Κείμενο του Κωστή Σιμιτσή
Ο μαέστρος ανεβαίνει με αργά βήματα στο πόντιουμ. Είναι ψηλός και λίγο καμπουριάζει. Όμως σαν ανοίγει τα χέρια του, θυμίζει τον άλλο ψηλό, εκείνον που οι μουσικές του θα γεμίσουν την αίθουσα.
Το κοινό αδημονεί, μουρμουρίζει, ένα βουητό ακούγεται συνεχώς εδώ και μισή ώρα που ο χώρος έχει γεμίσει ασφυκτικά. Κάτω στην πλατεία, τα παιδιά περιμένουν υπομονετικά. Τα πρόσωπά τους είναι σοβαρά.
Σέβονται αυτό που θα μας παρουσιάσουν σε λίγο και η προσήλωσή τους είναι συγκινητική, ιδίως όταν σκέφτεσαι πως έχουν διαλέξει τον δύσκολο δρόμο, που απαιτεί πειθαρχία, μελέτη και αφοσίωση.
Μετά τους απαραίτητους χαιρετισμούς έρχονται οι δύο σολίστ. Η συναυλία ξεκινά. Ακούμε ήχους πλούσιους, σφιχτοδεμένους, τα παιδιά παίζουν με εντυπωσιακή ωριμότητα.
Ο τραγουδιστής κοιτάζει με ένταση τον μαέστρο και περιμένει την καθοδήγησή του. Όποιος έχει κατακτήσει κορυφές και την αγάπη του κόσμου, δεν χρειάζεται να επιδειχθεί, στάθηκε δίπλα στους μεγαλύτερους δημιουργούς για μισό αιώνα και έλαμψε αυτόφωτος και αληθινός.
Ένα μάθημα ταπεινότητας για όλους μας, μαζί με μια φωνή αξεπέραστη και αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου. Οι φετινοί «Άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία» έφεραν για μια ακόμη φορά τη ζωντάνια της νεολαίας στην πόλη μας.
Αλλά έδωσαν και την ευκαιρία σε όσους ήθελαν να παρακολουθήσουν μουσικά και θεωρητικά σεμινάρια από σπουδαίους δασκάλους. Την τελευταία βραδιά ακούσαμε τον Μανόλη Μητσιά και την Αλεξάνδρα Γκράβας με τη βαθιά γήινη φωνή της, καθώς και μια συγκινητική επιλογή από την ελληνική λογοτεχνία αφιερωμένη στη μάνα, από τη Μαρία Σαββίδου.
Την πολυμελή ορχήστρα των μαθητών/τριών καθοδήγησε ο μαέστρος Δημήτρης Καρβούνης. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε άλλα ονόματα, πέραν του Γιάννη Κακάρα, στο πρόσωπο του οποίου εμπεριέχονται τα δεκάδες άλλα πρόσωπα που εργάστηκαν σκληρά στην οργάνωση για μήνες κι ακόμη πιο πολύ κουραστικά και υπεύθυνα την εβδομάδα των εκδηλώσεων. Και του χρόνου λοιπόν!

