Ο βραβευμένος Καβαλιώτης συγγραφέας Αχιλλέας ΙΙΙ σε μια αποκλειστική συνέντευξη στην Πρωινή, εν όψει της ιδιαίτερης εκδήλωσής που θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 4 Ιουνίου στην πόλη μας στη Μεγάλη Λέσχη, με αφορμή την κυκλοφορία της τελευταίου του βιβλίου με τίτλο «Απέξω» (Εκδόσεις Ίκαρος).
Γνωστός για τον πρωτότυπο τρόπο γραφής και το χιούμορ του, ο Αχιλλέας ΙΙΙ καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από διήγημα σε διήγημα, συγκινεί, προκαλεί τη σκέψη και προσφέρει έναν άλλον τρόπο να κοιτάζουμε τον κόσμο γύρω μας, αυτή τη φορά με ήρωες ανθρώπους οι οποίοι ζουν στο περιθώριο και επιβιώνουν παλεύοντας ενάντια στις δυσκολίες της ζωής στον δρόμο και ενάντια στην αδιαφορία των πολλών.

Στο προηγούμενο βιβλίο σας, το «Τέλος Πάντων», καταστρέψατε τον κόσμο. Πώς επιστρέφει κανείς με νέες ιστορίες ύστερα από κάτι τέτοιο;
Ανοίγοντας, για αρχή, δρόμο μέσα από τα συντρίμμια… Άλλωστε, μια από τις βασικές ιδέες του «Τέλος Πάντων», ήταν ότι κάθε τέλος μπορεί αλλά και πρέπει να αποτελεί ευκαιρία για μια νέα αρχή.
Πρόκειται για ένα αρκετά διαφορετικό, σε σχέση με τα προηγούμενα σας, βιβλίο; Τι συνέβη, υποκύψατε τελικά στον ρεαλισμό αφήνοντας λιγότερο χώρο στο χιούμορ;
Παρότι το χιούμορ υπάρχει σε οτιδήποτε κάνω, ως αντίδοτο, ως ανάσα και ως μπάλα κατεδάφισης, κάθε βιβλίο οφείλει να είναι, με κάποιον τρόπο, διαφορετικό. Αφενός επειδή κάθε άνθρωπος προχωρώντας αλλάζει τον τρόπο που αλληλεπιδρά με ό,τι τον περιβάλλει, μεταβάλλοντας τον τρόπο έκφρασής του, και αφετέρου επειδή ―όπως κάθε παιδί μπορεί να εξηγήσει― είναι πολύ βαρετό να παίζει κανείς με τα ίδια και τα ίδια παιχνίδια!
Ασφαλώς, το «Απέξω» είναι περισσότερο ρεαλιστικό από τις προηγούμενες σειρές διηγημάτων μου. Οι ήρωες του θα μπορούσαν να είναι όλοι (ή σχεδόν όλοι) υπαρκτοί. Παρ’ όλα αυτά, διατήρησα και σε αυτό το βιβλίο το δικαίωμα να μπολιάζω τις περιπέτειές τους με το παράδοξο, με το μαγικό και με όσα μόνο σε ένα όνειρο θα μπορούσαν να συμβούν. Με αυτόν τον τρόπο επεκτείνω την πραγματικότητα προς νέες κατευθύνσεις για χάρη της λογοτεχνίας και για χάρη της τέρψης που αυτή μπορεί να προσφέρει. Σε αυτές τις 22 ιστορίες φαντασία και πραγματικότητα εναλλάσσονται μέχρι που τα όρια των δυο είναι τόσο δυσδιάκριτα όσο η γραμμή που χωρίζει και ταυτόχρονα συνδέει το απομέσα και το απέξω.
Πόσο αληθινές είναι τελικά αυτές οι ιστορίες;
Όσο αληθινά μπορεί να είναι μερικές φορές τα παραμύθια: πάρα πολύ!
Οι ήρωες του «Απέξω» διαφέρουν μεταξύ τους αλλά διαφέρουν και από τους περισσότερους ανθρώπους που γνωρίζουμε. Πόσο εύκολα θεωρείτε ότι μπορεί να ταυτιστεί ο αναγνώστης μαζί τους;
Πράγματι, οι πρωταγωνιστές αυτών των διηγημάτων είναι αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, άλλωστε, προκειμένου να φωτίζονται διαφορετικές πτυχές του συγκεκριμένου θέματος. Έτσι, μεταξύ άλλων, ένας άνδρας στέλνει σήματα μορς στην άλλη άκρη του κόσμου κρούοντας μια σκαλωσιά, κάποιος κυκλοφορεί παντού κουβαλώντας ένα κλουβί με ένα πουλί, μια γυναίκα σπέρνει τον τρόμο επινοώντας τις πιο φρικτές κατάρες που έχουν ακουστεί ποτέ, ένας τυφλός παρατηρεί τον κόσμο, κάποιος που έχει χάσει τη λαλιά του τραγουδάει στη θάλασσα, μια γυναίκα «σπέρνει» προκλητικά εσώρουχα στο πέρασμά της, κ.λ.π.
Όλοι αυτοί και αρκετοί ακόμη συγκροτούν έναν παράξενο θίασο. Όσον, όμως, αφορά τη δυνατότητα ταύτισης των αναγνωστών με κάποιους που ζουν στο περιθώριο, δεν αποκλείεται να εκπλαγείτε… Νομίζω ότι οι «απομέσα» και οι «απέξω» έχουν μεταξύ τους πολύ περισσότερα κοινά απ’ ό,τι οι ίδιοι νομίζουν…
Είναι ο κόσμος τόσο αλλόκοτος όσο μοιάζει μερικές φορές στα διηγήματά σας;
Όχι! Φυσικά, όχι! Ο πραγματικός κόσμο είναι πολύ περισσότερο αλλόκοτος απ’ ό,τι μπορεί να φανταστεί ο καθένας από εμάς. Πρόκειται για έναν κόσμο γεμάτο παραδοξότητες, κραυγαλέες αντιφάσεις και αδικίες, που όμως δεν μας κάνουν πλέον ιδιαίτερη εντύπωση επειδή τις έχουμε όλες λίγο πολύ συνηθίσει και έχουμε αποδεχτεί αυτό το χάλι ως φυσιολογικό, ενώ καθόλου τέτοιο δεν είναι!
Παρότι έχετε γεννηθεί και έχετε μεγαλώσει στην Καβάλα ζείτε πολλά χρόνια στην Αθήνα. Θα μπορούσαν αυτά τα διηγήματα να έχουν γραφτεί στην πόλη μας;
Nομίζω πως, παρότι μια γιγάντια πόλη όπως η Αθήνα παρέχει πολλαπλάσια ερεθίσματα, το «Απέξω» θα μπορούσε να έχει γραφτεί οπουδήποτε, υπό την προϋπόθεση της παρατήρησης και της αποστασιοποίησης από την αποστασιοποίηση.
Έχω μεγαλώσει λίγο πιο πέρα από τη γειτονιά του Αγίου Αθανασίου, σε ένα εκτός σχεδίου πόλεως κομμάτι, με μεγάλες άκτιστες εκτάσεις και αρκετές αμυγδαλιές κάτω από τις οποίες παίζαμε όταν ήμασταν παιδιά. Η πρώτη φορά που συνάντησα άνθρωπο με το χέρι απλωμένο ήταν έξω από την εκκλησία, σε κάποια από τις μεγάλες γιορτές. Θυμάμαι ότι στην αρχή δυσκολευόμουν να κατανοήσω για ποιόν λόγο μια ηλικιωμένη γυναίκα με ταλαιπωρημένη όψη καθόταν στις σκάλες έξω από τον ναό, όσο εμείς περνούσαμε από δίπλα της φορώντας τα καλά μας ρούχα. Ξέρετε, αντιθέσεις όπως αυτή είναι αρκετά προφανείς στα μάτια ενός παιδιού και, φυσιολογικά, μπορούν να οδηγήσουν σε πλήθος από ερωτήματα. Δυστυχώς, ωστόσο, μεγαλώνοντας επέρχεται μια εξοικείωση συντριπτική για τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Σταδιακά η δυστυχία των άλλων μοιάζει να εκπέμπεται σε μια συχνότητα την οποία δεν αντιλαμβανόμαστε, όπως συμβαίνει με έναν δυσάρεστο ήχο που ακούγεται σταθερά στον χώρο όπου βρισκόμαστε, τόσο σταθερά ώστε, μετά από κάποιο διάστημα, τον συνηθίζουμε και όχι μόνο δεν μας ενοχλεί αλλά είναι σαν να μην υπάρχει…
Είναι σκληρότερη η μοναξιά και πιο ανυπόφορη η δυστυχία σε μια μικρή ή σε μια τεράστια πόλη;
Υπάρχουν τόσοι τρόποι αντιμετώπισης της μοναξιάς ή των προβλημάτων από την ανέχεια όσοι και άνθρωποι. Μπορεί κανείς να αισθάνεται εξίσου άγρια μόνος όταν κινείται χωρίς παρέα, ανωνύμως, μέσα σε ένα τεράστιο πλήθος, όταν βαδίζει σε έναν παντελώς έρημο δρόμο ή όταν απλώς τύχει να συναντήσει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο στα μάτια του οποίου θα εντοπίσει την αδιαφορία.
Ποιο θέλατε να είναι το βασικότερο μήνυμα προς τους αναγνώστες στο «Απέξω»;
Είναι καλύτερα να μην υποδεικνύει κανείς συγκεκριμένα μηνύματα σε αυτές τις περιπτώσεις. Ας φτάσει ο κάθε δέκτης στο δικό του συμπέρασμα. Πέρα από αυτό, θα ήθελα να έχουμε κατά νου ότι κάθε ισορροπία είναι περισσότερο εύθραυστη απ’ όσο νομίζουμε, και ότι αν κάποιος επιθυμεί να κατανοήσει την πραγματικότητα αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, καλό είναι να παρατηρεί προσεκτικά όσα τον περιβάλλουν, από όσες περισσότερες διαφορετικές γωνίες μπορεί, χωρίς να παραλείπει να το κάνει όχι μόνο από μέσα αλλά και απέξω.
Επίσης, δεν θυμάμαι πλέον πού είχα συναντήσει τη φράση «Θεέ μου, δώσε μου δύναμη να αντέχω τα βάσανά μου με την ίδια ευκολία που αντέχω τα βάσανα των άλλων…», αλλά σας την παραθέτω.
Στις 4 Ιουνίου επισκέπτεστε την πόλη μας για μια παρουσίαση στη Μεγάλη Λέσχη. Τι να περιμένουμε;
Είμαι πολύ χαρούμενος που θα παρουσιάσουμε το «Απέξω» στην Καβάλα, στην υπέροχη αίθουσα της Παλιάς Δημοτικής Βιβλιοθήκης, με την οποία με συνδέουν τόσες αναμνήσεις όσες και οι σελίδες των δανεισμένων από αυτή βιβλίων που έχουν περάσει από τα χέρια μου. Την Πέμπτη στις 4 Ιουνίου, λοιπόν, θα είμαστε εκεί για μια μικρή παράσταση, αρκετά διαφορετική απ’ τις εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται συνήθως για τα βιβλία. Εκεί πρόκειται να διαβαστούν αποσπάσματα από το «Απέξω», ανάμεσα στα οποία θα ακούγονται μουσικά κομμάτια παιγμένα στο πιάνο από τον καλό φίλο και εξαιρετικό μουσικό και δάσκαλο Γιάννη Κανάκη, καθώς και κάποια συγκεκριμένα και σχετικά με το θέμα τραγούδια. Ο στόχος, πέρα από την ψυχαγωγία των παρευρισκόμενων για ένα μισάωρο περίπου, είναι να επεκταθεί με τη βοήθεια της μουσικής η αφήγηση και να αποκτήσει ακόμη περισσότερες διαστάσεις, επιτρέποντας την ανάπτυξη διαλόγου ανάμεσα στο ήδη οικείο και στο φαινομενικά ασυνήθιστο. Αμέσως μετά, με την αγαπημένη μου φιλόλογο Στέλλα Ναλμπάντη, θα έχουμε τη χαρά να συζητήσουμε για το απέξω και το απομέσα. Σας υπόσχομαι ότι δεν θα πλήξετε καθόλου!

