Dark Mode Light Mode
ΝΙΚΗ: «Το Νοσοκομείο Καβάλας δεν θα γίνει ένα δεύτερο Νοσοκομείο Δράμας»
Παύλος Λεμοντζής: Μια ζωή στο δρόμο του θεάτρου, της δημοσιογραφίας & της γραφής

Παύλος Λεμοντζής: Μια ζωή στο δρόμο του θεάτρου, της δημοσιογραφίας & της γραφής

Μια ζωή ανάμεσα στο θέατρο, το ραδιόφωνο, τη δημοσιογραφία και τη γραφή. Υπάρχουν συνεντεύξεις που ακολουθούν τη γνώριμη διαδρομή: ερώτηση, απάντηση, επόμενη ερώτηση. Και υπάρχουν άνθρωποι που, όταν τους ζητήσεις να μιλήσουν για τη ζωή και τη διαδρομή τους, προτιμούν να πάρουν μόνοι τους το τιμόνι. Ο Παύλος Λεμοντζής επέλεξε τον δεύτερο δρόμο. Με αφορμή τη συνέντευξη που του προτείναμε για τη νέα ενότητα «Πρόσωπα» του Σωφέρ Θεάτρου, μας παρέδωσε ένα προσωπικό κείμενο. Μια ελεύθερη αυτοβιογραφική αφήγηση που ξεκινά κυριολεκτικά από έναν δρόμο και διατρέχει δεκαετίες ζωής, δημοσιογραφίας, ραδιοφώνου, τηλεόρασης, θεάτρου, σκηνοθεσίας, θεατρικής κριτικής και συγγραφής.

Επιλέξαμε να σεβαστούμε αυτή τη μορφή. Να μην τεμαχίσουμε την αφήγησή του σε τεχνητές ερωτήσεις και απαντήσεις, αλλά να αφήσουμε τον ίδιο να αφηγηθεί τη διαδρομή του. Άλλωστε, όπως γράφει και ο ίδιος στο τέλος: «Όλα είναι δρόμος». «Είμαι παιδί του δρόμου. Κυριολεκτικά» Είμαι παιδί του δρόμου. Κυριολεκτικά. Η μάνα μου, ετοιμόγεννη, με συνοδεία της μαμής, φορτώθηκαν στο κάρο και τράβηξαν, μέρα μαγιάτικη, για την Ορεστιάδα, να προλάβουν τη γέννα σε γιατρό και σε κρεβάτι. Χοροπήδαγε η ξύλινη καρότσα στον καρόδρομο, ήρθαν οι δυνατοί πόνοι, πήρε την κατάσταση στα χέρια της η μαμή. Έξω από το Φυλάκιο, μικρό χωριό πάνω στον δρόμο, έδωσαν εντολή να κάνει στάση το κάρο. Κραυγές σιγανές η μάνα, γυναίκα δυνατή, δοκιμασμένη στα χωράφια όλη μέρα. Έσφιξε τα δόντια, δάγκωσε κι ένα πανί, μια-δυο σπρωξιές και βγήκα. Μαζί με τη σκέπη.  «Α, ο Ταγκαλάκης», σχολίασε δηκτικά η μαμή. «Τυχερό παιδί θα ’ναι». Γρήγορα τη μάζεψε και την κράτησε για γούρι. Σημάδι τύχης το είχαν το σπάνιο φαινόμενο για παιδιά. Κάνει στροφή το άλογο, πίσω στο χωριό μας. Μαιευτήριο και πολυτέλειες με σεντόνια και νοσοκόμες ξέμειναν στον χωματόδρομο. Φτάσαμε καμιά δόση, σηκώθηκε σβέλτα η λεχώνα μάνα, σαν κάθε πρωινό, κι έβαλε μπουγάδα τα ματωμένα. Κωλοπετσωμένη γυναίκα. Από τότε μέχρι που «έφυγε» ήταν ο μόνος ήρωάς μου. Άξια μάνα. Σπουδαίο θηλυκό! Η Καβάλα, το ραδιόφωνο και το πρώτο θεατρικό «μικρόβιο»: Αλλού γεννήθηκα, αλλού μεγάλωσα, στην Καβάλα, και πού δεν γύρισα, πού δεν πήγα. Ζωή ανάμεικτη με θρανία και δρόμους, ανισόρροπη, δύσκολη, μα έχω τα κότσια και την τσουλάω με το κεφάλι ψηλά. Σάμπως ο μόνος είμαι; Όχι, δα! Η πόλη της Καβάλας με μεγάλωσε με τη μυρωδιά του καπνού μέσα κι έξω από το σπίτι. Καπνεργάτες γονείς κι ένα πράγμα μυστήριο: προσχολικής ηλικίας παιδί, άκουγα μανιωδώς θέατρο στο ραδιόφωνο που έφερε ο πατέρας μια μέρα, το ταίριασε σε μια εταζέρα στον τοίχο, άπλωσε και την κεραία διαγώνια στο ταβάνι να πιάνει σταθμούς, μέχρι Τουρκίας. Αυτή η πρώιμη ραδιοφωνική επαφή με το κλασικό θέατρο στάθηκε καθοριστική για τη συνέχεια. Όταν άρχισα να πηγαίνω με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ στο Φεστιβάλ Φιλίππων, Ε΄-ΣΤ΄ Δημοτικού, δε θυμάμαι επακριβώς, ήξερα ήδη, κουτσά-στραβά, τραγωδίες όπως «Φιλοκτήτης», «Τρωάδες», «Αντιγόνη», «Ιφιγένεια» κι έκανα μετά τον έξυπνο στη δασκάλα. Γελούσε η γυναίκα, αλλά με καμάρωνε κιόλας.

Οι παλιοί σαν κι εμένα σίγουρα θυμούνται τα παιχνίδια της γειτονιάς με τα τσαντίρια, τα σεντόνια-παραβάν και τα σκετσάκια που σκαρώναμε τα βραδάκια. Μικρόβιο, τι να πεις. Στην ακαδημαϊκή μου πορεία δούλεψα ως πτυχιούχος εκτελωνιστής, ύστερα από εξετάσεις στο Υπουργείο Οικονομικών, επειδή τότε η Ελλάδα δεν ήταν μέλος της Ε.Ε. Το επάγγελμα ήταν αυστηρά κλειστό, οι εξετάσεις δύσκολες σε έξι μαθήματα και στη συνέχεια άσκηση σε γραφείο και ξανά εξετάσεις στο υπουργείο για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος. Παράλληλα με την οικογένεια, οι υποχρεώσεις μου μεγάλωσαν, επειδή έτρεχα, ως ανήσυχη φύση, σε οτιδήποτε αφορούσε Τέχνη και Γνώση. Κάθε χρόνο στο Φεστιβάλ Φιλίππων, σε όλες τις παραστάσεις, σε διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις και παρουσιάσεις βιβλίων. Από τα γυμνασιακά μου χρόνια ήμουν σταθερό μέλος του χορευτικού συγκροτήματος του Λυκείου Ελληνίδων Καβάλας και χάρηκα αρκετά ταξίδια σε Ελλάδα και εξωτερικό. Αργότερα συμμετείχα σε διοικητικά συμβούλια πολιτιστικών και δημοτικών φορέων: στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, στη Στέγη Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Καβάλας, ενώ διετέλεσα και πρόεδρος του Συλλόγου Εκτελωνιστών Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και μέλος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εκτελωνιστών. Στο μεταξύ, είχα μια ευχέρεια στο γράψιμο από μαθητής. Το ήξερε ένας εκδότης, ο Δημήτρης Λέντζης, ποιητής, λογοτέχνης με εκδοτικό έργο, δυστυχώς μας άφησε νωρίς. Με πήρε στην εφημερίδα «Ελευθερία», όπου έγραφα άρθρα, κυρίως κοινωνικοπολιτικά. Όταν το 1987 φύσηξε ούριος άνεμος για την «Ελεύθερη Ραδιοφωνία», ο Ευάγγελος Παπαδόπουλος, παλιός δημοσιογράφος της κρατικής τηλεόρασης, άνοιξε τον πρώτο ιδιωτικό ραδιοφωνικό σταθμό στην Καβάλα και τον ονομάτισε «Ράδιο ΕΣΠ», από τα αρχικά γράμματα του ονοματεπωνύμου του. Ο Γιώργος Γανίτης, διευθυντής του σταθμού, με κάλεσε να κάνω μια πρωινή εκπομπή με δικά μου κείμενα και δικά μου τραγούδια, μιας και η δισκοθήκη του ΕΣΠ ήταν πενιχρή. Αντίθετα, εγώ είχα πλούσια τέτοια στο σπίτι μου. Βινύλιο, βέβαια. Ηχογραφημένη η πρώτη εκπομπή αποβραδίς, την επομένη την άκουσα και έβαλα τα γέλια. Δε με αναγνώρισα. Ο αδαής μαθαίνει από τα λάθη του. Στη ζωή προχωράς, σκοντάφτεις, πέφτεις, πληγώνεσαι, πονάς, μαζεύεις δυνάμεις, σηκώνεσαι και προχωράς.

Έτσι έγινε. Αυτοδίδακτος, με μόνο εφόδιο τα ακούσματά μου από το ραδιόφωνο των παιδικών μου χρόνων. Άμα δεν είσαι στάσιμο άτομο, μελετάς, εξελίσσεσαι, πας μπροστά. Έτσι ήρθαν και οι προτάσεις. Συνεργάστηκα για μεγάλα διαστήματα με τους ραδιοφωνικούς σταθμούς «ΗΧΩ», «ΡΑΔΙΟ ΑΛΦΑ», «U.R.P.», μέχρι που καταστάλαξα στον «STOP FM», όπου και έμεινα για 23 χρόνια, φιλοξενώντας στην εκπομπή μου πλήθος ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών από όλη τη χώρα. Ο «STOP FM» ήταν ο μοναδικός ιδιωτικός ραδιοφωνικός σταθμός σε όλη την επικράτεια που τόλμησε να κάνει θεατρικές παραγωγές, επειδή οι τεχνικοί του είχαν άριστες γνώσεις, με μπροστάρη τον ιδιοκτήτη του, Βασίλη Αναστασιάδη. Έτσι, σκηνοθέτησα δύο θεατρικά έργα, τα οποία έκαναν μεγάλη αίσθηση στους ακροατές. Το πρώτο ήταν το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ, με σπουδαστές της δραματικής-μουσικής σχολής που λειτούργησε στην πόλη μας με πρωτοβουλία του τότε καλλιτεχνικού διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, Σταμάτη Κραουνάκη. Ανάμεσά τους η Έλενα Μαυρίδου και η Παρθένα Χοροζίδου. Το δεύτερο ήταν το «Μαχαίρι στο κόκαλο» του Κώστα Μουρσελά. Αργότερα σκηνοθέτησα άλλα δύο θεατρικά στην ΕΡΑ Καβάλας: «Τα ρούχα του βασιλιά» του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και έναν μονόλογο της Μητροπούλου. Άννα Παναγιωτοπούλου, Μαίρη Χρονοπούλου και μικρές ιστορίες του στούντιο: Δεν υπήρξε ποτέ τραγελαφικό περιστατικό σ’ αυτή τη ραδιοφωνική πορεία. Είχα πια αποκτήσει εμπειρία, ήμουν και ετοιμόλογος, έπαρση; Μπα, αλήθεια είναι, τα κατάφερνα πολύ καλά με όποιον είχα δίπλα μου. Ασφαλώς, μελετούσα καθημερινά, πράγμα που εξακολουθώ να κάνω μέχρι σήμερα, για ώρες. Θυμάμαι διάφορα-αδιάφορα, όπως την επιμονή της Άννας Παναγιωτοπούλου να καπνίσει μέσα στο στούντιο, το ίδιο και της Μαίρης Χρονοπούλου. Και το κατάφεραν και οι δυο, παρά τις σθεναρές αντιρρήσεις του ιδιοκτήτη. Θυμάμαι τον Μιλτιάδη Έβερτ, που ήρθε με μια κουστωδία συνοδών, όλοι πίσω από την πόρτα του στούντιο. Τέτοια, μικρά κι ασήμαντα. Από το μικρόφωνο στην τηλεοπτική κάμερα: Το 1992 κλήθηκα από τον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό «ENA CHANNEL», όπου ασχολήθηκα αρχικά με ρεπορτάζ στον δρόμο, ύστερα με σύνταξη ειδήσεων, παρουσίαση δελτίου ειδήσεων και εκπομπές μέσα κι έξω από το κανάλι, για 14 χρόνια. Παράλληλα συνεργάστηκα με τοπικές εφημερίδες, όπως «Ελευθερία», «Καθημερινός Τύπος», «Ξυράφι», «Εβδόμη» και «Ενήμερος», στην οποία αρθρογραφώ έως σήμερα.

Ακόμη, αρθρογράφησα επί σειρά ετών σε πέντε βορειοελλαδίτικα περιοδικά ποικίλης ύλης, τα οποία ανέστειλαν την έκδοσή τους, φυσικά για οικονομικούς λόγους, ενώ μερικά άρθρα μου φιλοξένησε και το περιοδικό «Υπόστεγο» της Στέγης. Οι ορίζοντες άνοιξαν περισσότερο όταν δημιουργήθηκε η ερασιτεχνική ομάδα θεάτρου του Δήμου και κλήθηκε η σκηνοθέτρια Ελένη Πήτα από το ΚΘΒΕ να την αναλάβει. Εξαιρετικός θησαυρός γνώσεων για μένα. Έπαιξα σε αρκετές παραστάσεις επαγγελματικού επιπέδου στη δεκαετία 1980-1990. Αργότερα, ως μέλος του Δ.Σ. της Στέγης Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών, είχα αναλάβει το Θεατρικό Εργαστήρι της Στέγης. Ανέβασα, ως σκηνοθέτης, παραστάσεις όπως το «Θοδωρής ετών 33 μ.Χ.» των Γ. Ριζόπουλου και Ε. Μπαλωμένου, το «Τίποτα» του Ευδόκιμου Τσολακίδη, το «Μικρό Ροκέ» με κείμενα της Κωνσταντίνας Βαδάση και δικά μου και το «Στην ίδια Πόλη», σπονδυλωτό έργο με κείμενα Ελλήνων συγγραφέων. Όταν στο νέο Δ.Σ. που προέκυψε στη συνέχεια δεν εξελέγην, συγκρότησα μια θεατρική ομάδα, τη «Χ-οδός», η οποία σημείωσε σημαντική παρουσία στα πολιτιστικά δρώμενα της ευρύτερης περιοχής. Το όνομα «Χ-οδός» είχε διττή ερμηνεία. Αφενός σήμαινε την άγνωστη οδό, αφετέρου την έξοδο που υπαινισσόταν. Η «Χ-οδός» και το Φεστιβάλ Φιλίππων: Ο τότε καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, Θοδωρής Αμπαζής, έδωσε την ευκαιρία στις ομάδες να ετοιμάσουν θεατρικές παραστάσεις ως promotion των έργων που ανέβαζε το ΔΗΠΕΘΕ, τις οποίες παρουσίασαν σε διάφορα σημεία της πόλης. Δουλέψαμε πάνω σε έργα Τσέχωφ, Σαίξπηρ και δικής μας επινόησης. Ο επόμενος καλλιτεχνικός διευθυντής, Θοδωρής Γκόνης, μου ζήτησε να πάρω μέρος με την ομάδα «Χ-οδός» στις παράλληλες εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Φιλίππων, μέσα στην εκάστοτε θεματική του. Παρουσίασα το «Παπαδιαμάντη Φως», μια συρραφή αποσπασμάτων του μεγάλου Σκιαθίτη συγγραφέα, το «Έλα απόψε στου Θωμά» με κείμενα που μου εμπιστεύτηκε ο Θωμάς Κοροβίνης και με τον ίδιο παρόντα στην πρεμιέρα, το «Χαμογέλιο Θλίψη» με λόγια δικά μου και το «Επειδή και διά ταύτα» με κείμενα Ελλήνων συγγραφέων, όλα σε διασκευή και σκηνοθεσία μου. Η ομάδα ανέβασε ακόμη έργα σε καφέ-μπαρ, υπαίθριους χώρους και στο Δημοτικό Θέατρο «Αντιγόνη Βαλάκου».

Ταυτόχρονα παρακολουθούσα παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, φυσικά στην Καβάλα και όλες τις παραστάσεις του Φεστιβάλ Φιλίππων. Άλλωστε, το Φεστιβάλ Φιλίππων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία γνώσης και εκπαίδευσης γύρω από το αρχαίο δράμα στην Ελλάδα, λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στην ακαδημαϊκή έρευνα, τη θεατρική πράξη και το ευρύ κοινό. Μεγάλο σχολείο για μένα. Στο μεταξύ, δε σταμάτησα να μελετώ θέατρο. Θεωρία, συγγραφείς, έργα και να γράφω κριτικές, εφόσον ήδη είχα δει εκατοντάδες παραστάσεις. Η συνεχής θέαση και η ενασχόληση με την τέχνη του θεάτρου από μέσα είναι το καλύτερο εργαλείο για όποιον θέλει να μάθει και να ασχοληθεί, είτε επαγγελματικά είτε ερασιτεχνικά, με αυτήν. Παρότι το θέατρο είναι μια θνησιγενής τέχνη, επειδή γεννιέται και πεθαίνει την ίδια στιγμή, κάποιοι θεατές καταφέρνουν να κρατήσουν στο θυμικό τους σπουδαίες παραστάσεις. Η απουσία μονιμότητας δε μ’ εμπόδισε να αποθηκεύσω στη μνήμη μου μερικές. Το «Γκιάκ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη από το ΚΘΒΕ, τα «Γράμματα Αγάπης στον Στάλιν» του Χουάν Μαγιόρκα σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυλωνά, το «Σλάντεκ» του Έντεν φον Χόρβατ σε σκηνοθεσία Θάνου Νίκα, το «Κάποιος να με προσέχει» του Frank McGuinness σε σκηνοθεσία Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, το «1984» του Όργουελ με τον Γιώργο Παπαγεωργίου, το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιαννοπούλου, οι φετινές «Τρωάδες» του Ευριπίδη από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Σίγουρα κι άλλα που δε χωράνε εδώ. Κι όμως, αυτή ακριβώς η αδυναμία να «αιχμαλωτιστεί» πλήρως το θέατρο σε ένα υλικό αντικείμενο ή σε μια οθόνη είναι που το κάνει μοναδικό, ζωντανό και αναντικατάστατο. Η ανάγνωση μιας εικόνας ή μιας σειράς από ένα μικρό ή μεγάλο σύνολο θεατών δε συνεπάγεται αυτονόητο συμπέρασμα. Ο καθένας εισπράττει ό,τι του επιτρέπουν οι γνώσεις του, οι εμπειρίες του, η διάθεσή του τη δεδομένη στιγμή της θέασης. Εκπλήσσομαι πολλές φορές όταν σε μια παράσταση βλέπω κι ακούω συνθεατές μου να γελούν, ενώ εγώ δε βρίσκω κανένα αστείο στη δράση. Άρα, έχω εντελώς διαφορετική κριτική ματιά. Το θεωρώ απολύτως λογικό να γελάει το κοινό και λυπάμαι που έχω μια αγκύλωση στο θέμα του χιούμορ. Το καλό και πνευματώδες που αγαπώ εγώ απέχει χιλιόμετρα από αυτό των κωμωδιών «fast food» που συνταράσσει μια αίθουσα. Είναι απαραίτητο να πάω διαβασμένος στο θέατρο κάθε φορά. Μελετώ πριν από τη θέαση και μετά από αυτήν, για να γράψω άρθρο, έστω κι αν έχω δει αρκετές φορές το έργο από άλλες υπογραφές. Επικεντρώνομαι στο κριτικό μου κείμενο περισσότερο στην ανάλυση του έργου και λιγότερο στη δομή της παράστασης. Πολύ σπάνια θα γράψω αρνητικά για μια δουλειά συνόλου, από σεβασμό στον κόπο των εργατών του θεάτρου. Ενστάσεις θα καταθέσω, αλλά με πολύ κομψό τρόπο, ευγενικά και με καθόλου εμπάθεια. Είναι πλέον καθεστώς να γράφουν οι θεατές τις εντυπώσεις τους σε έντυπα ηλεκτρονικού τύπου για μια παράσταση, οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο του γράφοντος. Δε μ’ ενοχλεί διόλου. Το βρίσκω θεμιτό. Όλοι κρινόμαστε κι όλοι έχουμε δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση. Όσο για τα Δελτία Τύπου, έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα και καλώς αναρτώνται στις ιστοσελίδες.

Στην περιφέρεια γενικά, ο δημοσιογραφικός κόσμος ασχολείται με πολλά αντικείμενα. Δε νομίζω ότι υπάρχει ειδίκευση στον πολιτιστικό τομέα. Για ένα ιδιωτικό μέσο ενημέρωσης είναι πολυτέλεια να διαθέτει έμψυχο υλικό σε κατηγορίες. Πλέον καταναλώνω πολλές ώρες στο διάβασμα και στο γράψιμο. Γράφω άρθρα, κριτικές, διηγήματα και θεατρικά έργα. Στην Καβάλα έχω ανεβάσει έργα που απαιτούσαν διασκευή. Για παράδειγμα, στο «Πάλι Καλά» του Κατσικονούρη δούλεψα το μοτίβο του συγγραφέα, αλλά με εντελώς διαφορετικό θέμα, επειδή η παράσταση ήταν προσφορά της ομάδας «Χ-οδός» στο ΚΕΘΕΑ και προσαρμόστηκε η ιστορία στις ανάγκες της, με ένα δικό μου κείμενο: υποστήριξη ανθρώπων που αγωνίζονται να απεξαρτηθούν από τα ναρκωτικά. Έχω δουλέψει και παρουσιάσει σε θέατρα και καφέ-μπαρ μουσικοθεατρικές παραστάσεις με τη συνεργασία ντόπιων μουσικών. Στη Θεσσαλονίκη ανέβηκε με επαγγελματίες καλλιτέχνες ένα έργο μου: «Κλυταιμνήστρα, η (έ)κλυτη βασίλισσα», στο θέατρο «ΑΘΗΝΑΙΟΝ». Χρειάστηκα πολύ χρόνο για να το ετοιμάσω στη μορφή μιας παράστασης για το κοινό. Ποίηση, άρθρα, ομιλίες, σύγχρονα κείμενα, βίντεο, εικαστική τέχνη και μουσική συνέθεσαν ένα θεατροποιημένο οδοιπορικό της Κλυταιμνήστρας, από την πρώτη εμφάνισή της στο αρχαίο δράμα ως την τελευταία της, μέσα από αρχαία μεταφρασμένα κείμενα αλλά και σύγχρονα δικά μου. Στις μέρες που διανύουμε ασχολούμαι με τη συγγραφή ενός νέου θεατρικού έργου κανονικής διάρκειας. Με προσοχή στη λεπτομέρεια και χωρίς βιασύνη. Έχω βραβευτεί σε έναν πανελλήνιο διαγωνισμό μονόπρακτου και σε τέσσερις διηγήματος. Ηθική ικανοποίηση είναι αυτά τα βραβεία και τίποτα περισσότερο. Για να γίνω σαφέστερος, στην πόλη μου έχουμε ΔΗΠΕΘΕ.

Η καλλιτεχνική διευθύντρια δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για ντόπιες πένες, παρότι διανύει τη δεύτερη τριετία της, και νομίζω ότι αυτό συμβαίνει παντού, επειδή όλα του είδους «μαγαζιά» λειτουργούν με το κύκλωμά τους. Μάλιστα, σε μια συνέντευξή μου με έναν θιασάρχη έθεσα παρόμοια ερώτηση και μου απάντησε ότι «είναι ασφαλές γι’ αυτόν να συνεργάζεται μόνο με άτομα που γνωρίζει και εμπιστεύεται». Μοιάζει με σοβαρή δικαιολογία, αλλά είναι άλλοθι, αν σκεφτούμε ότι δεκάδες σχολές δραματικής τέχνης πουλάνε, ουσιαστικά, πτυχία σε νέους φερέλπιδες ηθοποιούς, η πλειονότητα των οποίων καταλήγει στην ανεργία. Στο πέρασμα των χρόνων έχω συνομιλήσει μέσω των ερτζιανών και στο γυαλί με σπουδαίους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Πολλοί από αυτούς δε ζουν πια και είμαι ευτυχής που τους γνώρισα εκ του σύνεγγυς. Σ’ ένα ανθολόγιο συνεντεύξεών μου, ας πούμε, θα μπορούσε κανείς να συναντηθεί με εμβληματικά πρόσωπα, να βυθιστεί σε ενδιαφέρουσες απόψεις για πολιτική, τέχνη και κοινωνία, σε αναπάντεχες εξομολογήσεις, σε αιρετικές τοποθετήσεις, σε ένα ομαδικό πορτρέτο, εντέλει, για μια «αριστοκρατική» εποχή που διαπέρασε την κρησάρα του χρόνου, για να μην αποτυπωθεί ποτέ σε βιβλίο, δυστυχώς. Έχω ένα τεράστιο αρχείο που θα πάει στα σκουπίδια όταν φύγω. Θα ήθελα πολύ να είχα γνωρίσει τον Κουν και τον Γεωργουσόπουλο, των οποίων τα βιβλία έχω ξεκοκαλίσει. Θα συνεχίσω να διαβάζω και να γράφω όσο το μυαλό κρατά τη διαύγειά του. Θα εύχομαι πάντα να ξεφύγουν οι πόλεις, σαν τη δική μου, από τη μιζέρια και την ταυτότητα του «δικού μας». Επιτρέψτε μου να πω, έστω κι αν φαντάζει κομπορρημοσύνη, ότι μια πολυσχιδής προσωπικότητα, ένας άνθρωπος με ταλέντα, ενδιαφέροντα και γνώσεις, και η «ταπεινότητα» είναι ένα βαθύ φιλοσοφικό και ψυχολογικό ζήτημα. Η ταπεινότητα είναι αυτή που μετατρέπει τον θαυμασμό των άλλων σε αληθινή εκτίμηση. Αν αναρωτηθείτε: «Συμβαίνει και σε σένα αυτό;», θα απαντήσω ναι. Το εισέπραξα και το εισπράττω και, μακάρι, να συνεχιστεί. Γιατί να μην το παραδεχτώ δημόσια; Στην ηλικία που έφτασα και με βάση τα πεπραγμένα μου, που δεν είναι δυνατόν να τα απαριθμήσω με ακρίβεια, τολμώ να το πω, το δικαιούμαι κι ας στεναχωρηθούν μερικοί. Σάματις ο πρώτος είμαι που κρίνομαι θετικά κι αρνητικά; Ε, όχι δα! Άλλωστε, «Όλα είναι δρόμος». Είχε τόσο δίκιο ο Παντελής Βούλγαρης όταν γύρισε εκείνη τη θαυμάσια ταινία του…

Πηγή: sofertheatrou.gr

Προηγούμενο άρθρο

ΝΙΚΗ: «Το Νοσοκομείο Καβάλας δεν θα γίνει ένα δεύτερο Νοσοκομείο Δράμας»