Κρατώ σ’ δεξίν μ’ το χέρ’ μίαν φωτογραφίαν και κοιτώ ατέν· κι η ψ̌ή μ’ γυρίζει οπίσ’· σην Κερασούνταν, σον Πόντον, εκεί που έμνεν η καρδία μ’.
Γεννήθηκα το 1920, στη μακρινή Κερασούντα του Πόντου. Με λένε Παύλο Παπαδόπουλο. Αν κοιτάξω πίσω τη ζωή μου, θαρρώ πως θα μπορούσε να γίνει βιβλίο. Μα δεν τα λέω για να παινευτώ. Τα λέω γιατί όσα έζησα ήταν πολλά και βαριά.
Ξεριζωμός. Πόλεμος. Πείνα. Φόβος. Αγώνας. Μα και αξιοπρέπεια, προκοπή, οικογένεια. Μια ζωή γεμάτη φουρτούνες· η ζωή ενός ανθρώπου που πάλεψε και δεν λύγισε.
Όλα άρχισαν στον Πόντο, στην Κερασούντα. Εκεί όπου η καρδία μ’ έμεινεν πάντα. «Η πατρίδα εν μάνα», έλεγαν οι παλιοί, κι εγώ το ένιωσα βαθιά. Οι γονείς μου, ο Όμηρος και η Φωτεινή, ήταν άνθρωποι αρχοντικοί, εύποροι και γνωστοί στην περιοχή. Το σπίτι μας ήταν μεγάλο, με υπηρέτες και ιπποκόμους για τα άλογα. Θυμάμαι πως το να μάθει κανείς πιάνο ήταν τότε πολυτέλεια για λίγες οικογένειες.
Μα η ιστορία δεν ρωτά κανέναν. Το οθωμανικό καθεστώς μάς ανάγκασε να αφήσουμε περιουσίες, σπίτια και υπάρχοντα. Να φύγουμε όπως όπως, με μια βαλίτσα στο χέρι, κρατώντας περισσότερο φόβο παρά ρούχα. Για να γλιτώσουμε τη σφαγή. Θυμούμαι τις πόρτες που έκλεισαν πίσω μας χωρίς να ξέρουμε αν θα τις ξαναδούμε, τις μάνες που έσφιγγαν τα παιδιά τους στην αγκαλιά και τους γέρους που γύριζαν το βλέμμα πίσω, σαν να αποχαιρετούσαν όλη τους τη ζωή.
Κι όμως, μέχρι τότε ζούσαμε αρμονικά με τους Τούρκους της περιοχής. Μέσα σε μια νύχτα όλα ήρθαν τα πάνω κάτω. Οι άλλοτε «φίλοι» άρπαξαν τις περιουσίες των Ποντίων και μας άφησαν να φύγουμε με την «υπόσχεση» πως δεν θα μας σφάξουν. Έλεγα συχνά: «Ο Τούρκος έχει την εμπιστοσύνη και την μπέσα στο γόνατο».
Ατό το βάρος το κουβάλησα μέσα μου. Γιατί ό,τι γράφει η ιστορία, δεν ξεγράφει· κι ό,τι χάνει ο άνθρωπος από την πατρίδα του, το κουβαλά για πάντα μέσα στην ψ̌ήν ατ’.
Ήμουν περίπου δύο χρονών όταν ήρθα με την οικογένειά μου στην Ελλάδα. Ριζώσαμε στην Καβάλα, όσο μπορεί να ριζώσει ένας άνθρωπος που άφησε πίσω του πατρίδα, σπίτι και μνήμες. Μας έδωσαν μια έκταση στον Δύσβατο, ανατολικά της πόλης. Εκεί ξεκινήσαμε πάλι από την αρχή.
«Ση ζωήν θέλ’ καρδίαν», έλεγα μέσα μου. Με κόπο, ιδρώτα και πείσμα, η ζωή πήρε σιγά σιγά τον δρόμο της.
Γίναμε καλλιεργητές καπνού, όπως τόσοι άνθρωποι τότε στην Καβάλα. Μα η μοίρα δεν είχε τελειώσει μαζί μας. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος χτύπησε και τη δική μου πόρτα.
Επιστράτευση.
Ήμουν είκοσι ένα όταν κατατάχθηκα στον Ελληνικό στρατό. Μας φόρτωσαν σε μεταγωγικό καράβι, μαζί με χιλιάδες άλλους νέους, για να υπερασπιστούμε την Κρήτη.
Ταξιδέψαμε νύχτα, για να γλιτώσουμε από τα γερμανικά υποβρύχια. Ήμασταν στοιβαγμένοι στα αμπάρια, αμίλητοι. «Δεν μιλάει κανείς, δεν αναπνέει κανείς», μας είπαν. Κάθε τόσο ακούγαμε εκρήξεις από πλοία που χτυπιούνταν πριν προλάβουν να φτάσουν.
Στο Ηράκλειο με έκαναν πολυβολητή. Εγώ, ένα παιδί είκοσι ενός χρονών, καλά καλά δεν είχα πιάσει όπλο. Η διαταγή ήταν απλή και σκληρή:
«Παύλο, ό,τι πέσει από τον ουρανό, το ρίχνεις».
Ύστερα ήχησαν οι σειρήνες. Ο ήλιος χάθηκε και ο ουρανός της Κρήτης γέμισε αλεξιπτωτιστές. Όπλισα και άρχισα να αδειάζω τη μία δεσμίδα μετά την άλλη. «Οικονομία, Παύλο», φώναζε ο λοχαγός, «να φτάσουν για όλους οι σφαίρες». Κι εγώ, με την ψ̌ή μ’ στο στόμα, έκανα ό,τι έπρεπε.
«Ο Θεόν να φυλάει», σκεφτόμουν.
Η άμυνα στην αρχή άντεξε. Μα η γερμανική πολεμική μηχανή δεν τελείωνε. Τα κύματα των αλεξιπτωτιστών διαδέχονταν το ένα το άλλο. Εμείς, λίγοι και σχεδόν γυμνοί από εξοπλισμό, αρχίσαμε να υποχωρούμε. Κοντά σε έναν λόφο, ο λοχαγός διέταξε επίθεση και βγήκε πρώτος. Μια ριπή ακούστηκε. Έπεσε νεκρός, χτυπημένος στο κεφάλι.
Τρέξαμε να σωθούμε και βρήκαμε καταφύγιο σε ένα μοναστήρι. Εκεί μείναμε αρκετές μέρες, ώσπου μαθεύτηκαν τα άσχημα νέα. Η Κρήτη είχε πέσει.
Με τον φόβο της εκτέλεσης πάνω από το κεφάλι μας, παραδοθήκαμε σε γερμανικά περίπολα. Μας οδήγησαν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στο Ηράκλειο.
Μας έδιναν τροφή και νερό, μα ο όρος ήταν ένας: καμία απόπειρα απόδρασης. Η τιμωρία ήταν άμεση. Εκτέλεση.
Κάποιοι προσπάθησαν να φύγουν. Τους έπιασαν και τους εκτέλεσαν μπροστά μας. Εγώ όμως δεν μπορούσα να συμβιβαστώ. Ήθελα να φύγω. Ήθελα να ζήσω.
«Παναΐα μ’, φύλαξόν με», έλεγα από μέσα μου.
Η ευκαιρία ήρθε από Κρητικοπούλες που έφερναν κρυφά παραδοσιακές φορεσιές στους αιχμαλώτους. Μια μέρα ήρθαν δύο κοπέλες, μου έδωσαν ρούχα, ντύθηκα γρήγορα και τις πήρα αγκαλιά, προσποιούμενος τον μεθυσμένο. Βγήκα από το στρατόπεδο χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτα.
Με έκρυψαν στο υπόγειο του σπιτιού τους ώσπου να περάσει ο κίνδυνος. Έπειτα ξεκίνησα για το Ηράκλειο, ψάχνοντας τρόπο να γυρίσω στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Στο Ηράκλειο γνώρισα τον Άλφρεντ, έναν Αυστριακό αξιωματικό που δούλευε σε φούρνο επιταγμένο από τους Γερμανούς. Έμεινα κοντά του σχεδόν δύο χρόνια. Κρυφά κουβαλούσα ψωμιά σε οικογένειες Κρητικών, με τον φόβο των περιπόλων.
«Άμον νύχτα δίχως φέγγος» ήταν εκείνες οι μέρες, μα ο άνθρωπος κρατιέται από την ελπίδα.
Όταν άρχισαν τα νέα για την υποχώρηση των Γερμανών, κατάλαβα πως είχε φτάσει η ώρα της επιστροφής. Ο Άλφρεντ μού έδωσε τροφή, νερό και οδηγίες για τα Χανιά. Από εκεί, με ένα μικρό βαρκάκι, φύγαμε νύχτα τέσσερις άνθρωποι. Κωπηλατώντας ασταμάτητα, φτάσαμε εξαντλημένοι στα Αντικύθηρα και ύστερα στα Κύθηρα. Κρυφτήκαμε για καιρό, ψαρεύαμε και τρώγαμε ό,τι μας έδινε η θάλασσα. Όταν μάθαμε πως οι Ιταλοί είχαν φύγει, συνεχίσαμε. Με καΐκι πήγαμε στον Πειραιά και από εκεί στην Αθήνα.
Στην Αθήνα βρήκα έναν μακρινό μου θείο, ξεριζωμένο κι αυτόν από τον Πόντο. Μου έδωσε χρήματα και με έβαλε σε φορτηγό με πορτοκάλια για τη βόρεια Ελλάδα. Έπειτα από τρία χρόνια, ίσως και περισσότερο, έφτασα στην Καβάλα. Με είχαν για νεκρό. «Εγώ επέστρεψα, μάνα μ’, μη κλαις άλλο», θυμάμαι να λέω.
Ύστερα η ζωή ξανάρχισε. Καλλιέργησα καπνό, δούλεψα σε Αμερικανική αποθήκη, έπαιξα ποδόσφαιρο στους Φιλίππους Καβάλας ως αμυντικός. Στο ημίχρονο, θυμάμαι, όλη η ομάδα δικαιούνταν μία γκαζόζα. Μία γκαζόζα για έντεκα ανθρώπους.
Έπαιξα περίπου επτά χρόνια, οι εφημερίδες έγραψαν για το ήθος και την απόδοσή μου, κι όταν σταμάτησα να αγωνίζομαι, έγινα διαιτητής. Δεν έφυγα ποτέ αληθινά από τα γήπεδα.
Μετά, ένας καπνέμπορας μού εμπιστεύτηκε τη διαχείριση μιας καπναποθήκης. Εκεί άλλαξε η ζωή μου. Ανάμεσα στις εργάτριες ξεχώρισα τη Σμαρούλα. Την αγάπησα και την παντρεύτηκα. Έγινε η γυναίκα μου, το στήριγμά μου, ο άνθρωπός μου. Μαζί αποκτήσαμε δύο παιδιά, τον Όμηρο και την Ολυμπία. Αργότερα προσλήφθηκα στη Δ.Ε.Η., όπου εργάστηκα μέχρι τη συνταξιοδότησή μου.
Αυτά είναι, με λίγα λόγια, όσα χωρούν από τη ζωή μου. Ήμουν ένα παιδί του Πόντου, ένας ξεριζωμένος άνθρωπος που γνώρισε πείνα, πόλεμο, αιχμαλωσία και αγωνία, μα στάθηκε όρθιος. Από το μηδέν πάλεψα να ξαναφτιάξω τη ζωή μου και να δημιουργήσω οικογένεια.
Αν κάτι θέλω να μείνει από την πορεία μου, είναι αυτό: να κρατά ο άνθρωπος την αξία του, την ηθική του και την οικογένειά του. Γιατί, όπως λέγαμε στον Πόντο, «ο άνθρωπον άμα κρατεί την τιμήν ατ’, έν’ πάντα πλούσιος».

Αυτά τα λίγα λόγια για τη ζωή μου.
Εγώ, ο Παύλος Παπαδόπουλος· έναν παιδίν τη Κερασούντας, που η καρδία τ’ έμεινεν πάντα στον Πόντον.
«Σ’ α παιδία μ’ και σ’ α εγγόνια μ’, απ’ αδά ψηλά που σας θωρώ και καμαρώνω σας, αφήνω την ψ̌ή μ’ και την ευχή μ’.»

Παύλος Παπαδόπουλος
Κείμενο του Κώστα Παπάζογλου, από τις διηγήσεις του παππού του
Επιμέλεια κειμένου: Άγγελος Τσανάκας

