Τι λέμε στη βόρεια Ελλάδα (και τι εννοούμε…)

 Τι λέμε στη βόρεια Ελλάδα (και τι εννοούμε…)

Έχουμε κάμποσες λέξεις, φράσεις και εκφράσεις στη Μακεδονία, Ανατολική και Δυτική, όπως και στη Θράκη, που δεν συνηθίζονται στην υπόλοιπη Ελλάδα.


Λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούν στη Βόρεια Ελλάδα και τι σημαίνουν

Μια φίλη από Βόρεια (Ελλάδα) μου είπε ότι είχανε τρομάξει οι άλλες μαμάδες στο σχολείο της κόρης της, όταν κάποτε τους πρότεινε να καπλαντίσουνε τα βιβλία των παιδιών τους παρέα: η λέξη είναι εντελώς Βόρεια, μου θύμισε τα μαθητικά μου χρόνια στη διάρκεια των οποίων καπλαντίζαμε ή και καΜΠλαντίζαμε (=ντύναμε με μπλε χαρτί ή, αργότερα, με διαφανές αυτοκόλλητο) τα σχολικά βιβλία – το κάναμε αυτό σε Καβάλα, Δράμα, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Αλεξανδρούπολη, Ξάνθη, Κομοτηνή, μπορεί και μέχρι Διδυμότειχο, για το τελευταίο να ρωτήσουμε τον Ρένο Χαραλαμπίδη.

Έχουμε ένα σωρό λέξεις «εκεί απάνω» που δεν υπάρχουν από τη μέση της Ελλάδας και κάτω, σα να κολλήσανε στο σουρωτήρι. Τούρκικες, βουλγάρικες, σλάβικες γενικά, και αλβανικές επιρροές κρατάνε ακόμα, μαζί με ποντιακές, καραμανλήδικες και άλλες επιρροές αμφιβόλου προέλευσης, της κατηγορίας «ψάξε βρες τώρα» ή «όρεξη που την έχεις».

Το «άιντε», ας πούμε, έμαθα ότι είναι βουλγάρικη λέξη ακούγοντας μια φίλη Βουλγάρα να το λέει, όπως και το «μπάμπω» (γιαγιά) ή, επί το ελληνικότερο, «μπαμπόγρια». «Κουντούρντισα» λέμε και εννοούμε λύσσαξα, παραζαλίστηκα (π.χ. «πήγα στο πάρτι και κουντούρντισα ως το πρωί!»).

Τη γαλοπούλα τη λέμε «κούρκα», κατά το βουλγαρικό λεξιλόγιο, από το οποίο έχουμε τσιμπήσει τα «ντόμπρος» (ευθύς, σωστός), «τζόρας» (ζόρικος), «γκλάβα» (κεφάλα), «μπουχός» (καπνός) ή και «μπόχα» (βρωμερή μυρωδιά), «κόρα» (κρούστα ψωμιού), «βολοδέρνω» (κωλοβαράω ή/και παραπαίω), «ζαλώνομαι» (φορτώνομαι), «μπαλαμουτιάζω» (βάζω χέρι), «λέσι» (βρωμιάρης), και μερικά ακόμα… το χειρότερο από τα οποία είναι η «βίτσα», η βέργα, φτιαγμένη από συχνά χλωρό κλαδί δέντρου, με την οποία τις τρώγαμε από τις δασκάλες στο σχολείο. Ακόμα χειρότερο είναι το «ντουρντουβάκι», που σημαίνει χαζός, αφελής, για την ακρίβεια «μπουνταλάς στρατιώτης» στα βουλγάρικα και προέρχεται από τους δεκάδες, εκατοντάδες όμηρους που έστελναν οι Βούλγαροι στα Τάγματα Εργασίας μέχρι τον Β ΠΠ, ή «Τρούντοβι Βόιτσκι», όπως είναι στα βουλγάρικα τα Τάγματα Εργασίας. Τώρα, το λέμε μέχρι και με τρυφερότητα («μα τι ντουρντουβάκι είσαι!») αλλά η ιστορική ευθύνη του είναι βαριά…

Μετά κυκλοφορούν λέξεις και φράσεις τούρκικης προέλευσης, με περσική ρίζα οι περισσότερες: «αντέτι» (συνήθειο, χούι), «ντέρτι» (ή και νταλκάς, άρα καημός, κατά το «όλα ντέρτι κι αυτό μαράζι», όχι κατά το «ντέρτι ντάνσινγκ», που είναι άλλο καπέλο), «κιοπένγκι» (στόρι, παντζούρι – αλλά και μεταφορικά: «ο Χ κατέβασε κιοπένγκια» σημαίνει ότι ο Χ είναι άσ’ τα να πάνε, κλείστηκε, έπαψε να επικοινωνεί), «αχμάκης» (άχαρος, χαλβάς), «μισμίζης» και «τιτίζης» (λεπτολόγος, ψείρας, τρίχας), «ντογάνι» (χοντροκέφαλος, βλάκας), «μπιζμπίκης» που είναι το δεύτερο συνθετικό στο «γερο-μπιζμπίκη» και χρησιμοποιείται υποτιμητικά για γκρινιάρηδες, μίζερους παππούδες. «Τσενές» είναι το στόμα αλλά και ο πολυλογάς – ο Γιάννης Ξανθούλης στη «Λόξα και Δόξα» έχει την ατάκα, «όλη νύχτα μιλούσε ή μασούσε, δεν πιάστηκε ο τσενές της;». «Κιόρης» είναι ο αλλήθωρος. «Πεσκίρι» (πετσέτα προσώπου), «προσόψι» (επίσης, αλλά μεγαλύτερη πετσέτα, και όχι τούρκικη καθόλου: βγαίνει από το «προς» και «όψις», ελληνικότατο! Απλώς απαντάται στη Μακεδονία…)

Στην κουζίνα είναι ένα σωρό, τις ξέρετε πια, εκτός από μερικές, που απλώνονται στο υπόλοιπο σπίτι, πέραν κουζίνας: «σεφερτάσι» (δοχείο μεταφοράς φαγητού, το αντίστοιχο του τάπερ – ακόμα το λένε οι γιαγιάδες όταν ζητούν να το επιστρέψεις επιτέλους), «ρεντές» (τρίφτης λαχανικών ή τυριού), «σαν-φιστίκ» (φιστίκια Αιγίνης – έτσι τα λέμε στην Καβάλα), «λεμπλεμπλιά» (μαλακά στραγάλια Ξάνθης – έγιναν αθάνατα χάρη στη φράση του Νίκου Τσιφόρου στις «Σταυροφορίες» του:

«οι Τούρκοι στρατοπέδευσαν έξω από την Κωνσταντινούπολη και έτρωγαν λεμπλεμπλιά»), «ταπόνι» (φέσι, ή/και σκάρτο πράγμα, «ο γκόμενός μου βγήκε ταπόνι, άσ’ τα»), «χικ-μικ» (ή αλλιώς «σούξου-μούξου»), «τζιέρια» (συκώτια), «κασκορσέ» (παραδοσιακό φανελάκι του Στάνλεϊ Κοβάλσκι με τιράντες), «μπατάλω» (άχαρη) μαζί με το «μπατάρει» (γέρνει προς τη μία μεριά), «τσατάλι» (διχάλα, σαν της σφεντόνας), «τσιβί») (πρόστιμο ή/και χτύπημα που έχει να κάνει με οικονομικά, π.χ., «μου ήρθε ένα τσιβί από την Εφορία, μου έχουνε γίνει τα νεύρα τσατάλια»), «τσινάρι» (λαϊκός, κακόγουστος γκόμενος), «χαντούμης» (ανίκανος σεξουαλικά), «ασουρέ» (αρμένικο επιδόρπιο με ζουμί από κόλλυβα – ακούγεται ίου αλλά είναι τέλειο, παγωμένο με μπόλικη κανέλα), «μουχαμπέτι» (χαλαρή κουβέντα), «ντεμέκ» (δήθεν), «μπαταχτσής» (κακοπληρωτής), «τζερεμές» (λογαριασμός, π.χ. «ήρθε ο τζερεμές για το συνεργείο, θα γίνω μπαταχτσής μου φαίνεται»), «παραλής» (φραγκάτος), «μαχμουρλής» (αγουροξυπνημένος) και «σαρμαδάκια» (ντολμαδάκια).

Λέμε «κουμπάκα» το ψητό ή βραστό καλαμπόκι, αλλά οι γνώμες διίστανται αν η λέξη είναι σλάβικης ή τούρκικης καταγωγής. Το μανό πάντως το λέμε «όζα» σε ΟΛΗ τη Βόρεια Ελλάδα, και η λέξη είναι τούρκικη, με γαλλική λέει προέλευση.

Πού να τη βρούνε την όζα οι Τούρκοι; Ας είναι καλά οι Γάλλοι, οι οποίοι βγάζανε τα φρύδια τους από τον Μεσαίωνα, άρα σίγουρα πασαλείβανε και νυχάκι…

Φράσεις όπως «νε ολύορ;» (τι χαμπάρια;), «γκιουλέ γκιουλέ» (σιγά-σιγά, χαλαρά, με το καλό), «μπιρ παρά» (φθηνά, π.χ. «έφτιαξα όλη την πρόσοψη, μπιρ παρά» – «μπιρ» σημαίνει «ένα» στα τούρκικα) και «νέρντε-νέρντε;» (από πού κι ως πού;

Π.χ., «νέρντε-νέρντε είναι αριστοκράτης ο Χ, που τον θυμάμαι όταν κατέβηκε τσινάρι από τη Ροδόπη, με τα πόδια τσατάλια…;») είναι ξεσηκωμένες από την τούρκικη γλώσσα ολόκληρες – έτσι τις λένε και στην Τουρκία την ίδια, όπου όμως δεν θα αναγνωρίσουν τον «τζιγεροσαρμά» (συκώτια τυλιχτά σε έντερο ψητά στο φούρνο, κλασικό Μακεδονικό φαγητό, λέγεται και «μπόλια» από τα βουλγάρικα…) παρόλο που και τα δύο συνθετικά της λέξης είναι τούρκικα.

Υπάρχουν και άλλες, ακόμα πιο μακρινές λέξεις: «μαζούτ» είναι το πετρέλαιο, από τα ρώσικα παρακαλώ, και «μπενζίνα» από τα αραβικά. Από τα οποία έχουμε τον «χαβά» (κατά «της ψ…λής του το χαβά», αν και σημαίνει «αέρας») κι ένα σωρό άλλες, που όμως χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα γενικά, όχι μόνο στη Μακεδονία και Θράκη.

Το «λάπατο» (είδος χόρτου, αλλά μεταφορικά ο ανόητος άνθρωπος) και ο «μαλαγάνας» (γαλίφης) είναι ισπανικής προέλευσης, και γινόμαστε «λούτσα» (μούσκεμα) από τα αλβανικά.

Αυτά κάνουν οι γλώσσες, πάνε η μία τσάρκα στην άλλη, δανείζονται και δανείζουν λέξεις, φράσεις και εκφράσεις… απλώς στη Β. Ελλάδα έχουμε πιο ιδιαίτερες, ίσως περισσότερες δανεικές, κι έχουμε δανείσει ένα σκασμό – σε Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία, Τουρκία, Ρωσία, Ισπανία. Ίσως και σε άλλους πλανήτες, όπως θα αποδειχθεί μια μέρα όταν θα μας στείλουν ηχητικό μήνυμα οι εξωγήινοι, «έλλλλλα, ρε μαλλλλάκα! Φραπές με μπουγάτσα!»


πηγή:www.athensvoice.gr

Διαβάστε επίσης