• 26 Οκτωβρίου 2021,

Ένα ακόμη κολακευτικό κείμενο για Καβάλα – Κεραμωτή από την Μανίνα Ζουμπουλάκη

 Ένα ακόμη κολακευτικό κείμενο για Καβάλα – Κεραμωτή από την Μανίνα Ζουμπουλάκη
Η επαρχία μέσα μου… δεν σωπαίνει ποτέ – Το πού γεννήθηκες και μεγάλωσες δεν είναι αυτό που μετράει, το πού είσαι μέσα στο κεφάλι και στην ψυχή σου μετράει
Μερικές σκέψεις για τους τόπους καταγωγής με αφορμή μια συνάντηση με τους Deux Hommes και τον ηθοποιό Γιώργο Καραμίχο.

Στα τέλη των ‘90ς πήρα συνέντευξη για κάποιο περιοδικό από τους σχεδιαστές μόδας Deux Hommes, Δημήτρη Αλεξάκη και Γρηγόρη Τριανταφύλλου. Ήτανε ανερχόμενοι τότε σχεδιαστές από την Θεσσαλονίκη σε μια Αθήνα που ξεχείλιζε από lifestyle. Ο Δημήτρης μου είπε πάνω στην κουβέντα πολύ πολύ απλά, «Μεγάλωσα στην Κεραμωτή, αποκλείεται να το ξέρεις το μέρος, είναι απέναντι από τη Θάσο!»

Επειδή μεγάλωσα στην Καβάλα, την ξέρω πολύ καλά την Κεραμωτή – είναι το μικρό λιμάνι από όπου παίρνεις φέριμποτ για να πας στη Θάσο, όντως. Πρόσφυγες ψαράδες από την Μικρά Ασία εγκαταστάθηκαν εκεί το ΄22, επειδή η θάλασσα είχε πολύ ψάρι – το κατεβάζει (ακόμα) το ρεύμα από τον Εύξεινο Πόντο.  Έχει μια τεράστια άσπρη παραλία, τύφλα να έχει η Καραϊβική, με νερά που βαθαίνουν απότομα έτσι που το φέρυ περνάει με άνεση δέκα μέτρα από την αμμουδιά. Είναι μικρό μέρος όντως, και στις δεκαετίες του ’60-’70 ήταν ακόμα μικρότερο – άρχισε να αναπτύσσεται στα ΄70ς που εδραιώθηκε η γραμμή Κεραμωτή-Θάσος κι ανέβηκε η τουριστική κίνηση στο νησί.

Δεν έχουν σημασία όλα αυτά (καλά, με την ευρύτερη έννοια, τίποτε δεν έχει σημασία…) Είχα εντυπωσιαστεί, στην συνέντευξη, από την απλότητα με την οποία ένας διάσημος σχεδιαστής μόδας μιλούσε για την καταγωγή του. Που ήταν κι αυτή απλή όπως των μισών «Αθηναίων» που κινούνταν στα περιοδικά, στα ΜΜΕ, στις Τέχνες, στην Μόδα, στο styling και στα καλά σαλόνια επίσης, την δεκαετία του ΄90. Όπως και η δική μου καταγωγή – «αριστοκρατία» δεν υπάρχει στην Ελλάδα, δέκα-είκοσι παλιές οικογένειες με πεντιγκρί είναι οικογενειοκρατία, όχι θυρεός. Η «καλή οικογένεια»από το Κολωνάκι  άντε κι από τα (χαμηλά…) Βόρεια Προάστια, είναι απλώς μια οικογένεια ο προ-πάππος της οποίας έβγαλε λεφτά είτε ως δικηγόρος είτε ως κατσικοκλέφτης, άμα πάμε πιο πίσω. Γιατί αν ήτανε καθηγητής, δάσκαλος, επιστήμονας, ερευνητής, ακόμα και καλλιτέχνης, λεφτά δεν έβγαζε ο ανθρωπάκος στην Ελλάδα των αρχών του 20ου αιώνα….


Ένιγουεϊ. Κανένας δεν έλεγε ότι είναι από την Κεραμωτή στα ΄90ς, ούτε στα ‘00ς, ούτε και σήμερα ακόμα: το να είσαι επαρχιώτης με τη βούλα (σε μια Ελλάδα που είναι όλη μαζί επαρχία!) θεωρείται μειωτικό. Συνδυάζεται με φτώχια, μιζέρια, περιθωριοποίηση, στενομυαλιά, ενδογαμία, ημιμάθεια, κακούς τρόπους «της επαρχίας» όλα.

Δεν το έχω καταλάβει ποτέ. Ξέρω ανθρώπους που γεννήθηκαν σε χωριό, ήρθαν στην Αθήνα (συχνά μέσω σπουδών στην Ιταλία), έγιναν Αθηναίοι αλλά μέσα τους είναι χωριάτες φρικτοί, πιο στενόμυαλοι από τους προγόνους τους που είχανε στάνη. Ξέρω άλλους που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έζησαν στην Αθήνα (επίσης μέσω σπουδών στα ξένα) κι είναι εξ ίσου επαρχιώτες με τους προηγούμενους, τους χωριάτικης καταγωγής.  Τέλος, ανθρώπους σε χωριά που είναι άρχοντες, ή από χωριά που ζούνε στην Αθήνα και είναι άρχοντες – τα ξέρετε κι εσείς όλα αυτά, είναι πια κλισέ. Το ίδιο με τον Δημήτρη εκτίμησα κάποτε τον ηθοποιό Γιώργο Καραμίχο όταν μου είπε, ενώ είχε ήδη γίνει φίρμα, ότι μικρός έβοσκε πρόβατα στο χωριό του. Το που γεννήθηκες και μεγάλωσες δεν είναι αυτό που μετράει, το που είσαι μέσα στο κεφάλι και στην ψυχή σου μετράει. Και πάλι, όχι στενά, σαν τόπος αλλά σαν κατάσταση.

Τα παιδιά που μεγαλώσαμε στην ελληνική επαρχία στα ΄50ς, ΄60ς, ΄70ς, άντε και στα ΄80ς… παίξαμε πολύ στο ύπαιθρο, φάγαμε τα γόνατά μας σε αλάνες, πέσαμε στη θάλασσα με τα ρούχα, κάναμε εκδρομές σε ραχούλες και πρώτα-σεξ πλάι σε ποτάμια/ρέματα/λιμανάκια. Τώρα που το σκέφτομαι, και τα παιδιά της Αθήνας στις ίδιες δεκαετίες, παρόμοια πράγματα κάνανε, ίσως όχι σε τόσο γραφικά σκηνικά. Μάθαινες ξένες γλώσσες επειδή σε πίεζαν από το σπίτι, καμιά φορά κι επειδή η γιαγιά σου μιλούσε τούρκικα, ή γαλλικά: οι πρόσφυγες εκτός από ελληνικά και τούρκικα μιλούσανε τουλάχιστον άλλη μια γλώσσα, κι όσοι ήτανε αστοί το περνάγανε στα παιδιά τους με επιμονή…

«Ήτανε αστοί», είναι μεγάλη κουβέντα. Έμποροι, δάσκαλοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, μηχανικοί, έβλεπαν ότι «τα ξένα» ήτανε απαραίτητα εφόδια και όχι μόνο για τα ξένα. Στα βουνά οι βοσκοί, οκέυ, δεν το σκεφτόντουσαν, ούτε στη θάλασσα οι ψαράδες. Οι ξένες γλώσσες δηλαδή, άμα το τραβήξουμε, δείχνουν την καταγωγή του ‘Έλληνα ως προς την αστική ή μη παράδοση της φαμίλιας του.


Κι αυτό δεν ισχύει απόλυτα: μπορείς να μάθεις μία ή περισσότερες ξένες γλώσσες στα 30 σου, και καλά θα κάνεις. Ζεις σε πόλη με τρεχούμενο νερό και όχι σε χωριό με βρύση από όπου κουβαλάει η μάνα σου νερό σε κουβάδες (΄40ς-΄60ς, και στον «ΤομΣώγερ» επίσης). Άρα πλένεσαι συχνά. Ξέρεις τα γνωμικά («Δώσε αέρα στο χωριάτη να σ’ ανέβει στο κρεβάτι» κλπ κλπ). Έχεις ταξιδέψει στο εξωτερικό, έχεις σπουδάσει, έχεις διαβάσει -χ-βιβλία, είδες -χψ- ταινίες. Δεν είσαι πια χωριάτης κι ας μεγάλωσες στα όρη και στα βουνά.

Εκτός κι αν έχεις μείνει γκάγκανος χώριατος τραχανοτρίφτης μέσα σου, κι απλώς φοράς ένα καλό κοστούμι μιλώντας σωστά Εγγλέζικα: τότε είναι που δεν παραδέχεσαι ότι μεγάλωσες σε χωριό. Ή μάλλον, τότε είναι που σε χαλάει τόσο η καταγωγή σου ώστε προσπαθείς να την κρύψεις.

Που είναι και τρομερά ντεμοντέ δηλαδή…

Η επαρχία μέσα μου; Με κάνει να μην αισθάνομαι ανασφάλεια, ή κίνδυνο, ή φόβο, όταν κυκλοφορώ μέρα ή νύχτα στην πόλη. Γιατί δεν τα συνήθισα αυτά τα συναισθήματα από τα παιδικά μου χρόνια στην Καβάλα. Με κάνει να εμπιστεύομαι τους άπαντες «σαν επαρχιωτάκι», κανονικά. Με κάνει να περπατάω χιλιόμετρα (η Καβάλα είναι όλο ανηφόρες) και να περνάω με τα πόδια τις στάσεις περιμένοντας «το αστικό» (έτσι λέμε το λεωφορείο στην Καβάλα). Με κάνει να ενδιαφέρομαι πραγματικά για τους άλλους ανθρώπους και να είμαι σε γενικές γραμμές ευγενικό άτομο: στην επαρχία όλοι ξέρουνε ποιανού παιδί είσαι, τους ξέρεις όλους, και άμα μαλώσεις, βριστείς ή ρομπιάσεις(=γίνεις ρόμπα) με κάποιον το μαθαίνει όλος ο κόσμος, μαζί και το σόι σου. Οπότε, η επαρχία με κάνει κουλ (=δύσκολα πανικοβάλλομαι) και συμμαζεμένη μαζί (=σπάνια θα γίνω ρόμπα). Μυστήρια, επίσης, γιατί δεν θέλω να ξέρουν τα πάντα για μένα, και εντάξει στις δουλειές μου, για να βρίσκω πάντα (δουλειές). Όλα αυτά τα κάνει η επαρχία μέσα μου. Και δεν με χαλάει καθόλου.

πηγή@athensvoice

Διαβάστε επίσης