο, πιο βιώσιμο ή πιο αληθινό. Ψηφίζουμε για να ανήκουμε. Η ψήφος είναι και κοινωνικό σήμα. Δηλώνει ποιοι είμαστε, με ποιους είμαστε, από ποιους δεν είμαστε. Γι’ αυτό πονάει τόσο να αλλάξεις πολιτική επιλογή. Γιατί δεν αλλάζεις μόνο γνώμη – αλλάζεις ταυτότητα. Χάνεις παρέες. Τσακώνεσαι με την οικογένεια. Αμφισβητείς τον ίδιο σου τον εαυτό. Οπότε μένεις. Ακόμα κι όταν βλέπεις ότι κάτι δεν πάει άλλο. Και κάπου εδώ εμφανίζεται το πραγματικό κενό. Το κενό ανάμεσα στην κάλπη και στη συνείδηση. Ανάμεσα στην ψήφο και στην ευθύνη. Ανάμεσα στο “έκανα το καθήκον μου” και στο “καταλαβαίνω τι στηρίζω”.

Γιατί η ψήφος δεν είναι μόνο δικαίωμα. Είναι συμμετοχή σε συνέπειες.
Δεν ψηφίζεις απλώς. Συναινείς. Νομιμοποιείς. Δίνεις χρόνο, χώρο και σώμα σε πολιτικές που θα ζήσεις ή θα πληρώσεις. Δεν υπάρχει “αγνή” ψήφος. Υπάρχει συνειδητή ή ασυνείδητη. Δεν χρειάζεται να είμαστε όλοι πολιτικοί επιστήμονες. Αλλά χρειάζεται να είμαστε ενήλικες. Να ξέρουμε, από ποια θέση μιλάμε, ποια συμφέροντα εξυπηρετεί αυτό που στηρίζουμε, ποιοι πληρώνουν το κόστος, ακόμα κι αν δεν είμαστε εμείς. Γιατί αλλιώς, η ψήφος γίνεται απλώς ένα ακόμα σύμβολο.
Και τα σύμβολα, χωρίς ιδεολογία, χωρίς ανάλυση, χωρίς μνήμη, γίνονται εύκολα όπλα στα χέρια άλλων. Με την ελπίδα να βοήθησα.

Προηγούμενο άρθρο

Με την ΚΕΔΕ στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ο Φίλιππος Αναστασιάδης

Επόμενο άρθρο

Πρωτοβουλίες Ηλιόπουλου για τα Τενάγη των Φιλίππων