Adv_Widget

Adv_Widget

Ο Γενικός πρόξενος



 

 Ο «Γενικός πρόξενος» είναι ένα διήγημα, ένα αφήγημα, μια προσωπική μαρτυρία της Τούλας Βαφείδου, μιας Καβαλιώτισσας που ζει μακριά από την Καβάλα εδώ και πολλά χρόνια και που αναπολεί μέσα απ’ αυτό το κείμενο τα παιδικά της χρόνια αναφερόμενη σε ένα πραγματικό περιστατικό εμπλουτίζοντάς το όμως και με μερικά μυθοπλαστικά στοιχεία. Αξίζει να το διαβάσετε για να θυμηθείτε οι παλιότεροι πρόσωπα και καταστάσεις της δεκαετίας του ’60 και να γνωρίσετε οι νεότεροι μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί μαζί με όλα τα θετικά της και τα αρνητικά της.

 

 

Ο Γενικός πρόξενος

 

Στη μνήμη της πρώτης μου δασκάλας

Ζανέτ Αλβέρτη

 

Στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του ‘60 η Γαλλική Σχολή «Άγιος Ιωσήφ» στην Καβάλα, βρισκόταν σε πλήρη ακμή. Φοιτούσαν εκεί καμιά εκατοστή κορίτσια, σχεδόν όλα από οικογένειες της μέσης και ανώτερης αστικής τάξης, που, κάτω απ’ την άγρυπνη επίβλεψη των καλογραιών – διδασκαλισσών τους, επιδίδονταν με ζήλο όχι μόνο στην απλή εκμάθηση της γλώσσας του Ρακίνα, αλλά και στη διεύρυνση των πνευματικών τους οριζόντων μεσ’ από την ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων που το σχολείο υποδείκνυε και συνιστούσε και που εισήγαν κατά κάποιο τρόπο στον γαλλικό τρόπο σκέψης και την γαλλική πνευματική δημιουργία.

Το σχολείο έπιανε ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο κι’ αποτελούσε αντιπροσωπευτικό αρχιτεκτονικό δείγμα ανάμεσα σ’ όλα τα παρεμφερή εκπαιδευτήρια που, εκτός απ’ την ίδια τη Γαλλία, ήταν εγκατεσπαρμένα σε όλες τις χώρες ανά την υφήλιο, όπου η χώρα αυτή είχε μικρή ή μεγάλη επιρροή.

Το συγκρότημα περιλάμβανε ένα μακρόστενο τριώροφο κυρίως κτήριο, κτισμένο κατά μήκος ολόκληρης της δυτικής πλευράς του οικοπέδου. Έναν υπαίθριο αλλά στεγασμένο χώρο προς βορράν που προφύλασσε τις μαθήτριες σε ώρα διαλείμματος όταν έβρεχε. Και ακριβώς δίπλα μια αίθουσα θεάτρου πλήρως εξοπλισμένη με σκηνή, παρασκήνια, καμαρίνια και πλατεία, η οποία στην πρόσοψη είχε, αντί για τοίχο, κάτι πελώριες τζαμόπορτες που όταν έκλειναν επέτρεπαν τη θέα στο εσωτερικό και σ’ αυτούς που βρίσκονταν απ’ έξω. Τη νότια και ανατολική πλευρά περιέτρεχε ένας ψηλός μαντρότοιχος που σε κάποιο σημείο κόβονταν από μια βαριά σιδερένια πόρτα που έμενε μισάνοιχτη τις ώρες των μαθημάτων και έκλεινε ερμητικά από μέσα όταν το σχολείο δεν λειτουργούσε.

Με το κτισμένο μέρος στη δυτική και βόρεια πλευρά να σχηματίζει Γ, το υπόλοιπο του εμβαδού, καλά περιφραγμένο από τον γερό τοίχο, σχημάτιζε μιαν αρκετά ευρύχωρη αυλή, απαραίτητη σε κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα.

Η πρόσβαση στο κύριο οικοδόμημα, κτισμένο σε ψηλότερο επίπεδο, γινόταν από μια φαρδειά, πέτρινη, επιβλητική σκάλα που οδηγούσε στην κεντρική είσοδό του, ενώ από τη μία και την άλλη πλευρά της υπήρχαν διαμορφωμένα παρτέρια με λουλούδια, όπως επίσης και ένα κομψότατο, χαριτωμένο κιόσκι με το άγαλμα του αγίου Βικεντίου ντε Πωλ, στο τάγμα του οποίου ανήκαν οι μοναχές – δασκάλες.

Με το που έμπαινε κανείς από τη βαριά, καρυδένια, δίφυλλη εξώπορτα, βρισκόταν σ’ ένα φαρδύ διάδρομο που διέσχιζε το ισόγειο σ’ όλο του το βάθος και που το διαιρούσε σε δύο πτέρυγες: στην αριστερή, εκτός από αίθουσες διδασκαλίας υπήρχε και ένας μεγάλος χώρος υποδοχής μ’ ένα ογκώδες τραπέζι κι’ έξη καρέκλες που χρονολογούνταν τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα, ένα επιβλητικό πιάνο με ουρά, δυο – τρία παμπάλαια ξύλινα έπιπλα με ράφια που χρησίμευαν σαν βιβλιοθήκες κι’ ήταν γεμάτα με κάτι προκατακλυσμιαίους τόμους, μερικοί απ’ τους οποίους δεν αποκλείεται να ήταν σπάνιοι, πραγματικά συλλεκτικοί. Ο παρωχημένος αυτός διάκοσμος συμπληρωνόταν από μια ετοιμόρροπη εταζέρα, πάνω στην οποία καμάρωνε η μοναδική τηλεφωνική συσκευή μέσα σ’ όλο το σχολείο, μια προπολεμική «Ericsson»  με άγκιστρο, η οποία χρησιμοποιούνταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις! Όλ’ αυτά δε, κάτω απ’ το υπερμέγεθες πορτρέτο του Πάπα Ιωάννη 23ου, με το ευτραφές αγαθό του πρόσωπο, το πλατύ χαμόγελο και το βλέμμα γεμάτο καλοσύνη κι’ επιείκεια.

Τη δεξιά πλευρά του ισογείου καταλάμβαναν οι κουζίνες, τα πλυντήρια, οι αποθήκες των τροφίμων και άλλοι βοηθητικοί χώροι.

Ξύλινες εσωτερικές σκάλες οδηγούσαν στους επάνω ορόφους, όπου, εκτός από πρόσθετες αίθουσες διδασκαλίας, υπήρχαν επίσης και κοιτώνες με λουτρά από την εποχή που το σχολείο λειτουργούσε και σαν οικοτροφείο.

Δυστυχώς σήμερα, το ενδιαφέρον από κάθε άποψη εκπαιδευτικό αυτό ίδρυμα δεν υπάρχει, με τους λόγους της κατεδάφισής του να παραμένουν ακόμη και τώρα άγνωστοι. Στη θέση του έχει ανεγερθεί μια πανάσχημη και θορυβώδης λαϊκή πολυκατοικία, κάτι σαν το «10» του Καραγάτση, που κάνει τους παλιούς Καβαλιώτες (όσους εν πάση περιπτώσει έχουν απομείνει), να την προσπερνούν βιαστικά, μ’ ένα κόμπο θλίψης και νοσταλγίας στο λαιμό.

Πάντως, την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, το σχολείο έσφυζε από ζωή, με παρέες νεαρών κοριτσιών να μπαινοβγαίνουν ανέμελα και με τα γέλια τους ν’ αντηχούν στους γύρω δρόμους.

Το μόνο «μελανό» (αν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε έτσι) σημείο στη ζωή και τη λειτουργία του ήταν η έλλειψη ποικιλίας και συνταρακτικών γεγονότων (νεοελληνιστί «happenings»!) πράγμα απ’ το οποίο άλλωστε έπασχε ολόκληρη η ελληνική επαρχία στα χρόνια εκείνα!

Οι καλόγριες βέβαια, που οι περισσότερες δεν ήταν Ελληνίδες και που όλες είχαν κάνει κάποιο πέρασμα απ’ το Παρίσι, είτε για σπουδές, είτε για την επιτέλεση ορισμένου καθήκοντος που επέβαλλε ο μοναχικός βίος, είχαν προσπαθήσει κατά καιρούς να οργανώσουν εκδηλώσεις με σκοπό να ταράξουν κάπως τα «λιμνάζοντα ύδατα», δυστυχώς όμως οι απόπειρες αυτές είχαν στεφθεί από παταγώδη αποτυχία, η οποία οφειλόταν κυρίως σε εξωγενείς παράγοντες.

Για παράδειγμα, μια χρονιά, είχε αποφασιστεί το τέλος του σχολικού έτους να πάρει τη μορφή μιας μικρής υπαίθριας γιορτής, κατά τη διάρκεια της οποίας οι μαθήτριες θα έπαιρναν τα ενδεικτικά τους, θα έκαναν μερικές απαγγελίες και θα επακολουθούσε ένας μικρός μπουφές για τους γονείς – καλεσμένους. Οι προετοιμασίες όμως για το εξαιρετικό αυτό γεγονός έγιναν γρήγορα αντιληπτές από τους «παροικούντας την Ιερουσαλήμ», με αποτέλεσμα την προκαθορισμένη ώρα, τα πιτσιρίκια ολόκληρης της συνοικίας να καταλάβουν ιππαστί θέσεις πάνω στο μαντρότοιχο έχοντας κουβαλήσει και προμήθειες, όπως ψητά καλαμπόκια και πασατέμπο, που τα μασουλούσαν με θόρυβο, πετώντας τα τσόφλια στο εσωτερικό της αυλής, πάνω στα κεφάλια των παρευρισκομένων! Συγχρόνως επιδίδονταν μεγαλοφώνως σε ήκιστα κολακευτικά σχόλια για τις βραβευόμενες μαθήτριες, αναφερόμενα κυρίως σε λεπτομέρειες και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της σωματικής διάπλασης της καθεμιάς!

΄Η τότε που αποφάσισαν να δώσουν μια παράσταση στην περίφημη αίθουσα θεάτρου κι’ εργάστηκαν σκληρά για την επιτυχία του όλου εγχειρήματος: διάλεξαν ένα έργο με ενδιαφέρουσα πλοκή και γρήγορα εναλλασσόμενες σκηνές, με σαφείς παραπομπές σε ευγενή αισθήματα και υψηλά ιδανικά. Έκαναν εξαντλητικές πρόβες, συχνά ξαγρυπνώντας μέχρι τις πρώτες πρωϊνές ώρες. Πλήρωσαν αδιαμαρτύρητα το μάλλον υπερβολικό ποσό που ζήτησε ο επαγγελματίας ζωγράφος στον οποίο είχαν αναθέσει να φιλοτεχνήσει τα σκηνικά. Και τέλος κυριολεκτικά καταξοδεύτηκαν για την αμοιβή της μοδίστρας που έραψε τα κοστούμια. Το μόνο – αλλά μοιραίο – λάθος που έκαναν ήταν ότι το έργο ήταν γραμμένο στα……γαλλικά, γι’ αυτό και η φαεινή ιδέα που είχε κάποιος να κληθούν στην πρεμιέρα «αι Αρχαί του τόπου» αποδείχτηκε πραγματικά καταστροφική. Και τούτο γιατί οι εν λόγω «Αρχαί», δηλαδή κάτι δια της βίας εκπολιτισθέντες αγροίκοι χωρικοί, μη καταλαβαίνοντας λέξη από τα διαδραματιζόμενα πάνω στη σκηνή, έκαναν από την αρχή φανερή τη δυσφορία και την ανία τους με παρατεταμένα χασμουρητά και διερευνητικές ανασκαφές στα αισθητήρια όργανα της όσφρησης και της ακοής τους! Το θλιβερό αποτέλεσμα ήταν ότι οι μαθήτριες – πρωταγωνίστριες, αποσυντονισμένες και απογοητευμένες από τη μηδενική απήχηση της ερμηνείας τους, αντέδρασαν ποικιλοτρόπως: η μία έχασε τα λόγια της και στάθηκε αδύνατο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του υποβολείου, να ξαναβρεί το ρυθμό της. Η δεύτερη, μη αντέχοντας μια τέτοια απόρριψη, εγκατέλειψε με λυγμούς τη σκηνή κι’ έτρεξε κλαίοντας γοερά στις κουίντες για να ριχτεί μεσ’ στη μαύρη απελπισία στην αγκαλιά της δασκάλας της. Και μια τρίτη, αφού προσπάθησε εις μάτην να δαμάσει τα κύματα νευρικού γέλιου που την έπνιγαν, απάγγειλε, μέσα σε χαχανητά και κακαρίσματα την κρίσιμη ατάκα που ανήγγελλε το τραγικό νέο του ηρωϊκού θανάτου στο μέτωπο του γιού της οικογένειας!

Η τρίτη απόπειρα έγινε χειμώνα, στις διακοπές των Χριστουγέννων. Οι δύο επάνω όροφοι διαμορφώθηκαν κατάλληλα, για να οργανωθεί κάτι μεταξύ εορταγοράς, πανηγυριού και λούνα – παρκ ( αυτό που είναι αρκετά κοινό στη Γαλλία και λέγεται «Kermesse»), που θα διαρκούσε τρεις συνεχόμενες ημέρες και απ’ το οποίο, υπολόγιζαν, θα περνούσε σχεδόν ολόκληρη η πόλη. Αλίμονο όμως, ο δριμύς βορειοελλαδίτικος χειμώνας τους έπαιξε άσχημο παιχνίδι, καλύπτοντας εν μιά νυκτί τα πάντα μ’ ένα παχύ στρώμα χιονιού που έκανε τους δρόμους αδιάβατους, τις επικοινωνίες προβληματικές και τους γιορτινά στολισμένους χώρους της Σχολής να περιμένουν μάταια την προσέλευση των επισκεπτών!

Έτσι, για πάρα πολύ καιρό τα πάντα είχαν αποτελματωθεί, με τις μαθήτριες να παρακολουθούν απλά τα μαθήματά τους και τη Διεύθυνση να’ χει βάλει μυαλό και να κάθεται στ’ αυγά της!

Ώσπου συνέβη κάτι, κι’ αυτή τη φορά ήρθε απ’ έξω, χωρίς να το σκεφτεί, να το επιδιώξει ή να το οργανώσει κανένας!

Ήταν άνοιξη, λίγο μετά το Πάσχα, μια από ‘κείνες τις μέρες που σου φτιάχνουν το κέφι. Ένα γλυκό αεράκι γεμάτο ευωδιές φύσαγε απαλά, δίνοντας έναν ελαφρό κυματισμό στη θάλασσα που στραφτάλιζε κάτω απ’ τον λαμπερό ήλιο. Στο λιμάνι τ’ αραγμένα ψαροκάϊκα λικνίζονταν χορευτικά, καθώς αναπαύονταν δεμένα ύστερ’ απ’ το ολονύκτιο ψάρεμα που γέμιζε τους πάγκους της τοπικής ιχθυαγοράς με άφθονο, φρέσκο ψάρι, ίδιο αναλυτό ασήμι.

Ήταν μια ώρα νεκρή, νωρίς το απόγευμα και στο σχολείο βασίλευε απόλυτη ησυχία. Τα πρωϊνά μαθήματα είχαν τελειώσει και τ’ απογευματινά δεν είχαν αρχίσει ακόμη. Τη σιωπή έσπαγε μόνον ο περιστασιακός βόμβος κανενός άτακτου ζουζουνιού ή το φτεράκισμα των πουλιών που, εκστασιασμένα απ’ την ομορφιά της μέρας, πετούσαν με κέφι από κλαδί σε κλαδί.

Και τότε ήχος διαπεραστικός κι’ απρόσμενος έσκισε την ησυχία: το τηλέφωνο – αντίκα κουδούνισε επίμονα κι’ απαιτητικά κι’ η τρεμαλέα εταζέρα σκίρτησε και τραντάχτηκε ολόκληρη, με κίνδυνο να καταρρεύσει!

Με αρκετή δόση ανησυχίας – ειν’ η αλήθεια – κάποιος έσπευσε ν’ απαντήσει και να καλέσει αμέσως τη Διευθύντρια στο άκουσμα της ψυχρής, υπηρεσιακής, μεταλλικής φωνής κάποιας Γαλλίδας γραμματέως, που ανήγγελλε την επικείμενη επίσκεψη του Γάλλου Γενικού Προξένου, ο οποίος, έχοντας έδρα τη Θεσσαλονίκη, περιόδευε από καιρού εις καιρόν τα γαλλικά σχολεία που βρισκόταν στην περιοχή της δικαιοδοσίας του.

Από ‘κείνη τη στιγμή, λες και είχε σημάνει συναγερμός, επικράτησε γενική αναστάτωση, όλοι και όλα σηκώθηκαν επί ποδός πολέμου, μέσα στην επιθυμία να οργανωθεί μεγαλοπρεπής υποδοχή, αντάξια του κύρους της εκλεκτής αυτής προσωπικότητας που θα τους τιμούσε με την παρουσία της. Δεν ήξεραν – αλίμονο – ότι ο μέγας αυτός αξιωματούχος δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά ένας ακόμη ταλαίπωρος δημόσιος υπάλληλος, τοποθετημένος απ’ την υπηρεσία του χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ την πατρίδα του και που, θεωρώντας – προφανώς – τις περιοδείες αυτές σαν την υπέρτατη έκφραση της βαρειάς αγγαρείας, θα ξεκινούσε δύσθυμος και κατσούφης, πιθανόν βρίζοντας και καταρώμενος θεούς και δαίμονες!

Εν πάση περιπτώσει και εφόσον είχε ήδη αποφασιστεί να δοθεί κάποια επισημότητα στην υποδοχή του υψηλού ξένου, δεν έμενε παρά να καταρτιστεί το σχετικό πρόγραμμα και να αρχίσουν οι προς τούτο προετοιμασίες.

Τη φορά αυτή, η Διεύθυνση, έχοντας πικρή πείρα από τα παθήματα του παρελθόντος και προσπαθώντας να προλάβει, κατά το δυνατό, κάθε δυσάρεστο ενδεχόμενο, αποφάσισε να αναζητήσει έξωθεν βοήθεια.

Με άμεση ανταπόκριση στο αίτημα, ο καθολικός τοπικός εφημέριος έθεσε εαυτόν στη διάθεσή της, με ανυπόκριτο ενθουσιασμό και την υπόσχεση οτι θα παρείχε την αρωγή του, οποτεδήποτε του τη ζητούσαν. Εξάλλου, έτσι ήταν από χαρακτήρος: παρά την τεράστια μόρφωση, την ευγενή του καταγωγή και όλα τα άλλα προτερήματα που του προσέδιδαν αδιαμφισβήτητη αξία, είχε καρδιά μικρού παιδιού, γεμάτη αγαθότητα και συμπόνοια προς τον πάσχοντα πλησίον. Μάρτυρες αδιάψευστοι γι’ αυτό οι εκατοντάδες αναξιοπαθούντες κάτοικοι της πόλης που είχαν κατά καιρούς ευεργετηθεί, συνήθως διακριτικά και αθόρυβα, ανεξαρτήτως θρησκευτικού δόγματος, φυλής και ιδιότητας. Ακόμη και το παρουσιαστικό του παρέπεμπε στην παροιμιώδη απεικόνιση του «καλού ανθρώπου» : ευτραφέστατος και χαμογελαστός, με μάγουλα ροδοκόκκινα, αλλά με μάτια που άστραφταν από εξυπνάδα πίσω από μυωπικά γυαλιά με χρυσό σκελετό, έβγαζε προς τα έξω την χαρακτηριστική εικόνα του «bon viveur» και θύμιζε έντονα τον καλοφαγά Βονιφάτιο, όπως τον είχε αριστοτεχνικά περιγράψει ο Αλφόνς Ντωντέ στις « Τρεις Χριστουγεννιάτικες λειτουργίες» του!

Ο π. Αλφρέδος Φώσκολος, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Σύρο, αλλά σπουδασμένος στη Γαλλία, ήταν για πολλά χρόνια μια απ’ τις πιο γνωστές φιγούρες της πόλης, αλάνθαστα αναγνωρίσιμος, καθώς διέσχιζε τους δρόμους φορώντας την ιερατική του στολή με το απαραίτητο μαύρο πλατύγυρο καπέλο και κρατώντας από τα λουριά τους πιστούς του συντρόφους ΄Εκτορα και Βίκτορα, τα δυο πανέξυπνα και χαριτωμένα σκυλάκια του, ράτσας κανίς.

Για τη συγκεκριμένη περίπτωση επισήμανε με αξιοθαύμαστη οξυδέρκεια οτι μια τελετή μακράς διαρκείας θα ήταν μάλλον ανιαρή και κουραστική για τον ήδη ταλαιπωρημένο απ’ το ταξίδι επισκέπτη, γι’ αυτό και πρότεινε το βάρος να έπεφτε στις εντυπώσεις της πρώτης στιγμής, στην εικόνα δηλαδή που θα αποτυπωνόταν στη μνήμη του, αμέσως μετά την άφιξή του. ΄Ετσι αποφασίστηκε ολόκληρο το σχολείο να τον υποδεχόταν στην αυλή με τις μαθήτριες παρατεταγμένες κατά τάξεις σε ημικύκλιο και με το διδακτικό προσωπικό στη  μέση. Εννοείται οτι τα κορίτσια θα φορούσαν την επίσημη στολή τους, φούστα πλισέ σε χρώμα μπλέ σκούρο, λευκό πουκάμισο και λαιμοδέτη από κορδέλα « γκρο» δεμένο σταυρωτά και σε χρώμα ανάλογο με την τάξη τους.

Ως προς το πρόγραμμα της υποδοχής καθ’ εαυτό, αφού έγιναν πολλές προτάσεις και αρκετές ιδέες έπεσαν στο τραπέζι, τελικά αποφασίστηκε να γίνει κατ’ αρχήν μια μικρή προσφώνηση, το κείμενο της οποίας θα συνέτασσε ο π. Αλφρέδος, και την οποία θα διάβαζε μια μαθήτρια που στη συνέχεια θα απήγγελλε από στήθους ένα μύθο του Λαφονταίν, πιο συγκεκριμένα το «La cigale et la fourmi» («Ο τζίτζικας κι’ ο μέρμηγκας»), η επιλογή του οποίου ήταν μάλλον τυχαία, χωρίς κανένα ιδιαίτερο κριτήριο. Ύστερα, όλο το σχολείο θα έψαλλε τον ύμνο της Καβάλας, ένα περίεργο γαλλόφωνο άσμα σε ρυθμό εμβατηρίου, αγνώστου συνθέτη κι’ ακόμη πιο άγνωστου στιχουργού, οι πρώτοι μνημειώδεις στίχοι του οποίου είχαν ως εξής:

  «Fleur de Macedoine

Cavala joyeux

dans le ciel diaphane

Charme de tous les yeux»

(«Άνθος της Μακεδονίας,

  χαρούμενη Καβάλα,

       μέσα στο διάφανο ουρανό,

          χάρμα όλων των  οφθαλμών»)

Τέλος, η μικρή τελετή θα έκλεινε με προσφορά ανθοδέσμης εκ μέρους άλλης μαθήτριας, πιο μικρής και κατά τεκμήριο μάλλον πιο χαριτωμένης.

Για την επιλογή των δυο μαθητριών η επιτροπή υποδοχής δε δυσκολεύτηκε καθόλου. Για την προσφορά των λουλουδιών διάλεξαν ένα κοριτσάκι απ’ την πρώτη τάξη, με χρυσόξανθες μπούκλες, ασπρορρόδινο δέρμα κι’ ένα βλέμμα καταγάλανο, άδολο κι’ αθώο, σαν διαφήμιση παιδικής τροφής! Το γεγονός βέβαια ότι το αγγελούδι αυτό ήταν στην πραγματικότητα ένα πλάσμα κακότροπο, αναιδέστατο και στριμμένο, το θεώρησαν άνευ σημασίας και το αντιπαρήλθαν ως λεπτομέρεια που δεν ενδιέφερε κατά την παρούσα στιγμή.

Η επιλογή της πιο μεγάλης μαθήτριας, η οποία θα έφερε και το μεγαλύτερο βάρος της εκδήλωσης, ήταν ακόμη πιο εύκολη: χωρίς δεύτερη σκέψη κατέληξαν ομόφωνα στη Λένα Παπαλουκά, η οποία, άριστη σε όλα και κυρίως με άψογη γαλλική προφορά, σάρωνε κάθε χρόνο όλα τα βραβεία από το πρώτο έτος της φοίτησής της. Ήταν τότε δώδεκα χρονών, ένα κορίτσι προεφηβικής ηλικίας ούτε όμορφο ούτε άσχημο, ούτε ψηλό ούτε κοντό, ούτε χοντρό ούτε αδύνατο («fausse – maigre» τη λέγανε οι δασκάλες της ), με μαλλιά καστανόξανθα, δέρμα ανοιχτόχρωμο και μάτια σκούρα καστανά με βλέμμα ζωηρό και διεισδυτικό.

Τις επόμενες μέρες η Λένα ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. Αφού διάβασε αμέτρητες φορές το πρώτο κείμενο που θα εκφωνούσε από χειρογράφου για να αποκτήσει άνεση, έπρεπε στη συνέχεια να προβάρει επανειλημμένα την απαραίτητη υπόκλιση που θα συνόδευε την προσφώνηση. Σ’ αυτό ανέλαβε να την προγυμνάσει η Μαντλέν, η μοναδική λαϊκή δασκάλα της Σχολής, μια νεαρή Ελληνοκαθολική από την Τήνο, που είχε μαθητεύσει κι’ η ίδια εκεί και που την είχαν μεγαλώσει οι καλόγριες, μετά την απώλεια των δικών της. Ήταν μια νέα κοπέλα, στρουμπουλή κι’ αφράτη, με φλογάτες κόκκινες μπούκλες να πλαισιώνουν ένα πρόσωπο στρογγυλό σα φεγγάρι και γεμάτο ξανθωπές φακίδες, με δυο μάτια πράσινα, γατίσια και κάτι μυτερά δοντάκια, που συχνά τα αποκάλυπτε το εύκολο χαμόγελό της. Δίδασκε στις μικρές τάξεις, γιατί ήταν η μόνη που ήξερε καλά ελληνικά ( ήταν άλλωστε η μητρική της γλώσσα ) αν και ο μακροχρόνιος συγχρωτισμός της με τις γαλλόφωνες μοναχές που ήταν πια η οικογένειά της εδώ και πάρα πολλά χρόνια, είχε προσδώσει στο λόγο της μια προφορά περίεργη, όχι καθαρά γαλλική, και τη χρήση λέξεων και φράσεων που πρόδιδαν άνθρωπο μάλλον απαίδευτο, πράγμα άλλωστε απόλυτα φυσικό, αφού ποτέ της δεν είχε πάει σε ελληνικό σχολείο!

Στις ελεύθερες ώρες της κοπανούσε με εκδικητική μανία τα ταλαίπωρα πλήκτρα του μεγαλοπρεπούς πιάνου μέσα στην αίθουσα υποδοχής, έπλεκε μ’ ένα αφράτο μαλλί «μοχαίρ» για τον εαυτό της κάτι αστεία κοντά ζακετάκια σε χρώματα παστέλ, ροζ και θαλασσιά, απαλά κίτρινα και βεραμάν, που τα φορούσε με περηφάνια όταν έκανε μάθημα ή και κατά τις σπάνιες εξόδους της στην πόλη για να πάει στο ταχυδρομείο ή σε κανένα σινεμά, πάντα μόνη, βαδίζοντας λικνιστικά πάνω στις ψηλοτάκουνες γόβες της. Ξεκοκάλιζε επίσης με ιερή προσήλωση τα «ιλλουστρέ» περιοδικά που έρχονταν απ’ τη Γαλλία, κυρίως το «Paris Match» και βυθίζονταν με τις ώρες στη μελέτη κάτι ογκωδέστατων ρομαντικών μυθιστορημάτων, γι’ αυτό και πολλές φορές, ακόμη και σε ώρες διδασκαλίας αφαιρούνταν και ονειροπολούσε, για να συνέλθει έπειτ’ από αρκετό διάστημα και να επανέλθει στην πεζή πραγματικότητα.

Στην προετοιμασία της υποδοχής επέδειξε ζήλο απαράμιλλο και, χωρίς κανένα δισταγμό, εδήλωσε ειδήμων στα εθιμοτυπικά θέματα, γι’ αυτό και ανέλαβε να διδάξει στη Λένα πώς έπρεπε να υποκλιθεί προτού αρχίσει να εκφωνεί το λογύδριό της.

Συγχρόνως, καθισμένη για ώρες στο πολυπαθές πιάνο, είχε επωμιστεί το βάρος των δοκιμών της χορωδίας με σκοπό την εκμάθηση και άψογη εκτέλεση του « ύμνου», πράγμα το οποίο απέβη άκρως επώδυνο και εταλάνισε για αρκετό καιρό τους περιοίκους, που, για μέρες ολόκληρες κοιμόταν και ξυπνούσαν υπό τους ήχους του! Τον είχαν μάθει πια απ’ έξω κι’ ακουγόταν ακόμη και στις πιο απίθανες στιγμές της ημέρας, από νοικοκυρές που τον σιγοτραγουδούσαν ενώ ψώνιζαν στον συνοικιακό μανάβη, απ’ τον παραγιό του μπακάλη που τον σιγοσφύριζε καθώς τακτοποιούσε τα σακιά με το αλεύρι και τα φασόλια, μέχρι τον μπαλωματή που είχε το μαγαζάκι του ακριβώς απέναντι απ’ την καγκελόπορτα του σχολείου! Ακόμη κι’ οι φτωχοί καπνεργάτες υποτονθόριζαν τη μελωδία του καθώς πήγαιναν να πιάσουν την πρωϊνή ή απογευματινή βάρδια!

Εν τω μεταξύ η Λένα είχε καταπιαστεί με την αποστήθιση του… «Τζιτζικομέρμηγκα», κάτι που δεν τη δυσκόλευε ιδιαίτερα, γιατί μάθαινε εύκολα και που μάλλον την ευχαριστούσε! Στην προσπάθειά της αυτή δεν την άφησαν μόνη, επιστράτευσαν μια γαλλομαθή θεία, συνταξιούχο του Δημοσίου με πολλές ελεύθερες ώρες, για να την « ακούει», με αποτέλεσμα να αποστηθίσει το μύθο και η ίδια η θεία και να τον σιγοψιθυρίζει μηχανικά στο δρόμο από και προς το σπίτι της!

Στο τέλος της εβδομάδας η Λένα απήγγελλε το ποίημα χωρίς βοήθεια, απ’ έξω, « νεράκι» κι’ η δυνατή κατάλληλα χρωματισμένη φωνή της αντηχούσε στα πέριξ, βγαίνοντας απ’ τα ανοιχτά παράθυρα. Τελευταία θύματα του πυρετού της προετοιμασίας ήταν κάτι παιδάκια προσχολικής ηλικίας που, παίζοντας ανυποψίαστα στο δρόμο, δέχονταν κατά κύματα τους βομβαρδισμούς της απαγγελίας κι’ έτσι, χωρίς να ξέρουν «γρυ» γαλλικά και χάρη στο ίδιον των πολύ μικρών παιδιών ν’ απομνημονεύουν με ευκολία ό,τι ακούνε χωρίς απαραίτητα και να το κατανοούν, έμαθαν κι’ αυτά το γαλλικό ποίημα «παπαγαλία», εγκατέλειψαν το παιχνίδι τους κι’ άρχισαν να το απαγγέλουν, αλλά μάλλον θρηνητικά, θυμίζοντας έτσι έντονα χορικό από αρχαία τραγωδία!

Η προαναγγελθείσα ώρα της άφιξης του κου Γενικού ήταν νωρίς το απόγευμα, λίγο μετά τις τέσσερις. Την ημέρα εκείνη από το πρωί σ’ όλους τους χώρους του σχολείου επικρατούσε το απόλυτο χάος, με ελάχιστους ανθρώπους να διατηρούν κάποια στοιχειώδη ψυχραιμία. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο π. Αλφρέδος, ο οποίος, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή διαπίστωσε με φρίκη πως δεν είχαν παραγγελθεί τα λουλούδια της ανθοδέσμης. Αμέσως επελήφθη προσωπικά του ζητήματος και έκανε την παραγγελία ο ίδιος στο ανθοπωλείο «Φλορέξ», φρονώντας – δικαίως – ότι σε τέτοιες στιγμές δεν μπορούσε να έχει κανείς την παραμικρή εμπιστοσύνη σε ένα εσμό γυναικών στα πρόθυρα της υστερίας!

Λίγο μετά το μεσημέρι, κι’ ενώ τα πράγματα φαινόταν να’ χουν ηρεμήσει κι’ η κατάσταση να είναι υπό έλεγχο, κραυγή απελπισίας έσκισε τον αιθέρα, καθώς η Μαντλέν ανέκραξε αγωνιωδώς: «Et moi, qu’ est – ce que je mettrai?», «Κι’ εγώ, τι θα βάλω;» Αμέσως, ως δια μαγείας, σχηματίστηκε γύρω της ένας κύκλος από μεγάλες μαθήτριες, οι οποίες ανέβηκαν μαζί της βιαστικά την εξωτερική σκάλα και χάθηκαν στο εσωτερικό του κτηρίου. Μαζεύτηκαν σε μια τάξη, κάθισαν την ανάστατη Μαντλέν σε μια καρέκλα κι’ εμφανίζοντας απ’ το πουθενά τσατσάρες, φουρκέτες, τσιμπιδάκια, κραγιόν χειλιών, ρουζ για τα μάγουλα, σκιές ματιών και πεντ’ έξη κρεμάστρες με ισάριθμα φορέματα, άρχισαν να φροντίζουν την εξωτερική της εμφάνιση. Σε χρόνο μηδέν η νεαρή δασκάλα εμφανίστηκε ξανά στην αυλή, όπου οι μαθήτριες είχαν αρχίσει σιγά – σιγά να παίρνουν τις θέσεις τους, χτενισμένη και μακιγιαρισμένη στην εντέλεια, φορώντας ένα ωραίο ντε – πιές σε πράσινο χρώμα, που πήγαινε με τα μάτια της και στηριζόμενη με χάρη πάνω στα αιώνια δωδεκάποντα!

Η Λένα ξεκίνησε εγκαίρως με τα πόδια απ’ το σπίτι της, που δεν απείχε πολύ από το σχολείο, κρατώντας τα κείμενά της διπλωμένα σε ρολό και δεμένα με μια κορδέλα, στα χρώματα της γαλλικής σημαίας! Την ακολουθούσαν οι γαργαλιστικές μυρωδιές που έβγαιναν απ’ την κουζίνα, καθώς η μητέρα της ετοίμαζε διάφορα εδέσματα για το βράδυ, έχοντας αποφασίσει την τελευταία στιγμή να οργανώσει μια μκρή οικογενειακή και φιλική συγκέντρωση για να γιορτάσει το θρίαμβο της κόρης της όταν θα επέστρεφε μετά το πέρας της υποδοχής. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το ζεύγος Παπαλουκά είχε αισθανθεί ιδιαίτερα κολακευμένο με την επιλογή της θυγατέρας του για την τιμητική αυτή αποστολή κι’ είχε θεωρήσει πως το γεγονός αυτό είχε προσθέσει κάτι παραπάνω στο κύρος και την εκτίμηση των οποίων ήδη έχαιρε μέσα στον ευρύτερο κοινωνικό του περίγυρο!

Η ώρα πλησίαζε τέσσερις και τα πάντα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια ήταν έτοιμα. Είχε αρχίσει ο ατέλειωτος χρόνος της αναμονής και σε μια δεδομένη στιγμή όλα φαίνονταν ακίνητα, σαν να είχε κολλήσει το ρολόι στη στιγμή εκείνη κι’ η ώρα δεν περνούσε.

Στις τέσσερις και μισή, φαινομενικά τίποτε δεν είχε αλλάξει, μόνο στα πρόσωπα των αναμενόντων μπορούσε – ίσως – κανείς να διακρίνει μιαν αδιόρατη αδημονία, πιθανόν κι’ ανησυχία.

Στις πέντε και δέκα, η Λένα κι’ η μικρή με την ανθοδέσμη άρχισαν να μετατοπίζουν το βάρος τους από το ένα πόδι στο άλλο, σημάδι αλάνθαστο σωματικής κόπωσης, και η περίτεχνη κόμμωση της Μαντλέν κατέρρεε σιγά – σιγά απ’ τον ιδρώτα της αγωνίας που την έλουζε κάθε λίγο και λιγάκι.

Στις έξη παρά είκοσι πέντε τα τριαντάφυλλα απ’ την ανθοδέσμη είχαν χάσει τα περισσότερα φύλλα τους, το κοριτσάκι με το αγγελικό πρόσωπο έκανε μια άσχημη γκριμάτσα δείχνοντας έτσι την κακή του ανατροφή, ρυτίδες ανησυχίας κι’ απογοήτευσης αυλάκωσαν το μέτωπο της Διευθύντριας και μια απ’ τις γηραιότερες αδελφές εγκατέλειψε για μια στιγμή τη θέση της για να χρησιμοποιήσει το λουτρό στο εσωτερικό του κτηρίου.

Στις έξη παρά πέντε ο π. Αλφρέδος Φώσκολος κατευθύνθηκε αποφασιστικά προς την αίθουσα υποδοχής και σήκωσε το ακουστικό της παλιάς συσκευής.

Σε τρία λεπτά ξαναβγήκε με βλέμμα σκοτεινό και μέτωπο συννεφιασμένο και ανήγγειλε λακωνικά: «Il ne vient pas», «Δε θα’ ρθει».

Δε στάθηκε στις λεπτομέρειες ούτε και στις εξηγήσεις που προφανώς του έδωσαν, μ’ ένα νεύμα σήμανε λήξη συναγερμού κι’ έστειλε με συνοπτικές διαδικασίες το συγκεντρωμένο πλήθος στο σπίτι του.

Την παγωμένη σιωπή που ακολούθησε την αναγγελία της ματαίωσης της επίσκεψης, διαδέχτηκε αίσθημα βαθειάς απογοήτευσης και γενικής κατήφειας. Ήταν όμως κάτι που δεν άλλαζε κι’ έτσι σιγά – σιγά ο κόσμος άρχισε ν’ αραιώνει και να παίρνει το δρόμο της επιστροφής.

Η Λένα, με βαριά καρδιά κι’ ακόμη πιο βαριά βήματα, εγκατέλειψε το χώρο του σχολείου, αφού προηγουμένως όμως έγινε μάρτυρας μιας κωμικοτραγικής σκηνής κατά την οποία η μικρή ομορφούλα μαθήτρια ποδοπατούσε με λύσσα την περιβόητη ανθοδέσμη!

Με ανείπωτη θλίψη επέστρεψε κατησχυμένη στο σπίτι της και διηγήθηκε με δάκρυα θυμού κι’ απογοήτευσης τα διατρέξαντα στους οικείους της. Οι συγκεντρωμένοι συγγενείς και φίλοι προσφέρθηκαν σε μια επίδειξη τακτ και κατανόησης να αποχωρήσουν, αλλά η μητέρα της τους απέτρεψε με το επιχείρημα οτι η παρουσία τους μάλλον θα’ κανε καλό στη Λένα, θα τη βοηθούσε να ξεχαστεί και να της περάσει η στενοχώρια.

Κι’ έτσι η βραδιά συνεχίστηκε με τους μεγάλους να τρωγοπίνουν και να συζητούν σαν να μη συνέβαινε τίποτε και με τη Λένα να καταβροχθίζει ασυναίσθητα και με βουλιμία ό,τι εύρισκε μπροστά της σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να καταπνίξει τον πόνο της.

΄Ηταν πολύ νέα όμως και το γεγονός γρήγορα ξεχάστηκε, καθώς καινούρια, πιο ενδιαφέροντα ζητήματα άρχισαν ν’ απασχολούν το παιδικό της μυαλουδάκι.

Από ‘κείνη την ημέρα της έμεινε μια φοβερή βαρυστομαχιά ύστερ’ απ’ την άκριτη κατανάλωση τόσο υπερβολικής ποσότητας φαγητού, η εγχάραξη στη μνήμη της του μύθου του Λαφονταίν (τον οποίο ακόμη και σήμερα μπορεί ν’ απαγγείλει «νεράκι», χωρίς κανένα λάθος!) και μια απροσδιόριστη αντιπάθεια και απέχθεια προς τους απανταχού της γης Γενικούς Προξένους!

Όμως, έχει ο καιρός γυρίσματα και καλά λένε πως η εκδίκηση είναι ένα φαγητό που τρώγεται κρύο: με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι και το βλέμμα βυθισμένο στα καταπράσινα, ακίνητα νερά του καναλιού που κυλάει κάτω απ’ τα παράθυρά της, η Λένα χαμογελάει νοσταλγικά μπροστά στο γλυκό χείμαρρο των αναμνήσεων, ενώ περιμένει τους Γάλλους φίλους που θα περάσουν μαζί τους το Σαββατοκύριακο στο Ρόττερνταμ, όπου, εδώ και λίγο καιρό, ο σύζυγός της υπηρετεί ως …Γενικός Πρόξενος!!!

eXTReMe Tracker