Η Μόρα είναι ένα σκοτεινό, μεταφυσικό μυθιστόρημα που γεννήθηκε από την ανάγκη να μιλήσω για εκείνα που δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά. Για τις απώλειες που μένουν, για τις ενοχές που δεν θάβονται και για τους ανθρώπους που συνεχίζουν να ζουν, ακόμη κι όταν κάτι μέσα τους έχει ήδη αλλάξει.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Λιοχώρι, ένα ορεινό χωριό που μοιάζει να υπάρχει έξω από τον χρόνο. Για τους κατοίκους του είναι ολόκληρος ο κόσμος, ένας τόπος όπου η ζωή κυλά ήσυχα, μέχρι τη στιγμή που κάτι διαταράσσει αυτή την εύθραυστη ισορροπία. Γιατί κάποιοι τόποι δεν αφήνουν τίποτα να χαθεί ολοκληρωτικά. Κάποια πράγματα επιστρέφουν – όχι πάντα με τη μορφή που τα θυμόμαστε, αλλά με εκείνη που φοβόμαστε περισσότερο. Αφορμή γίνεται ένα τραγικό γεγονός μέσα σε μια χειμωνιάτικη νύχτα, που φέρνει κοντά τρεις άντρες και θολώνει τα όρια ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Από εκεί και πέρα, οι ήρωες καλούνται να αντιμετωπίσουν όχι μόνο ό,τι συνέβη, αλλά και ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ. Η Μόρα δεν είναι μόνο μια ιστορία μεταφυσικού στοιχείου. Είναι μια ιστορία για τα όρια της αντοχής: για τη μνήμη, την ενοχή και την ανάγκη του ανθρώπου να συνεχίσει, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει βεβαιότητα πως υπάρχει επιστροφή.

● Περίληψη
Υπάρχουν τόποι που δεν ανήκουν ούτε στους ζωντανούς ούτε στους νεκρούς. Πλάι στο ποτάμι στέκει σιωπηλά το Λιοχώρι, ένα ξεχασμένο ορεινό χωριό. Για τους κατοίκους του όμως είναι ολόκληρος ο κόσμος. Εκεί, η ζωή κυλά ήσυχα. Οι άνθρωποι ζουν ταπεινά, κουβαλούν κρυφές επιθυμίες, δε μιλούν ποτέ για εκείνους που έφυγαν και μαθαίνουν να ζουν με την απώλειά τους. Ο Έκτορας και η Αμαλία λαχταρούν ένα παιδί που δεν έρχεται ποτέ. Ο Λεωνίδας ζει κυνηγημένος από το θάνατο της αγαπημένης του. Η Άννα μεγαλώνει ολομόναχη τα τέσσερα παιδιά της. Κι ο παπάς κρατά την πίστη του σαν φανάρι, φωτίζοντας μόνο ό,τι πρέπει να φαίνεται. Εκείνον το Δεκέμβρη, ένα τραγικό δυστύχημα στην πλαγιά του βουνού κατά τη διάρκεια μιας χιονοθύελλας θα έχει ως αποτέλεσμα τη μοιραία συνάντηση και τη σιωπηλή συμμαχία τριών αντρών, διαταράσσοντας τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου. Έκτοτε, πάντα κάτι θα κινείται ανάμεσά τους παίρνοντας για καθέναν τη μορφή του μεγαλύτερου φόβου του. Στο ήσυχο Λιοχώρι, η ζωή κι ο θάνατος παύουν να είναι δυνάμεις αντίθετες· γίνονται αλληλένδετες και διεκδικούν ίσο μερίδιο…


