Η ιστοσελίδα Πρώτο Θέμα παρουσίασε προ λίγων ημερών ρεπορτάζ για την πρόταση του νέου σεισμικού χάρτη της Ελλάδας. Καβάλα και Θάσος προτείνονται στη ζώνη 1 που είναι η χαμηλότερη στη χώρα. Το κείμενο της ιστοσελίδας μεταξύ άλλων ανέφερε:
«Σημαντικές αλλαγές σε ό,τι αφορά στον αντισεισμικό σχεδιασμό και την ενίσχυση της ασφάλειας των κατασκευών στην Ελλάδα προτείνονται μέσω του νέου Σεισμικού Χάρτη της χώρας, που κατάρτισε η Ερευνητική Μονάδα Εδαφοδυναμικής και Γεωτεχνικής Σεισμικής Μηχανικής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ, ακολουθώντας τις επιταγές του αναθεωρημένου ευρωπαϊκού κανονισμού Ευρωκώδικα 8 (EC8) για τον αντισεισμικό σχεδιασμό των κατασκευών, ο οποίος καθορίζει τους κανόνες για τη μελέτη, κατασκευή, αποτίμηση και ενίσχυση κτιρίων και τεχνικών έργων στην Ευρώπη και όχι μόνο. Οι νέες προδιαγραφές είναι γενικά πιο αυστηρές, στοχεύοντας στην εξασφάλιση υψηλότερων επιπέδων ασφάλειας για τους πολίτες.
Πρωταρχικός στόχος παραμένει η εξασφάλιση της ανθρώπινης ζωής μέσω της αποφυγής κατάρρευσης των κτιρίων, καθώς ο σχεδιασμός για μηδενικές ζημιές ανεξαρτήτως της έντασης του αναμενόμενου σεισμικού κραδασμού είναι πρακτικά και οικονομικά ανέφικτος και δεν εφαρμόζεται πουθενά στον κόσμο. Στις βασικές διαφορές σε σχέση με τον ισχύοντα χάρτη είναι ότι η περιοχή γύρω από τον Κορινθιακό κόλπο και η Δυτική Πελοπόννησος έχουν μεταφερθεί στην υψηλότερη ζώνη επικινδυνότητας όπου είναι και τα Ιόνια νησιά. Η Θεσσαλονίκη ενοποιείται με τη Χαλκιδική, κατατάσσοντάς την σε μέση προς υψηλή ζώνη επικινδυνότητας. Διαφοροποιήθηκε επίσης η περιοχή της Αλεξανδρούπολης που λόγω της αυξημένης γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής σημασίας εντάχθηκε στη Ζώνη 2. Ιδιαίτερες δυσκολίες, όπως σημειώνει ο καθηγητής, υπήρξαν στην Αττική όπου το νότιο τμήμα της, μαζί με τις Κυκλάδες, ανήκει στη χαμηλότερη κατηγορία, ενώ το μεν βορειότερο τμήμα γειτνιάζει με την Βοιωτία που ανήκει στη δεύτερη υψηλότερη κατηγορία, το δε δυτικό της τμήμα συνορεύει με την ζώνη του Κορινθιακού που ανήκει στην υψηλότερη ζώνη σεισμικής επικινδυνότητας. Ως εκ τούτου για την ομαλή μετάβαση από μία ζώνη στην άλλη η Αττική χωρίστηκε αναγκαστικά σε τρεις διαφορετικές ζώνες».

