Γράφει ο Χρήστος Τσελεπής
Από νεογνό έμοιαζε με ημίθεο. Σαν τον Ηρακλή που ήταν έτοιμος να πνίξει τα φίδια της Ήρας. Μαζεύτηκαν όλοι οι συγγενείς και τον περιεργάζονταν με χαμόγελα και αναρωτιούνταν. Τίνος μοιάζει το παιδί; Με τον μπαμπά δε μοιάζει. Με τη μαμά δε μοιάζει. Με τη γιαγιά δε μοιάζει. Με τα συμπεθέρια δε μοιάζει. Αλλά με τον παππού μοιάζει. Κωστίκας με τ’ όνομα. Πόντιος εκατό τοις εκατό!
Όποια γονίδια πήρε η μαμά απ’ τον μπαμπά της, όλα, θαρρείς συνάχτηκαν και συντάχθηκαν στο μελαχρινό νεογέννητο. Πλατύστερνος, «καζάν καφαλής», δυνατός, ρωμαλέος, μακροκλώνης, με αδρά χαρακτηριστικά. Κι όσο μεγάλωνε, ολοένα και πύκνωνε μπόλικο χνούδι στα χείλη και στα στήθια, που προδιαθέτουν για ένα δασύτριχο έφηβο, άλκιμο, ακμαίο, ρωμαλέο, σφριγηλό, στιβαρό, εύρωστο, αθλητικό, γενναιόψυχο.
Μια μέρα χάζευε τον παππού που χτύπησε κατά λάθος στο κεφάλι και δε διαμαρτυρήθηκε καθόλου ούτε έδειξε να έχει γίνει κάτι σοβαρό και αξιοπαρατήρητο. «Καλά, ρε παππού, δεν πονάς;». «Οι Πόντιοι δεν πονάνε, Κωστίκα!». Το κράτησε ο μικρός. Κάποιες φορές δοκίμαζε με κάτι ξυλαράκια, να διαπιστώσει αν θα πονέσει. Δεν πόναγε. «Είμαι αληθινός Πόντιος», σκεφτόταν. Μεγαλώνοντας αποδείχθηκε ότι είχε καλές επιδόσεις και στον αθλητισμό. Διοργάνωναν στη γειτονιά, όλη η πιτσιρικάδα, «Ολυμπιακούς αγώνες». Διακρινόταν συχνά ο Κωστίκας, ο «μικρός χότζας»! Σκληροτράχηλος σαν τον παππού τον Κώστα. Έπαιρνε και αυτοσχέδια έπαθλα, κότινους! Σκέτη φαντασία η «παπαλίνα» της γειτονιάς…
Όποτε ανέβαινε στο αμάξι του παππού, άκουγε παραδοσιακά ποντιακά τραγούδια και μόνο. Ο νεαρός παππούς συχνά του μιλούσε για την παράδοση και την αυθεντικότητα που εκτιμούσε σε κάθε ομαδική ή ατομική έκφανση, σε κάθε ανθρώπινο φανέρωμα. Κι ο ίδιος ο μικρός Κωστής έδειχνε να συμφωνεί απόλυτα. Στα οχτώμισι εκδήλωσε την επιθυμία να μάθει κεμεντζέ. Η ποντιακή λύρα είχε ένα μοναδικό δικό της ηχόχρωμα, στο οποίο συμπυκνωνόταν, θαρρείς, όλη η ιστορία, όλη η δραματική πορεία μέσα στο Χρόνο του πολύπαθου Ποντιακού Ελληνισμού. Απέπνεε ένα παράπονο, ακόμη κι όταν εξέφραζε ηρωικές στιγμές των ανταρτών του Πόντου. Και πάντως διέφερε πολύ, όχι μονάχα ως προς το σχήμα αλλά και ως προς το άκουσμα, από την πολίτικη και την κρητική λύρα, που βγάζουν κατά κανόνα η πρώτη ήρεμους μακρόσυρτους και η δεύτερη πιο αλέγρους ήχους και ρυθμούς.
Δεν χρειάστηκε να τον πείσει κανείς. Σχεδόν απαίτησε να εγγραφεί στη σχολή του ξακουστού λυράρη Μιχάλη Καλλιοτζίδη, όπου άρχισε να μαθητεύει κοντά στον Τάσο Παυλίδη τον Λεκανιώτη. Κάθε τόσο έρχεται και ο Μιχάλης για να ελέγχει και να εποπτεύει τη λειτουργία του παραρτήματος της σχολής του, παρακολουθώντας συνάμα τους μαθητευόμενους λυράρηδες. Από την πρώτη κιόλας φορά εντυπωσιάστηκε από το νεαρό Κωστή. Μικρός μικρός, αλλά ξέρει να παίζει με νότες! Ο πιτσιρικάς έχει μέλλον και όλες τις προδιαγραφές να εξελιχθεί σε καλόν κεμεντσετζή!
Η επικοινωνία του Κωστή με τη γιαγιά ξεκινά από την πονηριά και φτάνει μέχρι την εκμετάλλευση, αφού εκείνη είναι προδιατεθειμένη να μη του χαλάει τα χατίρια. Ο παππούς πάλι καταλαβαίνει εύκολα τις πονηριές του και τον πειράζει. «Όλο μαργιολιές είσαι, μπαγλαμίκο! Όλο τερτίπια, μηχανές και κασκαρίκες! Από τη μια την εκμεταλλεύεσαι κι από την άλλη την ξεγελάς τη γιαγιά, τσαχπίνη!». «Έλα, ρε παππού, εσύ με πιάνεις… Δεν σκοπεύω να γίνω οδοντίατρος. Δικηγόρος θα γίνω, γιατί ξέρω να λέω ψέματα!». Διάολου κάλτσα ο τσιφτάμπουρας…
Τις προάλλες πλησιάζει τον παππού και του λέει συνοφρυωμένος: «Παππού, μήπως δεν είμαι αληθινός Πόντιος;». «Γιατί αμφιβάλλεις, ρε καμάρι μου;». «Γιατί πονάει το κεφάλι μου, όταν το χτυπάω!». «Έλα, ρε, άσε τα χαζά! Κι εγώ όταν ήμουν μικρός, πονούσα όταν χτυπούσα. Όσο μεγάλωνα όμως, μειωνόταν ο πόνος, ώσπου δεν πονούσα καθόλου. Άρα και εσύ, όσο μεγαλώνεις, θα διαπιστώνεις κάθε φορά πως είσαι αληθινός Πόντιος! Κι αυτό το δείχνουν και οι επιδόσεις σου στον κεμεντζέ…».
Πείσθηκε ο μικρός Κωστής. Και είναι αποφασισμένος να υπομένει τους μικρούς πόνους, για να κερδίσει εντέλει τις μεγάλες χαρές, αλλά και να προσφέρει τις μεγαλύτερες χαρές στους δικούς του. Αφού κι αυτός είναι δοτικός, όπως ο παππούς του, ο Κωνσταντίνος ο … Μακυδών, όπως τον λένε, αφού μοιράζει – και μάλιστα καθαρισμένα – όλα τα μήλα και τα κυδώνια που παράγουν τα οπωροφόρα δέντρα του περιβολιού του, εισπράττοντας άμετρη ικανοποίηση από την ευχαρίστηση των φίλων του. Έτσι μοιάζει να εξελίσσεται και ο μικρός Κωστίκας, Πόντιος ακραιφνής και γαλαντόμος.

