«Είσαι υπέροχος άνθρωπος», του έλεγαν συχνά του Φάνη.
Όταν το άκουγε ένιωθε σαν να έπεφτε πάνω του ένα λεπτό στρώμα χώματος.
Την τελευταία φορά το είπε η Μαρία.
Είχε τραβήξει την καρέκλα από το τραπέζι για να χωρέσει το αμαξίδιο. Το κουταλάκι χτύπησε στην πορσελάνη. Του σέρβιρε τον καφέ. Ο Φάνης έβαλε το χέρι στην εσωτερική τσέπη του σακακιού — δύο αεροπορικά εισιτήρια.
Χτύπησε το κουδούνι.
«Αυτός θα είναι», είπε εκείνη και σηκώθηκε.
Η βαριά φωνή ενός άντρα στην είσοδο. Ύστερα ακούστηκε το γέλιο της Μαρίας —ένα γέλιο ψηλό, ανάλαφρο, που ο Φάνης δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά.
«Νίκο, από δω ο Φάνης. Υπέροχος άνθρωπος και φίλος».
Ο Νίκος έσκυψε του έτεινε το χέρι.
«Χάρηκα πολύ».
Ο Φάνης κοίταξε κάτω το ολόλευκο χαλί. Στη διαδρομή από την πόρτα ως το τραπέζι, οι ρόδες του είχαν αφήσει δυο αχνές γραμμές, τα μοναδικά σημάδια πάνω του.
Ο άλλος κάθισε δίπλα της σαν να ήταν πάντα εκεί η θέση του. Εκείνη ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό του, καθώς του έλεγε κάτι.
Η Μαρία γύρισε προς τον Φάνη.
«Να σου βάλω λίγο ακόμη καφέ;»
Κοίταξε το φλιτζάνι του. Στη γωνία των χειλιών του επέστρεψε η γεύση της αλμύρας και της φράουλας —τότε που τον είχε φιλήσει εκείνο το καλοκαίρι στην παραλία, κι εκείνος είχε πει ένα αμήχανο «ευχαριστώ».
Έσφιξε την καυτή πορσελάνη. Την ακούμπησε πίσω στο πιατάκι, απαλά, χωρίς να χυθεί ούτε σταγόνα. Χαμογέλασε —το συνηθισμένο, ευγενικό του χαμόγελο— «όχι, ευχαριστώ».
Ο αποχαιρετισμός στην πόρτα κράτησε όσο έπρεπε. Το καινούριο της γέλιο αντηχούσε για ώρα στα αυτιά του.
Όταν γύρισε στο σπίτι, το διαμέρισμα του φάνηκε τεράστιο. Έσπρωξε το αμαξίδιο, μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Τίναξε τους ώμους μια-δυο φορές. Άνοιξε το παράθυρο. Ο φρέσκος αέρας δυνάμωσε για λίγο τη μυρωδιά του νωπού χώματος. Ύστερα έφυγε και αυτή.
Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου από το τραπεζάκι. Έβγαλε από το σακάκι το ένα εισιτήριο και το έσκισε.


