Ένας εθνικός ποιητής των άλλων (και παραλίγο της Ελλάδας)



Γράφει ο Κωστής Σιμιτσής

Γεννήθηκε δίπλα στη μεγάλη λίμνη. Μεγάλωσε περπατώντας στα στενά λιθόστρωτα όπου αντηχούσαν οι παλιές ιστορίες. Τις νύχτες άκουγε το κάλεσμα της γοργόνας και φανταζόταν τις καταστροφές που έστελνε στους απερίσκεπτους ναυτικούς. Κάποιοι πλάνητες γυρολόγοι του είπανε μια φορά πως η θάλασσα ήταν πιο τρομακτική και πιο θεσπέσια από τα σκοτεινά νερά της λίμνης. Όμως έπρεπε να ταξιδέψει μέρες πολλές, να διαβεί ποταμούς και βάλτους για να φτάσει στη θάλασσα, δίπλα στη μεγάλη πόλη, την πόλη του αλατιού, όπου ζούσαν αμέτρητοι άνθρωποι μιλώντας όλες τις γλώσσες της Βαβέλ.
Στο σχολείο δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να μάθει ελληνικά. Τα ήξερε από την εκκλησία, τα άκουγε από τους εμπόρους στο παζάρι, τα μιλούσε κι ίδιος ανάμικτα με τη δική του γλώσσα που ήταν γεμάτη σύμφωνα. Έβλεπε τα γράμματα στις βυζαντινές εικόνες και αναπολούσε το μεγαλείο εκείνων των σπουδαίων ανθρώπων που κάποτε είχαν κατακτήσει όλο τον κόσμο με την ανδρεία και άλλοτε με τη σοφία τους. «Πάλι με χρόνια, με καιρούς…», έλεγε στον δάσκαλο που του μιλούσε για τον Όμηρο, για τον Αλέξανδρο, για τον Καστριώτη.
Δεν άργησε να μετοικήσει στην Αθήνα. Δεν τον ενοχλούσαν τα πειράγματα για τη βαριά προφορά του. Η αρματωσιά του ήταν οι ομηρικοί στίχοι και ο πατριωτικός φανατισμός του. Άλλωστε Γκρεκομάνο τον φώναζε ο αγαπημένος του δάσκαλος, η δολοφονία του οποίου μερικά χρόνια αργότερα θα τον οδηγήσει στην πιο μεγάλη απόφαση της ζωής του.
Σπουδάζει γιατρός. Αλλά η μεγάλη του αγάπη είναι η ποίηση. Κερδίζει έναν διαγωνισμό και αποσπά το χρηματικό έπαθλο που του επιτρέπει να μείνει λίγο καιρό ακόμη στην πόλη, έστω και σε συνθήκες ένδειας. Η δημοσιότητα δεν του κάνει καλό. Γίνεται στόχος αυτών που ισχυρίζονται πως είναι καλύτεροι άνθρωποι και αληθινοί Έλληνες. Πώς τολμά αυτός, «Μακεδών ών», να ασχολείται με την εξωτερική πολιτική της χώρας; Να τα βάζει με τη Ρωσία; Καλύτερα να γυρίσει στο χωριό του και να μας αφήσει ήσυχους. Αυτός είναι vulgaire, εμείς υψιπετείς!
Τα υπόλοιπα είναι θολά και συγκεχυμένα. Επιστρέφει στην Αχρίδα, ξαναγυρνά στην Αθήνα, μαθαίνει έξαλλος πως ο Δημήτριος Μηλαδίνης, ο δάσκαλος που τώρα πια τον ονομάζουν Miladinov, φονεύθηκε. Κατηγορεί άδικα το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η πίκρα που στάλαζε μέσα του γίνεται μίσος. Κάποτε είχε δηλώσει πως ήρθε στην Αθήνα «διογενικώς», ένας διγενής, όμως τώρα πια τα ζύγια χάλασαν, αποστρέφεται αυτούς που τον κυνηγάνε, σιχαίνεται τον άλλο του εαυτό. Γίνεται μονογενής. Διδάσκει με φανατισμό τη βουλγαρική γλώσσα σε σχολεία της πατρίδας του. Ενοχλεί ακόμη κι εκείνους τους πράκτορες της Βουλγαρίας που διεισδύουν στην περιοχή και επιδιώκουν να επηρεάσουν φρονήματα και πεποιθήσεις με χρήματα, υποσχέσεις, απειλές.
Πεθαίνει στη γενέτειρα πάμφτωχος λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα. Είναι τυχερός. Έζησε στον αιώνα των εθνών και όχι των άκρων. Βρέθηκε στο μεταίχμιο ιστορικών στιγμών, όταν οι ταυτότητες δημιουργούνταν στηριγμένες σε μύθους, προσδοκίες και εξατομικευμένες προσλήψεις και η ένταξη στη μια ή στην άλλη κοινότητα αποτελούσε ζήτημα προσωπικής επιλογής. Στο ρευστό περιβάλλον της εποχής οι εθνικοί ανταγωνισμοί συναντούσαν ανθρώπους διογενείς και τους διεκδικούσαν. Θα θεωρούσε κανείς φυσικό στη διαπάλη αυτή η Ελλάδα να κυριαρχεί χάρη στην αίγλη του πολιτισμού και το κύρος της βαριάς ιστορίας. Όμως όχι. Δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει επαρκώς αυτό το μεγάλο προβάδισμα. Πάντοτε εμφανίζονταν οι κήνσορες και οι θεματοφύλακες του καθαρού αίματος, οι οποίοι σαν τον αρχαίο ρήτορα θεωρούσαν διαφορετικό όποιον ερχόταν πέρα από τα σύνορα και απόδιωχναν όσους μπορούσαν. Ο «ομηρόπληκτος» ποιητής μας, διωγμένος από την Αθήνα, επινοεί μια καινούργια πατρίδα, καλλιεργεί τη γλώσσα της και γίνεται ο βάρδος της εθνογένεσης των «άλλων».

—————–
Γρηγόριος Σταυρίδης ή Παραλίτσας (Αχρίδα 1830 – Αχρίδα 1893) ή Григор Ставрев Пърличев ή Grigor Stawrew Pârličhev. Τον διεκδικούν τρεις σλαβικοί λαοί αλλά δεν ανθολογείται πια στην ελληνική ποίηση.
Μια μικρή διδακτική ιστορία που μας δείχνει πώς μπορείς να χάσεις συμμάχους ή ακόμη και ένθερμους πατριώτες και να τους μετατρέψεις σε εχθρούς – ή, αντίθετα, να δημιουργήσεις σταθερές και χρήσιμες φιλίες (με την ευκαιρία της διαφαινόμενης προσαρμογής της κυβέρνησης της ΝΔ στα σημερινά νομικά δεδομένα).
Και να μη ξεχνάμε ότι μόλις τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή μας, οι ίδιοι πάνω κάτω τιμητές αποκαλούσαν «τουρκόσπορους» τους πρόσφυγες από τη Μικρασία και τη Θράκη και απαιτούσαν να μην τους παραχωρηθούν πολιτικά δικαιώματα.

eXTReMe Tracker