Οι βλέψεις της Βουλγαρίας στο λιμάνι της Καβάλας με την ιστορία και τη γεωγραφία στο βαλκανικό μπλέντερ. Η Νοτιοανατολική Ευρώπη είναι μια περιοχή στην οποία η ιστορία έχει μεγάλο ειδικό βάρος.
Γράφει ο Γιώργος Μητράκης
Η γεωγραφία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί, υποστήριξε -και σωστά- ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον ΟΗΕ μιλώντας για το -ανυπόστατο για την Ευρωπαϊκή Ένωση- Tουρκολυβικό Mνημόνιο, που αγνοεί τα ελληνικά νησιά. Το θέμα είναι τι γίνεται με την ιστορία, αφού η ζωή έχει αποδείξει ότι στα… δύσκολα Βαλκάνια οι αιώνες όχι μόνο αφήνουν το σημάδι τους, αλλά συχνά πυκνά παρεμβαίνουν στο παρόν και υπονομεύουν το μέλλον. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα, που φυλάγεται και προσέχει κυρίως τον εξ Ανατολών γείτονα, την Τουρκία, έχει ανοιχτά ή έστω μισάνοιχτα μέτωπα και με τους προς Βορράν γείτονες (κυρίως την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία), που εδράζονται στην ιστορία. Πριν από μία εβδομάδα, στις 26 Οκτωβρίου, σε ένα οικονομικό φόρουμ στη Σόφια, ο Βούλγαρος υπουργός Μεταφορών, Γκεόργκι Πέεβ, ανακοίνωσε ότι η χώρα του βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις για να αποκτήσει συμμετοχή στο εμπορικό λιμάνι της Καβάλας «Φίλιππος Β΄», χωρίς να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες. Το λιμάνι που βρίσκεται στη Νέα Καρβάλη έχει παραχωρηθεί από τον Ιανουάριο του 2025 και για 40 χρόνια προς χρήση στην κοινοπραξία ΣΑΡΙΣΑ στην οποία συμμετείχαν η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η Black Summit Financial Group και η EFA Ventures. Λίγο πριν ξεκινήσει να «τρέχει» η παραχώρηση, τον Δεκέμβριο του 2024, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ εξαγόρασε άλλο ένα 55% της κοινοπραξίας και σήμερα ελέγχει το 90% της ΣΑΡΙΣΑ. Παράλληλα την επιχειρησιακή λειτουργία του τερματικού σταθμού του λιμένα ανέλαβε η διεθνής εταιρία διαχείρισης λιμενικών τερματικών σταθμών Euroports σε συνεργασία με την ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Πριν από ένα μήνα, στα τέλη Σεπτεμβρίου 2026, ανακοινώθηκε ότι η A.P. Moller Capital, επενδυτικός βραχίονας του Δανέζικου ομίλου A.P. Moller απέκτησε πλειοψηφική συμμετοχή στην Euroports Group. Σε αυτό το τοπίο δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο με ποιόν ακριβώς και γιατί συζητά η βουλγαρική πλευρά. Το θέμα ήδη συζητείται ευρέως στην Καβάλα μέσα από αναφορές των τοπικών μέσων ενημέρωσης, όπως το ηλεκτρονικό εβδομαδιαίο «Χρονόμετρο», στο οποίο ο εκδότης Θεόδωρος Αν. Σπανέλης σημειώνει: «Ας ξεκαθαρίσουμε, πάντως, ότι η συμμετοχή σε ένα εταιρικό σχήμα δεν σημαίνει παραχώρηση εδάφους. Αυτό, όμως, είναι αρκετό για να μην υπάρξουν αντιδράσεις; Γιατί άλλο είναι οι Κινέζοι να βάζουν πόδι στο λιμάνι του Πειραιά και άλλο οι Βούλγαροι στην Καβάλα. Οι βουλγαρικές κατοχές του 1912 – 1913, του 1916 – 1918 και του 1941 – 1944 δεν είναι αφηρημένες αναμνήσεις. Είναι εμπειρίες βίας και απωλειών που σημάδεψαν την Ανατολική Μακεδονία. Η ιστορική μνήμη δεν ακυρώνεται με μια οικονομική συμφωνία. Δεν πρέπει, όμως, να αποκλείει τη δυνατότητα διαφορετικών σχέσεων στο μέλλον. Εδώ βέβαια υπάρχει και η σκιά της ιστορίας ότι δηλαδή οι τρεις κατοχές έγιναν κύρια για το λιμάνι και την πρόσβαση στο Αιγαίο».
Όταν πριν από 14 χρόνια, το 2012, η Θεσσαλονίκη εν μέσω οικονομικής κρίσης και μνημονίων γιόρτασε τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση του 1912 και την ενσωμάτωσή της στον εθνικό κορμό, το λιμάνι της πόλης αναδείχθηκε στον απόλυτο πρωταγωνιστή. Σε συνέδρια και ημερίδες που πραγματοποιήθηκαν τότε ιστορικοί από τα Βαλκάνια είχαν υποστηρίξει -ίσως καθ’ υπερβολήν, αλλά πάντως αυθεντικά- ότι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι έγιναν για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Η Νοτιοανατολική Ευρώπη είναι μια περιοχή στην οποία η ιστορία έχει μεγάλο ειδικό βάρος. Διότι μπορεί πριν από 25 και περισσότερα χρόνια η Χίλαρι Κλίντον, ως υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, να μην αντιλαμβανόταν πώς είναι δυνατόν δύο γειτονικές χώρες να τις χωρίζει μια ιστορία 2.500 ετών, όπως το όνομα «Μακεδονία», αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν ήταν υπαρκτό και ουσιώδες, ενώ σε κάποιο βαθμό υπάρχει ακόμη παρά τη λύση που έδωσαν Τσίπρας και Ζάεφ. Όπως εξακολουθούν να υπάρχουν εκκρεμότητες ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αλβανία, όπου διαμένει ισχυρή ελληνική μειονότητα που κατά καιρούς τραβάει τα πάνδεινα. Δυστυχώς -για κάποιους ευτυχώς- τα Βαλκάνια δεν είναι Σκανδιναβία, ούτε η Ελλάδα είναι Δανία ή Σουηδία. Και αυτό δεν αλλάζει μόνο και μόνο επειδή η μεν Βουλγαρία και Ρουμανία έχουν ήδη ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Δυτικά Βαλκάνια βρίσκονται σε κάποιον ευρωπαϊκό προθάλαμο. Πολύ περισσότερο που βρισκόμαστε σε μια φάση κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση διέρχεται πολιτική κρίση και στην πραγματικότητα δίνει μάχη για την επιβίωσή της σε δύσκολους καιρούς. Γι’ αυτό, λοιπόν, η ψύχραιμη και καλά μελετημένη και σχεδιασμένη οικονομική πολιτική είναι απολύτως απαραίτητη. Για να επανέλθουμε στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, που βρίσκονται, πλέον, σε ένα κάποιο προσκήνιο. Διότι τι σημαίνει το γεγονός ότι στα τέλη Σεπτεμβρίου η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία υιοθέτησαν κοινό σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη διασυνοριακών μεταφορικών υποδομών που θα συνδέουν το Αιγαίο, τον Δούναβη και τη Μαύρη Θάλασσα, με 53 έργα -τα 25 προτεραιότητας- προϋπολογισμού περίπου 23 δισ. ευρώ; Ποιος θα πληρώσει αυτά τα χρήματα; Ποιος θα ωφεληθεί; Τι θα γίνει με τη Ρωσία που διατηρεί «φιλίες» στα Βαλκάνια, ενώ η ΕΕ θέλει να την περιορίσει; Αλλά και με τα ενεργειακά έργα που ακριβώς βρισκόμαστε; Ποιοι πληρώνουν και τι πληρώνουν; Ποιοι χρεώνουν και τι χρεώνουν; Ποιοι κερδίζουν και από πού κερδίζουν; Όλα αυτά βρίσκονται πάνω στο τραπέζι μιας ευαίσθητης περιοχής, οι πολίτες της οποίας είναι -και δικαίως- αφενός αισιόδοξοι και αφετέρου προβληματισμένοι. Και πρέπει να παραμείνουν με καθαρό μυαλό. Διότι η γεωγραφία δεν αφορά μόνο την Ανατολική Μεσόγειο. Αφορά στην πραγματικότητα -μαζί με την ιστορία- ολόκληρη τη χώρα. Όπως λέει και ο ποιητής: Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε!
πηγή: voria.gr


