Δύο Θάνατοι

 Δύο Θάνατοι

 

 

Γράφει ο Άγγελος Τσανάκας


Οι πρώτες νιφάδες άρχισαν να πέφτουν λίγο πριν σκοτεινιάσει. Σηκώνομαι και κολλάω το πρόσωπό μου στο τζάμι του παραθύρου. Κάτω χαμηλά ανάβουν τα πρώτα φώτα της πόλης. Οι χιονονιφάδες αρχίζουν να πυκνώνουν και σε μια στιγμή η πόλη χάνεται από τον ορίζοντα. Γυρίζω και κοιτώ τη Φανή στο κρεβάτι. Έχει τα μάτια κλειστά.

Ανασαίνει; Δεν ακούω την ανάσα της.

Τα μάτια μου παρατηρούν το στήθος της. Διακρίνω μια ανεπαίσθητη κίνηση. Ανασαίνει.

Πηγαίνω κοντά της και κάθομαι στην πολυθρόνα δίπλα της. Γέρνω την πλάτη προς τα πίσω, πιάνω απαλά το χέρι της και στυλώνω τα μάτια μου στο ταβάνι. Χάνομαι στις σκέψεις μου. Η κούραση των τελευταίων ημερών με καταβάλει. Τα μάτια μου κλείνουν. Για λίγο όμως. Με ξυπνά η κουρασμένη ανάσα της. Η ίδια αυτή ανάσα που με νανούριζε κάθε βράδυ τα τελευταία χρόνια και που την άκουγα δίπλα μου όταν ξυπνούσα το πρωί. Σαν χάδι. Το χάδι της.

 

Ξημέρωσε. Κατέβηκα στο ισόγειο, πήρα ένα καφέ από το κυλικείο και προχώρησα προς την έξοδο. Οι τζαμένιες πόρτες άνοιξαν αυτόματα. Μια ευφορία με τύλιξε καθώς αντίκρισα κάτασπρες ολόγυρα τις βουνοκορφές. Τα κλαδιά ενός μεγάλου ευκάλυπτου στα δεξιά τής κεντρικής πύλης έγειραν και δυο τρία έσπασαν από το βάρος του χιονιού. Τα αυτοκίνητα στο προαύλιο θάφτηκαν στο χιόνι. Άναψα ένα τσιγάρο. Δεν έκανε πολύ κρύο. Έτσι ένιωθα. Περπάτησα για λίγο ανάμεσα στα χιονισμένα παρτέρια του κήπου κι ύστερα κατέβηκα σε ένα χαμηλότερο επίπεδό του. Ένας φαρδύς διάδρομος οδηγούσε στην κάτω αψιδωτή αυλόπορτα που ήταν ανοιχτή. Στην κορυφή τής αψίδας τρεμόπαιζε ο φωτισμός του κόκκινου σταυρού. Άναψα δεύτερο τσιγάρο και προχώρησα. Στάθηκα στην πόρτα και ακούμπησα στην κολώνα. Ένα εκχιονιστικό καθάριζε τον ανηφορικό δρόμο και πίσω του ακολουθούσε ένα ασθενοφόρο. Ξεχάστηκα χαζεύοντας, με τη σκέψη μου να περιπλανιέται σε άσχετα και ασύνδετα αναμεταξύ τους πράγματα που καμμιά σχέση δεν είχαν με την παρούσα κατάσταση. Απόρησα που δεν ένιωθα τίποτα από αυτά που υποτίθεται πως νιώθουν οι άνθρωποι σε αυτές τις περιστάσεις. Φαίνεται πως ξεγελούσα τον εαυτό μου. Η πραγματικότητα βεβαίως ήταν πως γνωρίζαμε την κατάληξη. Δυο χρόνια τώρα το είχαμε χωνέψει. Είχαμε συμβιβαστεί. Ξέραμε και οι δυο αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Είχαμε εξοικειωθεί με τον θάνατο.

“Είσαι τυχερή”, της έλεγα.

Άκου κουβέντα! Άκου τυχερή! Το εννοούσα όμως πλήρως. Δεν θα μπορούσα να ξεπεράσω ποτέ την απώλειά της. Το ήξερα και το ήξερε, και όταν της το έλεγα με κοιτούσε τρυφερά. Ποτέ….ποτέ δεν θα ξεχάσω το βλέμμα της.

Θα μπορούσαμε, θα έπρεπε, θα ήθελα να ζήσουμε εγώ και η Φανή μαζί, όπως ας πούμε όλα, ή τα περισσότερα ζευγάρια. Σαράντα, πενήντα χρόνια, ας ήταν και λιγότερα, αλλά όχι μόνο έξι. Έξι χρόνια! Από την άλλη πάλι σκέφτομαι και τί είναι ο χρόνος. Ποσοτικό είναι το θέμα; Ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια μας. Ακόμα και αυτά τα δύο τελευταία που μπαινοβγαίναμε στα νοσοκομεία.

Επέστρεψα στο δωμάτιό της. Από χτες το μεσημέρι η αναπνοή της άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Μαζί με την ανάσα της έχανε και την πνευματική της διαύγεια. Έβλεπα τα χείλη της να κινούνται και νόμιζα πως ήθελε να μου μιλήσει. Μερικές φορές νόμιζα πως μου χαμογελούσε. Κάθισα δίπλα της και της έπιασα το χέρι. Μετρούσα τις αναπνοές της. Πόσες άραγε της έμεναν. Το έβλεπα. Το τέλος έβλεπα. Δέκα, ένδεκα….εικοσιπέντε….εκατόν είκοσι….έσβηνε, έσβηνε…η αναπνοή της έσβηνε, λιγόστευε. Πόσες ακόμα;

Μία, δύο, τρεις;

Τέλος….

Ένα δευτερόλεπτο πριν ήταν μια τελευταία αναπνοή, μια σταλιά τελευταία αναπνοή. Και τώρα τίποτα. Μια στιγμή είναι…μια μονάχα στιγμή… όλη μας η ζωή σε μια  στιγμή…

 

Τα μηχανήματα μου τρυπάνε τα αυτιά.

Ήχος στριγκός, οξύς…

Η νοσοκόμα με ήσυχα βήματα πλησιάζει κοντά της. Δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Κανείς. Απλώς περιμέναμε.

Με κοιτά.

“Έφυγε”, μου λέει. “Πέθανε”.

Την κοιτώ. Κατάλαβε. Βγαίνει από το δωμάτιο και κλείνει πίσω της την πόρτα. Θέλω να μείνω μόνος. Μαζί της. Τη φιλώ στα χείλη. Είναι ζεστά. Μένω εκεί. Πάνω της. Τα μαλλιά της μοσχοβολούν. Παραξενεύομαι. Μα πως είναι δυνατόν σκέφτομαι να μοσχοβολούν ακόμα ενώ αυτή έχει φύγει και αμέσως μια δεύτερη σκέψη με επαναφέρει. Παραλογίζομαι λέω μέσα μου. Ναι, παραλογίζομαι.

Βγαίνω από το δωμάτιο. Η νοσοκόμα μιλά στο τηλέφωνο. Της γνέφω. Στέκομαι μπροστά στο ασανσέρ. Πατώ το κουμπί. Η πόρτα ανοίγει και εγώ στέκομαι μπροστά της. Άβουλος, απαθής.

Και ξαφνικά εκείνη είναι δίπλα μου. Με πιάνει από το χέρι και με οδηγεί.

Το αυτοκίνητό μας είναι θαμμένο στο χιόνι. Καθαρίζω όπως όπως το παρμπρίζ. Φτάνουνε στο σπίτι μας. Κουρασμένοι πολύ. Ξαπλώνουμε στο κρεβάτι μας. Την αγκαλιάζω. Μου χαμογελά. Τα μάτια μου κλείνουν. Με νανουρίζει η ανάσα της.

 

Το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο. Πήγα στον νεκροθάλαμο. Μου έδωσαν τα πράγματά της, τη βέρα της και ένα δαχτυλίδι. Εκείνο το δαχτυλίδι. Της μάνας μου το δαχτυλίδι. Της το χάρισε την πρώτη μέρα που της την γνώρισα.

“Είσαι η γυναίκα του”, της είπε.

Το είδε λέει στα μάτια μου.

Το βράδυ ονειρεύτηκα τη Φανή.

“Σε αγαπάω”, της είπα.

“Και εγώ”, μου απάντησε.

Κι ύστερα….ύστερα ονειρεύτηκα πως πέθανα.

 

19 Φεβρουαρίου 2008

 

Γράφει ο Άγγελος Τσανάκας

 

Οι πρώτες νιφάδες άρχισαν να πέφτουν λίγο πριν σκοτεινιάσει. Σηκώνομαι και κολλάω το πρόσωπό μου στο τζάμι του παραθύρου. Κάτω χαμηλά ανάβουν τα πρώτα φώτα της πόλης. Οι χιονονιφάδες αρχίζουν να πυκνώνουν και σε μια στιγμή η πόλη χάνεται από τον ορίζοντα. Γυρίζω και κοιτώ τη Φανή στο κρεβάτι. Έχει τα μάτια κλειστά.

Ανασαίνει; Δεν ακούω την ανάσα της.

Τα μάτια μου παρατηρούν το στήθος της. Διακρίνω μια ανεπαίσθητη κίνηση. Ανασαίνει.

Πηγαίνω κοντά της και κάθομαι στην πολυθρόνα δίπλα της. Γέρνω την πλάτη προς τα πίσω, πιάνω απαλά το χέρι της και στυλώνω τα μάτια μου στο ταβάνι. Χάνομαι στις σκέψεις μου. Η κούραση των τελευταίων ημερών με καταβάλει. Τα μάτια μου κλείνουν. Για λίγο όμως. Με ξυπνά η κουρασμένη ανάσα της. Η ίδια αυτή ανάσα που με νανούριζε κάθε βράδυ τα τελευταία χρόνια και που την άκουγα δίπλα μου όταν ξυπνούσα το πρωί. Σαν χάδι. Το χάδι της.

 

Ξημέρωσε. Κατέβηκα στο ισόγειο, πήρα ένα καφέ από το κυλικείο και προχώρησα προς την έξοδο. Οι τζαμένιες πόρτες άνοιξαν αυτόματα. Μια ευφορία με τύλιξε καθώς αντίκρισα κάτασπρες ολόγυρα τις βουνοκορφές. Τα κλαδιά ενός μεγάλου ευκάλυπτου στα δεξιά τής κεντρικής πύλης έγειραν και δυο τρία έσπασαν από το βάρος του χιονιού. Τα αυτοκίνητα στο προαύλιο θάφτηκαν στο χιόνι. Άναψα ένα τσιγάρο. Δεν έκανε πολύ κρύο. Έτσι ένιωθα. Περπάτησα για λίγο ανάμεσα στα χιονισμένα παρτέρια του κήπου κι ύστερα κατέβηκα σε ένα χαμηλότερο επίπεδό του. Ένας φαρδύς διάδρομος οδηγούσε στην κάτω αψιδωτή αυλόπορτα που ήταν ανοιχτή. Στην κορυφή τής αψίδας τρεμόπαιζε ο φωτισμός του κόκκινου σταυρού. Άναψα δεύτερο τσιγάρο και προχώρησα. Στάθηκα στην πόρτα και ακούμπησα στην κολώνα. Ένα εκχιονιστικό καθάριζε τον ανηφορικό δρόμο και πίσω του ακολουθούσε ένα ασθενοφόρο. Ξεχάστηκα χαζεύοντας, με τη σκέψη μου να περιπλανιέται σε άσχετα και ασύνδετα αναμεταξύ τους πράγματα που καμμιά σχέση δεν είχαν με την παρούσα κατάσταση. Απόρησα που δεν ένιωθα τίποτα από αυτά που υποτίθεται πως νιώθουν οι άνθρωποι σε αυτές τις περιστάσεις. Φαίνεται πως ξεγελούσα τον εαυτό μου. Η πραγματικότητα βεβαίως ήταν πως γνωρίζαμε την κατάληξη. Δυο χρόνια τώρα το είχαμε χωνέψει. Είχαμε συμβιβαστεί. Ξέραμε και οι δυο αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Είχαμε εξοικειωθεί με τον θάνατο.

“Είσαι τυχερή”, της έλεγα.

Άκου κουβέντα! Άκου τυχερή! Το εννοούσα όμως πλήρως. Δεν θα μπορούσα να ξεπεράσω ποτέ την απώλειά της. Το ήξερα και το ήξερε, και όταν της το έλεγα με κοιτούσε τρυφερά. Ποτέ….ποτέ δεν θα ξεχάσω το βλέμμα της.

Θα μπορούσαμε, θα έπρεπε, θα ήθελα να ζήσουμε εγώ και η Φανή μαζί, όπως ας πούμε όλα, ή τα περισσότερα ζευγάρια. Σαράντα, πενήντα χρόνια, ας ήταν και λιγότερα, αλλά όχι μόνο έξι. Έξι χρόνια! Από την άλλη πάλι σκέφτομαι και τί είναι ο χρόνος. Ποσοτικό είναι το θέμα; Ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια μας. Ακόμα και αυτά τα δύο τελευταία που μπαινοβγαίναμε στα νοσοκομεία.

Επέστρεψα στο δωμάτιό της. Από χτες το μεσημέρι η αναπνοή της άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Μαζί με την ανάσα της έχανε και την πνευματική της διαύγεια. Έβλεπα τα χείλη της να κινούνται και νόμιζα πως ήθελε να μου μιλήσει. Μερικές φορές νόμιζα πως μου χαμογελούσε. Κάθισα δίπλα της και της έπιασα το χέρι. Μετρούσα τις αναπνοές της. Πόσες άραγε της έμεναν. Το έβλεπα. Το τέλος έβλεπα. Δέκα, ένδεκα….εικοσιπέντε….εκατόν είκοσι….έσβηνε, έσβηνε…η αναπνοή της έσβηνε, λιγόστευε. Πόσες ακόμα;

Μία, δύο, τρεις;

Τέλος….

Ένα δευτερόλεπτο πριν ήταν μια τελευταία αναπνοή, μια σταλιά τελευταία αναπνοή. Και τώρα τίποτα. Μια στιγμή είναι…μια μονάχα στιγμή… όλη μας η ζωή σε μια  στιγμή…

 

Τα μηχανήματα μου τρυπάνε τα αυτιά.

Ήχος στριγκός, οξύς…

Η νοσοκόμα με ήσυχα βήματα πλησιάζει κοντά της. Δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Κανείς. Απλώς περιμέναμε.

Με κοιτά.

“Έφυγε”, μου λέει. “Πέθανε”.

Την κοιτώ. Κατάλαβε. Βγαίνει από το δωμάτιο και κλείνει πίσω της την πόρτα. Θέλω να μείνω μόνος. Μαζί της. Τη φιλώ στα χείλη. Είναι ζεστά. Μένω εκεί. Πάνω της. Τα μαλλιά της μοσχοβολούν. Παραξενεύομαι. Μα πως είναι δυνατόν σκέφτομαι να μοσχοβολούν ακόμα ενώ αυτή έχει φύγει και αμέσως μια δεύτερη σκέψη με επαναφέρει. Παραλογίζομαι λέω μέσα μου. Ναι, παραλογίζομαι.

Βγαίνω από το δωμάτιο. Η νοσοκόμα μιλά στο τηλέφωνο. Της γνέφω. Στέκομαι μπροστά στο ασανσέρ. Πατώ το κουμπί. Η πόρτα ανοίγει και εγώ στέκομαι μπροστά της. Άβουλος, απαθής.

Και ξαφνικά εκείνη είναι δίπλα μου. Με πιάνει από το χέρι και με οδηγεί.

Το αυτοκίνητό μας είναι θαμμένο στο χιόνι. Καθαρίζω όπως όπως το παρμπρίζ. Φτάνουνε στο σπίτι μας. Κουρασμένοι πολύ. Ξαπλώνουμε στο κρεβάτι μας. Την αγκαλιάζω. Μου χαμογελά. Τα μάτια μου κλείνουν. Με νανουρίζει η ανάσα της.

 

Το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο. Πήγα στον νεκροθάλαμο. Μου έδωσαν τα πράγματά της, τη βέρα της και ένα δαχτυλίδι. Εκείνο το δαχτυλίδι. Της μάνας μου το δαχτυλίδι. Της το χάρισε την πρώτη μέρα που της την γνώρισα.

“Είσαι η γυναίκα του”, της είπε.

Το είδε λέει στα μάτια μου.

Το βράδυ ονειρεύτηκα τη Φανή.

“Σε αγαπάω”, της είπα.

“Και εγώ”, μου απάντησε.

Κι ύστερα….ύστερα ονειρεύτηκα πως πέθανα.

 

19 Φεβρουαρίου 2008

Διαβάστε επίσης