Η παγκοσμιότητα της Μασσαλιώτιδος

 Η παγκοσμιότητα της Μασσαλιώτιδος

Γράφει από το Παρίσι ο Μιχάλης Μαυρόπουλος

 

Στο πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου, οι καλλιτέχνες-χορωδοί της Όπερας  Garnier των Παρισίων, όντας απεργοί, τραγούδησαν μπροστά στην είσοδο του περίφημου μεγάρου ενώπιον πολλών περαστικών-θεατών, την Μασσαλιώτιδα, τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας. Επρόκειτο για ένδειξη αλληλεγγύης με το συνεχιζόμενο κίνημα αμφισβητήσεως του μακρονικού συνταξιοδοτικού σχεδίου που συζητείται αυτές τις ημέρες στο Κοινοβούλιο. Εξ άλλου, σήμερα Δευτέρα, 17 του μηνός, ονομασθείσα «μαύρη Δευτέρα», οι εργαζόμενοι στο μετρό διοργανώνουν την ενάτη ή δεκάτη (έχω χάσει τον λογαριασμό), ημέρα δράσεως εναντίον του ιδίου σχεδίου. Δεν αποκλείεται, να ακουσθεί εκ νέου στους δρόμους των Παρισίων, όπως έκαναν και οι απεργοί της Όπερας, το «Εμπρός παιδιά της Πατρίδος» (Allons enfants dela Patrie), ο πρώτος, ο πιο απλός και συνάμα ο πιο γνωστός στίχος της Μασσαλιώτιδος. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι από την αρχή της Επαναστάσεως του 1789 μέχρι και σήμερα υπάρχει ένας ιστορικός-ιδεολογικός αδιάρρηκτος δεσμός στην  εξελικτική πορεία της Γαλλίας.

Ποια είναι όμως η ιστορία της Μασσαλιώτιδος; Ποιός έγραψε τους στίχους της, κάτω από ποιες συνθήκες γεννήθηκε αυτό το πασίγνωστο επαναστατικό άσμα;

Εγράφη και μελοποιήθηκε στο Στρασβούργο από τον ποιητή και βιολονίστα Ρουζέ Nτε Lil (Rouget de Lisle) -αντίστοιχος είναι ο Επτανήσιος Διονύσιος Σολωμός δημιουργός του ελληνικού εθνικού ύμνου- στην διάρκεια μεταξύ των μηνών 24 Απριλίου και Ιουνίου 1792. Το άσμα τραγουδιόταν παντού. Έφτασε μέχρι την Μασσαλία και τραγουδήθηκε από ένα νέο γιατρό που ήταν μέλος της Εθνοφυλακής. Τραγουδώντας την Μασσαλιώτιδα οι αποκληθέντες «Ξεβράκωτοι» (Sans Culottes) Παριζιάνοι, ομού με τους ξεσηκωμένους Μασσαλιώτες που έφταναν από την μεσογειακή πόλη τους, κατευθύνθησαν προς το βορειοανατολικό μέτωπο της παρισινής περιοχής, κατέκτησαν το βασιλικό παλάτι  των κήπων του Κεραμεικού, ανέτρεψαν την μοναρχία και εγκαινίασαν την πιο δημοφιλή φάση της Επαναστάσεως, εκείνη που διεύθυνε  ο αδιάφθορος και άτεγκτος Ροβεσπιέρος.

Η Μασσαλιώτιδα καθιερώθηκε σαν εθνικός ύμνος στις 14 Ιουλίου το 1795 από την Συμβατική Συνέλευση (Convention), απαγορεύθηκε διαρκούσης της πρώτης αυτοκρατορίας του Ναπολέοντος (1805-1815) και της Παλινορθώσεως της βασιλείας (1815-1830), εν συνεχεία ξανατραγουδήθηκεαπό τον ξεσηκωμένο λαό τον Ιούλιο του 1830, όταν ο μουσικοσυνθέτης Μπερλιόζ την ενορχήστρωσε προς τιμή του Ρουζέ Ντε Λιλ. Η Τρίτη Δημοκρατία (1870-1940) την επανέφερε σαν εθνικό ύμνο. Διαρκούντος του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, το φιλοχιτλερικό καθεστώς του Βισί, αντεπαναστατικό και δουλοπρεπές  έναντι του Βερολίνου, απαγόρευσε με την σειρά του τον ύμνο. Σήμερα η Μασσαλιώτιδα παίζεται στην εκδοχή  που επικρατεί από το 1887.

Πολλά, και εν μέρει ανακριβή, ελέχθησαν και εγράφησαν μετέπειτα για την Μασσαλιώτιδα και από την εθνικιστική Δεξιά αλλά και από όλες τις αποχρώσεις του αριστερισμού. Και οι  δυο πλευρές παρουσιάζουν το άσμα από τη σκοπιά τους, η μεν Δεξιά επικαλούμενη τον εθνικό του χαρακτήρα το επαινεί επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, τους στίχους «ιερή αγάπη της πατρίδος,/oδήγα, στήριζε τα εκδικητικά μπράτσα μας» (Amour sacré de lα Patrie/ conduit, soutiens nos bras vengeurs), οι δε αριστεριστές, ορμώμενοι από τον στίχο και «ένα  μιαρό (μαγαρισμένο) αίμα/Ποτίζει τα αυλάκια μας!» (Qu’ un sang impur/ Abreuve nos sillons!) του προσάπτουν μια βάρβαρη ξενοφοβική μιλιταριστική διάσταση.

Χωρίς αναγνωρίσιμη πολιτική ετικέτα, ο  γνωστός φιλόσοφος Μισέλ Σέρ (Michel Serres), συμμερίζεται την άποψη αυτών που καταδικάζουν τον ανωτέρω στίχο. Όλως αντιθέτως, ο πλησίον των κομμουνιστών εκπαιδευτικός Ζώρζ Γκαστώ (Georges Gastaud) υποστηρίζει ότι πρόκειται για ένα τραγούδι ξεσηκωμού που καλεί τον λαό να πάρει τα όπλα ενάντια στην εσωτερική και εξωτερική αντεπανάσταση. Το 1871, οι Κομμουνάροι των Παρισίων υιοθέτησαν την Μασσαλιώτιδα ως επίσημο ύμνο του κινήματός τους. Εν συνεχεία διέσχισε τον Ατλαντικό και υμνήθηκε από τους απεργούς του Σικάγου αποδίδοντας φόρο τιμής στα θύματα των αιματηρών επεισοδίων της μεγάλης αμερικανικής εργατουπόλεως και καθιερώνοντας το 8ωρο και τον εορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι καμπάνες της βαυαρικής πόλεως Χάμ παίζουν καθημερινώς στις 12:05 το γαλλικό επαναστατικό τραγούδι προς τιμή του Βαυαρού στρατάρχη Λούκνερ που πήρε την γαλλική υπηκοότητα και συνέβαλε πολύ εις το έργο της Επαναστάσεως. Παρίσι, Μόσχα, Σικάγο και μια γερμανική πόλη  μπορούν  να ληφθούν, μεταξύ πολλών άλλων, ως σύμβολα της παγκόσμιας εμβέλειας της Μασσαλιώτιδος.

Ο Ποττιέ (Pottier) σκωπτικός τραγουδιστής, εργάτης το επάγγελμα, έγραψε αρχικά τους στίχους της Διεθνούς τραγουδισμένους στον σκοπό της Μασσαλιώτιδος και με τον μουσικό σκοπό της τελευταίας  οι μπολσεβίκοι διεξήγαγαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την Επανάσταση του 1917. Αυτό το διαπιστωμένο γεγονός μας επιτρέπει να δούμε σε τι βαθμό άγνοιας έπεσαν δυστυχώς μερικά πολιτικώς δραστηριοποιημένα  άτομα ανήκοντα στην Αριστερά που διαβολοποιούν την Μασσαλιώτιδα και την αντιπαραθέτουν στην Διεθνή. Διευκρινιστέον ότι η εργατική τάξη της Γαλλίας πέτυχε τις αδιαμφισβήτητες επιτεύξεις της το 1936 (Λαϊκό Μέτωπο) και το 1945 (Απελευθέρωση), περίοδοι που τραγουδούσε τα δυο άσματα, και κρατούσε ψηλά τις δυο σημαίες, την  τρίχρωμη γαλλική και την κόκκινη, διαδηλώνοντας είτε για να γιορτάσει τις νίκες της, είτε για να διεκδικήσει ικανοποίηση των αιτημάτων της.

Αλλά πώς να γράψει κανείς  για την Μασσαλιώτιδα, χωρίς να αναφερθεί  στο ομώνυμο κινηματογραφικό του μεγάλου σκηνοθέτη του Μεσοπολέμου Ζαν Ρενουάρ (Jean Renoir) γυρισμένο το 1938; Η ταινία χρηματοδοτήθηκε από την Αριστερά, παντοδύναμη εκείνη την εποχή, με την μορφή προεγγραφής, υποστηριζόμενης από το συνδικάτο CGT. Ήταν όμως μια αποτυχία που ανάγκασε τους πρωτοστατήσαντες σε αυτό το εγχείρημα να απευθυνθούν σε μια κλασσική εταιρία παραγωγής ταινιών.

O κριτικός του κινηματογράφου Ζακ Λουρσέλ (Jacques Lourcelles) στην μελέτη του «Dictionnaire du cinéma»γράφει: «Το  μεγάλο προτέρημα  του Ρενουάρ που καθιστά την ταινία τόσο ζωντανή και εύχαρι, είναι το γεγονός ότι ποτέ δεν εξυμνεί την ηρωική εικόνα, όλως αντιθέτως προβάλλει οικογενειακές μικροσκηνές, χίλιες δυο συζητήσεις, την μια από εδώ, την άλλη από εκεί, καθημερινά φαγοπότια. Αυτή η μέθοδος επέτρεψε στον Ρενουάρ να περιγράψει μια μάζα ταπεινών ανθρώπων που παίρνουν μέρος  στα πιο σοβαρά γεγονότα. Στο μεγαλύτερο μέρος της, η ταινία είναι ένα ζωντανό χρονικό αυτής της εποχής πρωτότυπη, χωρίς να παίρνει το μέρος του ενός ή του άλλου, γεμάτη από παρατηρήσεις των προσώπων που πάνε στο πεδίο της μάχης άλλοτε με βάση την λογική, άλλοτε ακολουθώντας το ένστικτο τους ή την καρδιά τους».

Για τον ειδικευμένο στον κινηματογράφο, η ταινία δίδει «μια ανάγλυφη τραγική εικόνα, διότι όλος ο κόσμος έχει δίκαιο ή μάλλον καθείς για διαφόρους λόγους έχει δίκαιο. Παρατηρώντας τις δυο παρατάξεις (βασιλόφρονες και επαναστάτες), ο Ρενουάρ προσπαθεί να αποδώσει τον χαρακτήρα των προσωπικοτήτων που έχουν ευγενείς προθέσεις και έρχονται σε διαμάχη με την επικρατούσα μικροπρέπεια».

Λυπούμαι μεγάλως που, τόσα χρόνια στο Παρίσι, δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να ξαναδώ αυτή την ταινία που τόσο σημάδεψε την γαλλική πολιτική κουλτούρα.

Διαβάστε επίσης