Κοιτάζω όλα τα άσχημα που συμβαίνουν γύρω μας τούτη την εποχή, πάνω σ’ αυτή την όμορφη, γαλάζια κουκκίδα που ζούμε και που λέγεται Γη, και σκέφτομαι πως κάποτε ο κόσμος θα γεμίσει αερικά. Όχι από εκείνα που μας έλεγαν πως κατοικούν στα παραμύθια. Μα από κείνα που γεννιούνται κάθε φορά που ένας άνθρωπος αρνείται να σκύψει το κεφάλι, να καταπιεί την αδικία, να κάνει πως δεν βλέπει, μόνο και μόνο για να έχει ήσυχο το κεφάλι του.
Θα είναι όλοι εκείνοι που δεν βολεύτηκαν στα μέτρα των «καθωσπρέπει». Που είπαν όχι, ακόμη κι όταν ήξεραν πως θα το πληρώσουν. Που μίλησαν όταν κάποιοι άλλοι σώπαιναν και που δεν μπόρεσαν να κάνουν πως δεν άκουσαν, πως δεν είδαν, πως δεν κατάλαβαν. Δεν ήταν πάντα γενναίοι αυτοί οι άνθρωποι. Μπορεί να φοβήθηκαν, να κουράστηκαν, να απογοητεύτηκαν, να είπαν κι αυτοί κάποτε πως δεν γίνεται τίποτα. Μα κάτι μέσα τους δεν τους άφηνε να ησυχάσουν. Κάτι που δεν ήξεραν ίσως να το εξηγήσουν, μα που δεν μπορούσαν να προδώσουν. Αυτοί θα γίνουν τα αερικά του κόσμου και θα τριγυρίζουν τις νύχτες στις συνειδήσεις εκείνων που σκοτώνουν, που εγκληματούν, που ασκούν κάθε λογής βία στο όνομα δήθεν του ανθρώπου. Θα στέκονται δίπλα στους κατατρεγμένους, στους ξεχασμένους, σ’ εκείνους που έμαθαν να ζουν με το κεφάλι σκυμμένο, όχι γιατί το θέλησαν, μα γιατί δεν μπορούσαν, γιατί δεν είχαν άλλη επιλογή. Και δεν θα τους μιλούν για εκδίκηση. Θα τους θυμίζουν μονάχα πως δεν είναι μόνοι. Πως υπήρξαν κι άλλοι πριν απ’ αυτούς που δεν δέχτηκαν το άδικο, που δεν μπέρδεψαν την υπακοή με την αρετή, όπως ήθελαν να τους κάνουν να πιστεύουν εκείνοι που στέκονταν ψηλά και μοίραζαν τους κανόνες στους άλλους. Γιατί αυτό είναι που με πονάει περισσότερο. Όχι μονάχα η αδικία, μα το πόσο εύκολα τη συνηθίζουμε. Πόσο γρήγορα μαθαίνουμε να προσπερνάμε τον πόνο του άλλου, να χαμηλώνουμε τα μάτια, να λέμε «έτσι είναι ο κόσμος» και να συνεχίζουμε τη ζωή μας. Μα όχι. Δεν μπορεί να είναι μονάχα αυτός ο κόσμος. Δεν πιστεύω πως οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυνατούς και αδύναμους, σε σπουδαίους και ασήμαντους, σε κείνους που έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν και σε κείνους που πρέπει να υπακούν. Αν πρέπει οπωσδήποτε να τους χωρίσουμε, εγώ θα τους χώριζα αλλιώς. Σ’ εκείνους που ένιωσαν κάποτε τον πόνο του άλλου σαν δικό τους και σ’ εκείνους που μπόρεσαν να τον προσπεράσουν. Κι όσο υπάρχει έστω κι ένας άνθρωπος που δεν συμβιβάζεται με το άδικο, δεν μπορεί να νικήσει το σκοτάδι. Μια σπίθα χρειάζεται μονάχα. Και ξέρω καλά πως κάποτε θα φύγουμε όλοι. Οι φωνές μας θα χαθούν, τα ονόματά μας θα ξεχαστούν. Έτσι γίνεται. Κανείς δεν μένει για πάντα. Μα κάτι λέω πως θα μείνει από εμάς. Μια κουβέντα που είπαμε κάποτε. Ένα χέρι που απλώσαμε. Μια άρνηση να δεχτούμε το άδικο, μια μικρή πράξη που μπορεί εμείς να ξεχάσαμε, μα κάποιος άλλος την κράτησε μέσα του και πήρε δύναμη απ’ αυτήν. Μικρές ή μεγάλες ανυπακοές, εκεί που έπρεπε να πούμε όχι και το είπαμε. Κι ίσως αυτό να είναι τελικά η παρακαταθήκη μας. Ίσως αυτά να είναι τα αερικά. Άνθρωποι που όσο ζούσαν δεν κατάφεραν να τους υποτάξουν εκείνοι που ήθελαν να τους πείσουν πως ξέρουν καλύτερα το καλό τους. Άνθρωποι που δεν έμαθαν να βολεύονται με το άδικο, όσο κι αν τους κόστισε. Κι όταν φύγουν, κάτι θα αφήσουν πίσω τους. Μπορεί να μην το μάθουν ποτέ. Μπορεί να μην το δουν. Κάπου, όμως, κάποιος θα θυμηθεί πως κάποτε ένας άνθρωπος δεν σώπασε. Πως κάποιος στάθηκε δίπλα του όταν όλοι οι άλλοι έκαναν πως δεν τον έβλεπαν. Και μπορεί αυτό να είναι αρκετό για να μη σκύψει κι εκείνος το κεφάλι. Αυτά λέω πως είναι τα αερικά του κόσμου, τα αερικά της ανυπακοής. Κι αυτά, δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν δικαίωση…
Καβάλα 21/10/2026
Άγγελος Τσανάκας


