Σε αυτή τη μακρά του διαδρομή στη μουσική ο Διονύσης Σαββόπουλος επισκέφθηκε πολλές φορές το Νομό μας. Τραγούδησε στο αρχαίο θέατρο Θάσου, στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων, στην κεντρική πλατεία (τελευταία φορά τον Μάη του 2018). Εμφανίστηκε το 1993 στο Παλιό Ωδείο. Φωτογραφία αρχείου από επίσκεψη του στην Καβάλα τη δεκαετία του 2000. Γεύμα στον τότε Μιχαλάκη με τον Στάθη Εριφυλλίδη (Απρίλιος του 2006).
Έγραψαν για τον Διονύση Σαββόπουλο
Νίκος Παναγιωτόπουλος: « Ένας άνθρωπος που κατάφερε να χωρέσει μέσα του ολόκληρη την Ελλάδα. Από το φορτηγό της Θεσσαλονίκης ως την Πλάκα, από τα τραγούδια της αμφισβήτησης ως τα τραγούδια της ωριμότητας, από το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη» ως το «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας», ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν υπήρξε ποτέ βολικός. Ήταν ποιητής, σατιρικός, αντιφατικός, βαθιά Έλληνας. Έσπασε τα στερεότυπα της μουσικής και της πολιτικής, ένωσε τη λαϊκή ψυχή με τη ροκ γενιά, μίλησε για την ελευθερία, την πίστη, την αμφιβολία, την Ελλάδα που αλλάζει.
Κάποτε έγραψε «Κρατήστε λοιπόν το τραγούδι και αφήστε εμένα. Τι σημασία έχει;». Μα το τραγούδι και ο άνθρωπος έγιναν ένα. Σήμερα αποχαιρετούμε τον δημιουργό που μας έμαθε να ακούμε λίγο πιο προσεκτικά, τον εκδρομέα του ’60 που συνεχίζει να ταξιδεύει μέσα μας. Καλό σου ταξίδι, Νιόνιο. Η Ελλάδα που τραγούδησες, θα σε τραγουδά για πάντα».
Γιάννης Πασχαλίδης: « Αποχαιρετούμε τον τραγουδοποιό που μετέφερε σε στίχους και τραγούδια τις ανέμελες και μη στιγμές της νιότης μας. Ο Διονύσης Σαββόπουλος κατάφερνε με τους στίχους και τις μελωδίες του να μας παίρνει από την πραγματικότητα και να μας ταξιδεύει σε πιο ρομαντικές περιοχές. Ο λόγος του επίσης σε στιγμές κρίσιμες για τη χώρα και τη κοινωνία ήταν ενωτικός ήπιος. Ο Θεός να αναπαύσει τη ψυχή του».
Στέλλα Αργυρίου: « Όταν ήμουν μικρή κάθε Κυριακή πρωί, η μαμά μου έβαζε τη Συννεφούλα. Ήταν η δική μας ιεροτελεστία. Το σπίτι μύριζε καφέ, το φως απλωνόταν μαλακά στις κουρτίνες, κι εγώ περίμενα τη στιγμή που θα ακουγόταν η πρώτη κιθάρα.
«Είχα, είχα μια αγάπη, αχ καρδούλα μου…». Η φωνή του Διονύση Σαββόπουλου γέμιζε το δωμάτιο, κι εμείς την ακολουθούσαμε, η μαμά να τραγουδάει σιγανά, εγώ να προσπαθώ να προλάβω τους στίχους, να χωρέσω τη φωνή μου μέσα στη δική της. Δεν ήξερα τότε τι σημαίνει «είχα μια αγάπη». Ήξερα μόνο ότι εκείνη τη στιγμή την είχα: τη μαμά μου, τη μουσική, τη θαλπωρή της Κυριακής. Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως αυτό το τραγούδι δεν ήταν απλώς μια μελωδία, ήταν μια ανάμνηση αγάπης. Ήταν ο τρόπος της μαμάς να μου πει «άκου την ψυχή μου», χωρίς να χρειάζεται να πει τίποτα άλλο. Κι έτσι, σήμερα που μαθαίνω πως ο Διονύσης Σαββόπουλος έφυγε, νιώθω πως έσβησε ένα φως από τις Κυριακές μου. Μα την ίδια στιγμή, νιώθω κι ευγνωμοσύνη, γιατί η φωνή του έγινε το soundtrack της παιδικής μου ασφάλειας, της τρυφερότητας που μόνο μια μάνα ξέρει να χαρίζει. Ο αποχαιρετισμός μου δεν έχει σιωπή, έχει μουσική. Γιατί κάπου μέσα μου, εκεί που φυλάω τις πιο πολύτιμες Κυριακές, η μαμά μου ακόμα χαμογελά, κι ο Σαββόπουλος ακόμα τραγουδά».

