Πέρα από τον πόνο, πέρα από το δίκαιο αίτημα δικαιοσύνης, υπάρχει ένα σημείο όπου η κοινωνική αγανάκτηση παύει να είναι δύναμη διόρθωσης και μετατρέπεται σε πρώτη ύλη εξουσίας. Εκεί ακριβώς αρχίζει ο κίνδυνος.
Η πολιτική εξουσία δεν γεννιέται από το δίκιο ενός αιτήματος, αλλά από την ικανότητα θεσμικής διαχείρισης της πραγματικότητας. Όταν η ηγετική φιγούρα αντλεί τη νομιμοποίησή της σχεδόν αποκλειστικά από ένα τραύμα —όσο πραγματικό και αν είναι— τότε η εξουσία δεν δομείται πάνω σε πρόγραμμα, αλλά πάνω σε συναισθηματική ταύτιση. Και αυτή η ταύτιση δεν αντέχει τον έλεγχο.
Η κοινωνία συχνά συγχέει το ηθικό κύρος με την πολιτική ικανότητα. Το πρώτο γεννά συμπάθεια, το δεύτερο απαιτεί ψυχραιμία, γνώση συσχετισμών, ιεράρχηση και —κυρίως— συναισθηματικό αυτοπεριορισμό. Η εξουσία που δεν αυτοπεριορίζεται, αλλά τρέφεται από την αγανάκτηση, οδηγείται μοιραία σε αυταρχικές λογικές, ακόμη κι αν ξεκινά με καλές προθέσεις.
Η απουσία θεσμικού λόγου δεν είναι ουδετερότητα — είναι κενό. Όταν δεν αρθρώνεται σαφής λόγος για διαχωρισμό εξουσιών, ανεξαρτησία δικαιοσύνης, μηχανισμούς ελέγχου της ίδιας της εξουσίας, σαφές πρόγραμμα για το μέλλον, στρατηγικές ανάπτυξης, τότε το κενό αυτό καλύπτεται από προσωπική αυθεντία. Και η αυθεντία, όταν δεν ελέγχεται, μετατρέπεται σε δόγμα.
Η πολιτική που γεννιέται από πένθος δυσκολεύεται να αποδεχτεί την ήττα. Ένα από τα πιο επικίνδυνα στοιχεία είναι ότι μια τέτοια ηγεσία δεν αντέχει την αντίρρηση. Κάθε διαφωνία εκλαμβάνεται ως προσβολή, όχι ως πολιτική διαφορά. Αυτό οδηγεί σε ηθική πόλωση. Είσαι μαζί μας, είσαι δίκαιος. Βρίσκεσαι απέναντί μας, είσαι ανήθικος. Αυτό όμως, δεν είναι δημοκρατία, είναι προθάλαμος ολοκληρωτισμού.
Η προσωποποίηση της δικαιοσύνης ακυρώνει την ίδια την δικαιοσύνη. Όταν η δικαιοσύνη προσωποποιείται, όταν σημαίνει δικαίωση ενός προσώπου ή μιας ομάδας, τότε παύει να είναι καθολική. Η πραγματική δικαιοσύνη είναι απρόσωπη, ψυχρή, συχνά άδικη σε επίπεδο συναισθήματος. Γι’ αυτό ακριβώς είναι δίκαιη σε επίπεδο κοινωνίας. Η πολιτική εξουσία που συγχέει δικαιοσύνη με δικαίωση θα θυσιάσει θεσμούς για να δικαιωθεί.
Υπάρχει και κάτι άλλο, εξ ίσου επικίνδυνο με τα προηγούμενα. Ο φανατισμός των υποστηρικτών που δεν δέχεται κριτική ή επιχειρήματα. Καμία υγιής πολιτική δύναμη δεν φοβάται την κριτική. Όταν οι υποστηρικτές λειτουργούν ως άτυπη αστυνομία σκέψης, αυτό δεν είναι δικαιοσύνη, δεν είναι καν πολιτική. Είναι προειδοποίηση, είναι πρόβα καταστολής που σέρνει κρυφά τα απομεινάρια ολοκληρωτικών καθεστώτων.
Εν τέλει, η Ελλάδα δεν χρειάζεται εξουσία που αντλεί δύναμη από το τραύμα, που νομιμοποιείται από τον θυμό, που στερείται θεσμικού βάθους, που έχει άγνοια εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, που περιβάλλεται από φανατισμένο ακροατήριο.
Η χώρα χρειάζεται υπεύθυνη πολιτική και θεσμική τόλμη. Όχι άλλους φορείς αγανάκτησης. Όχι άλλους «αδιαμφισβήτητους». Το πένθος ναι, αξίζει σεβασμό. Η εξουσία, όμως, απαιτεί κάτι πολύ πιο σημαντικό: την ικανότητα να λαμβάνει δύσκολες αποφάσεις προς όφελος του κοινού καλού. Γιατί τα προσωπικά κίνητρα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε κατάχρηση εξουσίας.
ΗΡΩ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

