Στην Καβάλα η εμπειρία ήταν μεγάλη, κυρίως λόγω Μάκη Ψωμιάδη. Έπαιξα στη Β’ Εθνική σε όλα τα παιχνίδια σχεδόν. Μόλις ανέβηκε, θέλησε να αλλάξει το ρόστερ, είχε φέρει τότε Γκαλίνοβιτς και μετά ήρθε ο Κάλατς, δηλαδή κορυφαία ονόματα. Δεν είχα απαίτηση να παίξω αλλά να διεκδικήσω, οπότε είχαμε μια κοντρίτσα με τον αείμνηστο Ψωμιάδη.
Ήταν λοιπόν τέλη Μαΐου, ετοιμαζόμασταν να φύγουμε διακοπές και μου λέει «αν βρεις ποιοι θα μείνουν και ποιοι θα φύγουν από την ομάδα, θα σου δώσω 10.000». Ήμασταν με τη σύζυγό μου, τη Ζαχαρένια, και την κόρη μας στο καροτσάκι και της λέω «πήγαινε σπίτι εσύ και θα έρθω σε λίγο».
Καθόμαστε με τον Ψωμιάδη στο τραπεζάκι, πίνουμε καφέ, μου βγάζει μια κατάσταση με όλα τα ονόματα της ομάδας, «λέγε» μου λέει και ξεκινάει να διαβάζει ονόματα για να του πω εγώ «φεύγει» ή «μένει». «Είπες και μαλακίες, αλλά σχεδόν τα βρήκες, πάμε να πάρεις λεφτά»!
Η ώρα είχε πάει 3 παρά και η τράπεζα είχε κλείσει, του λέω «κάτσε, βρε Πρόεδρε, έκλεισε η τράπεζα», μου λέει «όχι, παίρνω τηλέφωνο» και όντως τους κάλεσε και κράτησε την τράπεζα ανοιχτή, πήρε τη Φιλιώ, τη λογίστρια, και μου έβαλε 10.000 στον λογαριασμό μου! Απ’ το πουθενά!».

