Dark Mode Light Mode

Η Θάσος που αγαπήσαμε κινδυνεύει από την υπερβολή

Όποιος έχει περπατήσει στη Θάσο νωρίς το πρωί, πριν ανέβει ο ήλιος και πριν γεμίσουν οι ακτές, ξέρει τι σημαίνει αυτό το νησί. Ξέρει τη μυρωδιά του πεύκου που φτάνει μέχρι το κύμα, την ησυχία των αμμοθινών, τη δροσιά που προσφέρουν τα αρμυρίκια και τη στιβαρή παρουσία των σχίνων που κρατούν το χώμα όρθιο απέναντι στους βοριάδες και τους νοτιάδες. Η Θάσος δεν είναι απλώς ένας τουριστικός προορισμός. Είναι ο τόπος μας, η φύση που μας μεγάλωσε και για πολλούς η ίδια η επιβίωση των οικογενειών τους.

Του Γιώργου Μπλιώνη, Δρ. Βιολογίας

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο τουρισμός δίνει ψωμί στο νησί. Όλοι θέλουμε να προκόβουν οι ντόπιες επιχειρήσεις, να έχουν δουλειά οι νέοι και να ευημερεί ο τόπος. Το ερώτημα όμως που οφείλουμε να θέσουμε με ειλικρίνεια στους εαυτούς μας είναι: τι ακριβώς πουλάμε όταν εξαφανίζουμε αυτό που προσελκύει τους επισκέπτες εξ αρχής; Τα τελευταία χρόνια γινόμαστε μάρτυρες μιας ιδιότυπης «ανάπτυξης» που μοιάζει να πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο καθόμαστε. Η παράκτια βλάστηση, τα αρμυρίκια (ή αλλιώς «θαλασσιές» στο τοπικό ιδίωμα) και οι προστατευτικοί θαμνώνες των σχίνων καθαρίζονται με συνοπτικές διαδικασίες, λες και η φύση έκανε… λάθος που τους έβαλε εκεί για να κρατούν την ακτή από τη διάβρωση. Αντίθετα, φυτεύουμε εξωτικούς φοίνικες, λες και θέλουμε να μετατρέψουμε το τοπίο σε Τζαμάϊκα ή σε Κυανή Ακτή! Σε μικρούς, γραφικούς όρμους που άλλοτε χωρούσαν λίγες ψαρόβαρκες και λίγους παραθεριστές ξεφυτρώνουν πλέον θηριώδη ξενοδοχειακά συγκροτήματα. Όγκοι τσιμέντου εξαφανίζουν το μέτρο και την κλίμακα του τοπίου. Την ίδια ώρα που η κλιματική κρίση εντείνει τη λειψυδρία, οι υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης καθυστερούν δεκαετίες να ολοκληρωθούν, ενώ τα ΕΛΤΑ και άλλες δημόσιες υπηρεσίες εξυπηρέτησης του κοινού εξαφανίζονται! Η τραγική ειρωνεία της υπόθεσης; Αφού πρώτα ξεριζώσουμε τα αρμυρίκια και τους σχίνους που κρατούν την ακτή, αφού ισοπεδώσουμε τις αμμοθίνες και χτίσουμε κοντά στο κύμα, μετά ανακαλύπτουμε ότι… η θάλασσα μας τρώει την παραλία! Και τότε, με το γνώριμο ελληνικό μας ταλέντο, αρχίζουμε να ζητάμε από το κράτος και τον Δήμο τσιμεντένιους προβλήτες, μπλόκια και προστατευτικά έργα για να σώσουμε τις περιουσίες μας από τη διάβρωση που οι ίδιοι προκαλέσαμε. Δεν πρόκειται για κατηγορητήριο απέναντι στους ανθρώπους του μόχθου. Οι ντόπιοι επιχειρηματίες και οι κάτοικοι είναι άνθρωποι που προσπαθούν να βγάλουν το ψωμί τους σε ένα περιβάλλον που συχνά ενθαρρύνει την εύκολη και γρήγορη απόδοση. Όμως, αν δεν βάλουμε μόνοι μας μέτρο, αν δεν καταλάβουμε ότι ο σχίνος και το αρμυρίκι είναι οι καλύτεροι (και δωρεάν) μηχανικοί προστασίας της ακτής μας, σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει η Θάσος που αγαπήσαμε — ούτε για εμάς, αλλά ούτε και για τους τουρίστες. Ο τουρισμός που σέβεται το τοπίο δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η μόνη εγγύηση ότι η Θάσος θα έχει μέλλον και σε δέκα και σε είκοσι χρόνια. Ας προστατεύσουμε το νησί μας από τη δική μας υπερβολή, πριν χρειαστεί να αναρωτηθούμε που πήγε η άμμος, πού πήγαν τα δέντρα και, τελικά, πού πήγε η ομορφιά της Θάσου.

Προηγούμενο άρθρο

Από τη Μεταπολίτευση στη Νέα Πολιτική Γεωγραφία. Πλουραλισμός, κρίση αντιπροσώπευσης και η αναδιάταξη του ελληνικού κομματικού συστήματος. ΜΕΡΟΣ Α’