Dark Mode Light Mode

Καβάλα 1940–1944: Η βουλγαρική κατοχή, το Ολοκαύτωμα, η Αντίσταση και η Απελευθέρωση

 Η Καβάλα πέρασε από την επιστράτευση της 28ης Οκτωβρίου 1940 στη γερμανική εισβολή και στη βουλγαρική κατοχή. Στα αντίποινα του Σεπτεμβρίου 1941 καταγράφονται 110 νεκροί στον τότε νομό, ενώ στις 4 Μαρτίου 1943 συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν 1.484 Εβραίοι της πόλης, χωρίς κανέναν επιζώντα από τη συγκεκριμένη αποστολή. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1944, το 26ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ εισήλθε στην Καβάλα και ανέλαβε η ελληνική πολιτική διοίκηση. Η οριστική αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων ολοκληρώθηκε στις 26 Οκτωβρίου. Μια ιστορική αναδρομή τεκμηριωμένη με αρχεία, επιστημονικές μελέτες και μαρτυρίες.

Έρευνα Θανάσης Μπόμης

Η Καβάλα πριν από τον πόλεμο: Η πόλη του καπνού, των προσφύγων και των εργατικών αγώνων

Η Καβάλα του 1940 ήταν ένα σημαντικό εμπορικό και εργατικό κέντρο της Ανατολικής Μακεδονίας. Η οικονομία της στηριζόταν στο καπνεμπόριο, ενώ η κοινωνική και πολιτική της φυσιογνωμία είχε διαμορφωθεί από την εγκατάσταση χιλιάδων προσφύγων μετά το 1922.

Η απογραφή του 1940 κατέγραψε 49.667 κατοίκους. Οι μεγάλες καπναποθήκες, τα καπνεργοστάσια και το λιμάνι συνέδεαν την πόλη με διεθνείς αγορές. Παρά την εμπορική δραστηριότητα, οι καπνεργάτες αντιμετώπιζαν εποχική απασχόληση, ανεργία και οικονομική ανασφάλεια, που επιδεινώθηκαν κατά τη δεκαετία του 1930.

Οι κοινωνικές αντιθέσεις εκφράστηκαν μέσα από ισχυρά εργατικά σωματεία και κινητοποιήσεις. Το 1933 η πόλη συγκλονίστηκε από μεγάλους καπνεργατικούς αγώνες, ενώ τον Φεβρουάριο του 1934 εξελέγη δήμαρχος ο Μήτσος Παρτσαλίδης, επικεφαλής συνδυασμού που υποστηριζόταν από το ΚΚΕ.

Η εκλογή του αποτέλεσε σημαντικό γεγονός της πολιτικής ιστορίας της χώρας. Η νέα δημοτική πλειοψηφία, ωστόσο, αντιμετώπισε διώξεις και καθαιρέσεις. Δημοτικοί σύμβουλοι και συνδικαλιστές οδηγήθηκαν στις φυλακές ή στην εξορία. Ορισμένοι παρέμειναν πολιτικοί κρατούμενοι μέχρι τη γερμανική κατοχή.

Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 επέβαλε αυστηρότερους περιορισμούς στην πολιτική και συνδικαλιστική δραστηριότητα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η πόλη συνέχισε την καθημερινή της ζωή, με τα σχολεία, τις αγορές και τις καπναποθήκες να διατηρούν τον κεντρικό τους ρόλο.

Η ιστορική έρευνα για το Γυμνάσιο Θηλέων Καβάλας καταγράφει 507 μαθήτριες το σχολικό έτος 1939–1940 και 561 το 1940–1941. Η λειτουργία του σχολείου διακόπηκε κατά την Κατοχή και αποκαταστάθηκε μετά τον πόλεμο.

Στις 26 Ιουνίου 1940, λίγους μήνες πριν από την ιταλική επίθεση, είχαν πραγματοποιηθεί τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη στην τότε πλατεία Φουάτ, έργου του γλύπτη Γρηγόρη Ζευγώλη.

Η πολεμική επιστράτευση που ακολούθησε συνδέθηκε με έναν άλλο χαρακτηριστικό χώρο της Καβάλας: τη μεγάλη καπναποθήκη της σημερινής πλατείας Καπνεργάτη.

28 Οκτωβρίου 1940: Η επιστράτευση μπροστά στη μεγάλη καπναποθήκη

Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου η είδηση της ιταλικής επίθεσης κινητοποίησε τις στρατιωτικές αρχές και τους κατοίκους. Η συγκέντρωση των επιστράτων οργανώθηκε στο κέντρο της πόλης.

Μπροστά στη μεγάλη καπναποθήκη της σημερινής πλατείας Καπνεργάτη εγκαταστάθηκε συνεργείο επιστράτευσης. Οι στρατεύσιμοι παρουσιάζονταν εκεί και στη συνέχεια μεταφέρονταν στην Ελευθερούπολη, όπου λειτουργούσε κέντρο κατάταξης, πριν προωθηθούν στις μονάδες τους.

Στην Καβάλα είχαν έδρα το Δ΄ Σύνταγμα Πυροβολικού και το Δ΄ Τάγμα Μηχανικού. Στην Ελευθερούπολη βρίσκονταν το 25ο Σύνταγμα Πεζικού και το Δ΄ Σύνταγμα Ιππικού, ενώ στην πόλη λειτουργούσε στρατιωτικό νοσοκομείο.

Η καθημερινή εφημερίδα Ταχυδρόμος κυκλοφόρησε έκτακτη έκδοση για την ιταλική εισβολή. Οι αναχωρήσεις των στρατιωτών, η παρακολούθηση των πολεμικών ανακοινωθέντων και η αγωνία των οικογενειών διαμόρφωσαν την καθημερινότητα των επόμενων μηνών.

Καβαλιώτες συμμετείχαν στις επιχειρήσεις του ελληνοϊταλικού πολέμου και στις συγκρούσεις που ακολούθησαν. Σύμφωνα με ιστορική καταγραφή βασισμένη σε στοιχεία στρατιωτικών αρχείων, οι πεσόντες από ολόκληρο τον τότε νομό Καβάλας ανήλθαν σε 92: πέντε αξιωματικούς και 87 οπλίτες. Ο αριθμός αφορά την ευρύτερη διοικητική περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των επαρχιών Καβάλας, Παγγαίου, Νέστου και Θάσου, όχι αποκλειστικά την πόλη.

Μετά τον πόλεμο, στις 23 Οκτωβρίου 1945, το Δημοτικό Συμβούλιο αναγνώρισε τη σημασία του σημείου της επιστράτευσης, ονομάζοντας την πλατεία «28ης Οκτωβρίου 1940». Αργότερα καθιερώθηκε η ονομασία «Πλατεία Καπνεργάτη».

Απρίλιος 1941: Η γερμανική εισβολή και η εγκατάσταση της βουλγαρικής κατοχής

Η επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας στις 6 Απριλίου 1941 έφερε τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Μακεδονία. Οι ελληνικές δυνάμεις αντιστάθηκαν στα οχυρά της γραμμής Μεταξά, αλλά η γερμανική προέλαση από τη Γιουγκοσλαβία ανέτρεψε τη συνολική στρατιωτική κατάσταση.

Η αποδιοργάνωση των ελληνικών μονάδων και η αποχώρηση πολιτικών και στρατιωτικών αρχών δημιούργησαν κενό διοίκησης στην Καβάλα. Σημειώθηκαν λεηλασίες εγκαταλελειμμένων στρατιωτικών αποθηκών, ιδιαίτερα τροφίμων.

Στις 11 Απριλίου 1941, γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στην πόλη από την ανατολική πλευρά, μέσω του Περιγιαλίου. Μηχανοκίνητες φάλαγγες κατευθύνθηκαν προς το κέντρο και το λιμάνι.

Την επομένη εκδόθηκε διαταγή του Γερμανού στρατιωτικού διοικητή για την παράδοση όπλων, την επαναλειτουργία καταστημάτων, τον έλεγχο των τιμών και την επιστροφή αγαθών που είχαν αφαιρεθεί από αποθήκες.

Η γερμανική διοίκηση υπήρξε σύντομη. Η Ανατολική Μακεδονία και η Δυτική Θράκη παραχωρήθηκαν προς κατοχή στη σύμμαχο του Άξονα, Βουλγαρία, η οποία επιδίωξε τη διοικητική ενσωμάτωση της περιοχής.

Στις 3 Μαΐου 1941 συγκροτήθηκε η βουλγαρική διοικητική περιφέρεια «Αιγαιίς» ή «Μπελομόριε», με έδρα την Ξάνθη και πρώτο διοικητή τον Ηλία Κοζουχάροφ.

Η κατοχική πολιτική περιλάμβανε την αντικατάσταση ελληνικών διοικητικών αρχών, την προώθηση της βουλγαρικής γλώσσας, την εγκατάσταση διοικητικών υπαλλήλων και εποίκων, καθώς και παρεμβάσεις στην εκπαίδευση και στην Εκκλησία.

Η πολιτική εκβουλγαρισμού επεκτάθηκε στον δημόσιο χώρο. Το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη απομακρύνθηκε από την κεντρική πλατεία, ενώ οργανώνονταν επίσημες εκδηλώσεις προβολής της βουλγαρικής εξουσίας.

Στην Καβάλα τυπωνόταν η βουλγαρόφωνη εφημερίδα Беломорие («Αιγαιίς»). Τα σωζόμενα φύλλα της αποτελούν ιστορική πηγή για την προπαγάνδα, τις διοικητικές αποφάσεις και τις δημόσιες δραστηριότητες του κατοχικού καθεστώτος.

Η επιβολή της νέας διοίκησης συνοδεύτηκε από συλλήψεις, περιορισμούς στις μετακινήσεις, κατασχέσεις και πιέσεις προς τους Έλληνες κατοίκους.

Η ζωή υπό κατοχή: Πείνα, ανεργία, εκπαίδευση και οικονομική καταπίεση

Η βουλγαρική κατοχή έπληξε μια πόλη της οποίας η οικονομία εξαρτιόταν από το εμπόριο, την επεξεργασία καπνού και τη λειτουργία του λιμανιού.

Οι εμπορικές συναλλαγές περιορίστηκαν, επιχειρήσεις και επαγγελματίες αντιμετώπισαν επιτάξεις και κατασχέσεις, ενώ η ανεργία επιβάρυνε τις οικογένειες των καπνεργατών. Η έλλειψη βασικών αγαθών οδήγησε στην εξάντληση αποθεμάτων και στην αναζήτηση τροφίμων έξω από τις συνηθισμένες εμπορικές διαδρομές.

Οι μαρτυρίες κατοίκων περιγράφουν τη δυσκολία εξασφάλισης τροφής, την αναγκαστική προσαρμογή της διατροφής και τη συνεχή ανασφάλεια. Στον κατοχικό Τύπο καταγράφονται αυστηρές ποινές ακόμη και για την επαιτεία.

Η εκπαίδευση αποτέλεσε βασικό πεδίο της βουλγαρικής πολιτικής. Έλληνες εκπαιδευτικοί αντιμετώπισαν απομάκρυνση ή πιέσεις, ενώ οι κατοχικές αρχές προωθούσαν τη βουλγαρική γλώσσα και την εθνική τους ιστορία. Τον Μάιο του 1942 πραγματοποιήθηκε στην Καβάλα σεμινάριο εκπαιδευτικών στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής.

Η αναγκαστική προσαρμογή στη διοίκηση των κατακτητών συνδυάστηκε με την αποχώρηση κατοίκων προς άλλες περιοχές και την εγκατάσταση βουλγαρικού πληθυσμού στην κατεχόμενη ζώνη.

Οι διαθέσιμες ιστορικές εκτιμήσεις για την έκταση αυτών των μετακινήσεων διαφέρουν. Η απουσία ενιαίας και ασφαλούς απογραφικής καταγραφής δεν επιτρέπει να παρουσιάζεται ένας μόνο αριθμός ως οριστικός.

Σεπτέμβριος 1941: Η εξέγερση της Δράμας και τα βουλγαρικά αντίποινα στην Καβάλα

Τη νύχτα της 28ης προς την 29η Σεπτεμβρίου 1941 εκδηλώθηκε ένοπλη εξέγερση στη Δράμα και σε γειτονικούς οικισμούς. Η βουλγαρική καταστολή επεκτάθηκε σε μεγάλο τμήμα της Ανατολικής Μακεδονίας, ακόμη και σε περιοχές χωρίς ένοπλη δράση.

Ακολούθησαν συλλήψεις, καταδιώξεις, βασανισμοί και μαζικές εκτελέσεις αμάχων. Τα αντίποινα έπληξαν κατοίκους των νομών Δράμας, Σερρών και Καβάλας.

Σύμφωνα με την ιστορική καταγραφή των Δημήτρη Πασχαλίδη και Τάσου Χατζηαναστασίου, τα θύματα στους τρεις νομούς ανέρχονται σε 2.140. Από αυτά, 110 καταγράφονται στον τότε νομό Καβάλας, σε δεκαπέντε οικισμούς.

Η διάκριση είναι ουσιαστική: οι 110 νεκροί δεν προέρχονταν αποκλειστικά από την πόλη.

Μαρτυρία για τις συλλήψεις και τη βία μέσα στην Καβάλα διασώζεται σε επιστολή του Δημήτρη Λαμπιαδίτη προς την εφημερίδα Ταχυδρόμος. Ο συντάκτης περιγράφει τη συγκέντρωση και κράτηση πολιτών από τις βουλγαρικές αρχές στις 29 Σεπτεμβρίου.

Αναφέρει τον Γ. Σαμαρά και τον Χατζημωυσιάδη, οι οποίοι, μολονότι αρχικά αφέθηκαν ελεύθεροι, βρέθηκαν στη συνέχεια νεκροί στον δρόμο.

Η επιστολή αποτελεί συγκεκριμένη μαρτυρία της κατοχικής βίας στην πόλη. Δεν συνιστά πλήρη ονομαστική καταγραφή των θυμάτων της.

Η καταστολή συνεχίστηκε τις επόμενες ημέρες με επιχειρήσεις εναντίον ανταρτικών ομάδων στα ορεινά της περιοχής. Η έκταση των αντιποίνων δυσχέρανε την ανάπτυξη της οργανωμένης ένοπλης αντίστασης για σημαντικό χρονικό διάστημα.

4 Μαρτίου 1943: Η σύλληψη και εξόντωση των 1.484 Εβραίων της Καβάλας

Η εβραϊκή κοινότητα της Καβάλας είχε μακρά παρουσία στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης. Πολλά μέλη της εργάζονταν στην επεξεργασία και στο εμπόριο καπνού, ενώ υπήρχαν οργανωμένες θρησκευτικές, εκπαιδευτικές και κοινωνικές δομές.

Κατά τη βουλγαρική κατοχή επιβλήθηκαν αντισημιτικοί περιορισμοί, αποκλεισμοί από οικονομικές δραστηριότητες και δεσμεύσεις περιουσιών. Η διαδικασία αυτή προηγήθηκε της μαζικής σύλληψης.

Στις 2.30 τα ξημερώματα της 4ης Μαρτίου 1943, βουλγαρικές αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις απέκλεισαν τις εισόδους και βασικούς δρόμους της πόλης. Ομάδες αστυνομικών εισέρχονταν στα σπίτια των Εβραίων κατοίκων.

Μέχρι τις 11 το πρωί είχαν συλληφθεί 1.484 άνθρωποι από 363 οικογένειες.

Οι συλληφθέντες συγκεντρώθηκαν στις καπναποθήκες της εταιρείας Commercial, κοντά στον Δημοτικό Κήπο. Παρέμειναν εκεί περίπου τρεις ημέρες, υπό συνθήκες εγκλεισμού και κακομεταχείρισης, ενώ οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν ή δεσμεύτηκαν.

Ακολούθησε η μεταφορά τους στον σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας. Από εκεί εκτοπίστηκαν μέσω βουλγαρικών εδαφών προς το λιμάνι Λομ στον Δούναβη και τελικά στο ναζιστικό στρατόπεδο εξόντωσης της Τρεμπλίνκα, στην κατεχόμενη Πολωνία.

Κανένας από τους 1.484 εκτοπισμένους Εβραίους της Καβάλας δεν επέστρεψε.

Οι ιστορικές αναφορές σε 42 επιζώντες Καβαλιώτες Εβραίους αφορούν πρόσωπα της προπολεμικής κοινότητας που είχαν αποφύγει τη συγκεκριμένη επιχείρηση εκτοπισμού, μεταξύ άλλων επειδή απουσίαζαν από την πόλη. Δεν πρόκειται για επιζώντες της ομάδας που οδηγήθηκε στην Τρεμπλίνκα.

Η ιστορική έρευνα της Ελένης Σακαλή για το μνημείο του Ολοκαυτώματος στην Καβάλα καταγράφει τόσο τη διαδρομή της κοινότητας όσο και τις δυσκολίες αναγνώρισης και δημόσιας ανάδειξης της εξόντωσής της μεταπολεμικά.

Οι καπναποθήκες της Commercial απέκτησαν έτσι μια θέση στην ιστορία της Καβάλας εντελώς διαφορετική από την αρχική οικονομική τους χρήση: αποτέλεσαν τον τελευταίο τόπο εγκλεισμού των εκτοπισμένων Εβραίων πριν από την εξόντωσή τους.

Η Εθνική Αντίσταση: ΕΑΜ, ΕΠΟΝ, ΕΛΑΣ και οι άλλες ένοπλες οργανώσεις

Η ανάπτυξη της Αντίστασης στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία συνάντησε ιδιαίτερες δυσκολίες εξαιτίας της καταστολής και των μαζικών αντιποίνων του 1941.

Παρά τις συνθήκες αυτές, συγκροτήθηκαν παράνομοι πυρήνες, οργανώσεις αλληλεγγύης και ένοπλα τμήματα. Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ) και ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ) ανέπτυξαν πολιτική και στρατιωτική δραστηριότητα.

Στο ψηφιακό αποθετήριο των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας διατηρούνται προκηρύξεις της ΕΠΟΝ Καβάλας από το 1944. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται κείμενα του Περιφερειακού Συμβουλίου της οργάνωσης και προκήρυξη υπέρ του 26ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.

Τα τεκμήρια αποτυπώνουν δραστηριότητα πέρα από τις ένοπλες συγκρούσεις: διάδοση πληροφοριών, διανομή παράνομου υλικού, οργανωτική κινητοποίηση και ενίσχυση των ανταρτών.

Τα όρη της Λεκάνης και το Παγγαίο αποτέλεσαν περιοχές δράσης ανταρτικών ομάδων. Η επιβίωσή τους εξαρτιόταν και από την υποστήριξη κατοίκων των γύρω χωριών, που παρείχαν τρόφιμα, πληροφορίες και καταφύγιο, εκθέτοντας τις οικογένειές τους σε αντίποινα.

Στη στήριξη του αγώνα συμμετείχαν γυναίκες, νέοι και αγρότες, αναλαμβάνοντας καθήκοντα που δεν αποτυπώνονται πάντοτε στις στρατιωτικές αναφορές.

Στην ευρύτερη περιοχή δρούσαν και οι Εθνικές Ανταρτικές Ομάδες (ΕΑΟ), με σημαντικό αρχηγό τον Αντώνη Φωστηρίδη, γνωστό ως Αντών Τσαούς.

Οι οργανώσεις δεν είχαν κοινή πολιτική στρατηγική. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στις ΕΑΟ κλιμακώθηκαν και εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις, επηρεάζοντας τη διαμόρφωση της εξουσίας κατά την Απελευθέρωση.

Το 1944: Η Καισαριανή, τα καμένα χωριά της Λεκάνης και οι εκτελέσεις στο Κρυονέρι

Το τελευταίο έτος της Κατοχής σημαδεύτηκε από γερμανικές εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων και βουλγαρικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ορεινή περιοχή της Καβάλας.

Η διαδρομή τεσσάρων Καβαλιωτών καπνεργατών και δημοτικών συμβούλων συνδέει άμεσα τις προπολεμικές πολιτικές διώξεις με τις ναζιστικές εκτελέσεις. Πρόκειται για τους Δημοσθένη Μακέδο, Νικόλαο Νεγρεπόντη, Ιωάννη Ευθυμιάδη και Γεώργιο Μπαρμπαλέξη, που είχαν διωχθεί μετά τις δημοτικές εκλογές του 1934.

Η ΕΡΤ έχει αναδείξει την ιστορία τους, από τις συλλήψεις στην Καβάλα μέχρι την κράτηση στην Ακροναυπλία και στο Χαϊδάρι.

Για τους Μακέδο και Νεγρεπόντη τεκμηριώνεται συγκεκριμένα η εκτέλεσή τους την 1η Μαΐου 1944, μαζί με τους 200 πολιτικούς κρατουμένους στην Καισαριανή.

Οι διαθέσιμες αναφορές για τους Ευθυμιάδη και Μπαρμπαλέξη διαφέρουν ως προς την ακριβή ημερομηνία εκτέλεσης. Δεν είναι επομένως ασφαλές να εντάσσονται χωρίς επιφύλαξη στην ίδια ομάδα της Πρωτομαγιάς.

Στις αρχές Ιουνίου 1944, βουλγαρικές δυνάμεις πραγματοποίησαν εκκαθαριστική επιχείρηση στα όρη της Λεκάνης. Στο στόχαστρο βρέθηκαν οι οικισμοί Αχλαδινή, Ελαφοχώρι και Πυργίσκος, οι κάτοικοι των οποίων είχαν υποστηρίξει ανταρτικές ομάδες.

Τα χωριά πυρπολήθηκαν και υπέστησαν εκτεταμένες καταστροφές. Στην Αχλαδινή καταγράφονται 18 εκτελεσμένοι, τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στα μνημεία του οικισμού και της Χρυσούπολης.

Η ιστορική εργασία του Θεόδωρου Λυμπεράκη παρουσιάζει τον ονομαστικό κατάλογο, επισημαίνοντας ότι άλλες μαρτυρίες αναφέρουν διαφορετικό αριθμό θυμάτων. Αποκλίσεις υπάρχουν και για την ακριβή ημέρα καταστροφής των τριών χωριών. Οι καταγραφές συγκλίνουν στο πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου 1944.

Η Αχλαδινή εγκαταλείφθηκε μετά την καταστροφή της. Επιζώντες κάτοικοί της εγκαταστάθηκαν αργότερα στην περιοχή της Χρυσούπολης.

Στις 10 Αυγούστου 1944, βουλγαρικές δυνάμεις εκτέλεσαν πέντε κατοίκους στο Κρυονέρι Καβάλας.

Σύμφωνα με την τοπική ιστορική καταγραφή που παρουσίασε ο Κώστας Παπακοσμάς, νεκροί ήταν:

  • Ιωάννης Ανδρεάδης, 50 ετών.
  • Δημήτρης Μοσχοφίδης, 45 ετών.
  • Σταύρος Παπαδημητρίου, 30 ετών.
  • Ευθύμιος Ταβιτίδης, 34 ετών.
  • Γιώργος Λαζαρίδης, 16 ετών.

Οι μαρτυρίες περιγράφουν τη συγκέντρωση κατοίκων και τη χρήση πολυβόλου από τους Βούλγαρους στρατιώτες. Άλλοι παρόντες κατάφεραν να διαφύγουν.

Η εκτέλεση του δεκαεξάχρονου Γιώργου Λαζαρίδη καταγράφεται ανάμεσα στα χαρακτηριστικά περιστατικά της κατοχικής βίας κατά αμάχων, λίγες εβδομάδες πριν από την κατάρρευση της βουλγαρικής διοίκησης.

13 Σεπτεμβρίου 1944: Η Απελευθέρωση της Καβάλας και η δύσκολη μετάβαση στην ειρήνη

Η ανατροπή του βουλγαρικού καθεστώτος στις 9 Σεπτεμβρίου 1944 άλλαξε τη στρατιωτική και πολιτική κατάσταση στην Ανατολική Μακεδονία. Το Πατριωτικό Μέτωπο κατέλαβε την εξουσία στη Σόφια και η Βουλγαρία εγκατέλειψε το στρατόπεδο του Άξονα.

Οι νέες βουλγαρικές αρχές άρχισαν να παραδίδουν την πολιτική διοίκηση στις δυνάμεις του ΕΑΜ. Τις επόμενες ημέρες ο ΕΛΑΣ κινήθηκε προς τις μεγάλες πόλεις της περιοχής.

Την Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 1944, τμήματα του 26ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, υπό τον Κώστα Κωνσταντάρα, εισήλθαν στην Καβάλα.

Οι ιστορικές αφηγήσεις περιγράφουν την υποδοχή των ανταρτών από κατοίκους της πόλης με συγκεντρώσεις, λουλούδια και κωδωνοκρουσίες. Η είσοδός τους συνοδεύτηκε από την ανάληψη της ελληνικής πολιτικής διοίκησης στο πλαίσιο της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης του ΕΑΜ.

Πρώτος δήμαρχος ανέλαβε ο γιατρός Γεώργιος Βασιλικός.

Σωζόμενες φωτογραφίες των εορτασμών καταγράφουν την παρουσία ανταρτών του ΕΛΑΣ, του διοικητή Κωνσταντάρα και προσώπων της τοπικής πολιτικής ζωής. Ανάμεσά τους διακρίνονται και οι Βούλγαροι υπουργοί του Πατριωτικού Μετώπου Τσερπέτσεφ και Νέικωφ, οι οποίοι συμμετείχαν στις εκδηλώσεις παράδοσης της εξουσίας.

Η παρουσία τους δημιούργησε έντονη πολιτική αντιπαράθεση. Η νέα κυβέρνηση της Βουλγαρίας είχε απομακρυνθεί από τον Άξονα, αλλά δεν είχε αποκηρύξει ρητά όλες τις βουλγαρικές εδαφικές διεκδικήσεις.

Παράλληλα, τμήματα του βουλγαρικού στρατού παρέμειναν στην περιοχή. Η συνύπαρξη ελληνικών αρχών του ΕΑΜ με εκπροσώπους του βουλγαρικού Πατριωτικού Μετώπου διαμόρφωσε μια ιδιότυπη μεταβατική κατάσταση, ενώ συνεχίστηκαν οι συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τις ΕΑΟ.

Ο ιστορικός Κυριάκος Λυκουρίνος έχει εξετάσει τις μεταπολεμικές κατηγορίες περί συνεργασίας στελεχών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ με τους Βουλγάρους. Στις συγκεκριμένες δικαστικές υποθέσεις, η σχέση με τις νέες βουλγαρικές αρχές δεν κρίθηκε επαρκής για τη στοιχειοθέτηση συνεργασίας με το προηγούμενο κατοχικό καθεστώς.

Στις 17 Οκτωβρίου 1944 έφτασε στο αεροδρόμιο του Αμυγδαλεώνα αντιπροσωπεία της ελληνικής κυβέρνησης, συνοδευόμενη από Έλληνες και Βρετανούς στρατιωτικούς, στο πλαίσιο των προσπαθειών σταθεροποίησης της περιοχής.

Η οριστική αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων ολοκληρώθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1944.

Η ιστορική διάκριση ανάμεσα στις δύο ημερομηνίες είναι σαφής: στις 13 Σεπτεμβρίου καταλύθηκε η κατοχική πολιτική εξουσία στην Καβάλα και ανέλαβε ελληνική διοίκηση· στις 26 Οκτωβρίου ολοκληρώθηκε η στρατιωτική αποχώρηση των Βουλγάρων.

Η Απελευθέρωση τερμάτισε την ξένη κατοχική εξουσία. Δεν μπορούσε, όμως, να επαναφέρει τους Εβραίους που εξοντώθηκαν στην Τρεμπλίνκα, τους εκτελεσμένους των χωριών ή τους πολιτικούς κρατουμένους που σκοτώθηκαν στην Καισαριανή.

Η 13η Σεπτεμβρίου 1944 σηματοδότησε την επιστροφή της Καβάλας σε ελληνική διοίκηση. Το μέγεθος της απελευθέρωσης αποτυπώνεται και στις ζωές που είχαν χαθεί πριν από αυτήν.


Πηγές και βιβλιογραφία

Η Καβάλα πριν από τον πόλεμο και η επιστράτευση

  1. Δήμος Καβάλας – Ιστορικά στοιχεία
  2. Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Ιστορικά πληθυσμιακά στοιχεία ελληνικών πόλεων
  3. Αθανασία Ναλμπάντη – Το Γυμνάσιο Θηλέων Καβάλας (1937–1957), Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
  4. «Πρωινή» Καβάλας – Η συμμετοχή των Καβαλιωτών στις στρατιωτικές επιχειρήσεις

Γερμανική εισβολή και βουλγαρική κατοχή

  1. Κώστας Παπακοσμάς – Η είσοδος των Γερμανών στην Καβάλα στις 11 Απριλίου 1941
  2. Ευσταθία Παρασκευά – Εκπαιδευτικές και πολιτισμικές εκδηλώσεις του βουλγαρικού εθνικισμού στη Θράκη (1941–1944), Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
  3. «Πρωινή» Καβάλας – Η βουλγαρική εφημερίδα «Беломорие» και η Καβάλα του 1940–1941

Τα αντίποινα του 1941 και το Ολοκαύτωμα

  1. Δημήτρης Πασχαλίδης – Τάσος Χατζηαναστασίου, Τα γεγονότα της Δράμας (Σεπτέμβριος–Οκτώβριος 1941): Εξέγερση ή προβοκάτσια; Βιβλιογραφική καταχώριση
  2. Η επιστολή του Δημήτρη Λαμπιαδίτη στον «Ταχυδρόμο» για τα γεγονότα της 29ης Σεπτεμβρίου 1941
  3. Ελένη Σακαλή – Η επίμαχη μνήμη στην κλίμακα του τοπικού: Το μνημείο του Ολοκαυτώματος στην Καβάλα, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
  4. ΕΡΤ – Ο αφανισμός των 1.484 Εβραίων της Καβάλας

Η Αντίσταση και τα εγκλήματα του 1944

  1. Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – Προκηρύξεις και τεκμήρια της Αντίστασης στην Καβάλα
  2. ΕΡΤ – Η εκτέλεση των Δημοσθένη Μακέδου και Νίκου Νεγρεπόντη την Πρωτομαγιά του 1944
  3. Θεόδωρος Λυμπεράκης – Η καταστροφή της Αχλαδινής και τα ονόματα των 18 εκτελεσμένων
  4. Τοπική ιστορική καταγραφή – Η καταστροφή του Ελαφοχωρίου
  5. Κώστας Παπακοσμάς – Οι πέντε εκτελεσμένοι του Κρυονερίου

Η Απελευθέρωση και η μεταβατική περίοδος

  1. Κυριάκος Λυκουρίνος – Η Απελευθέρωση της Καβάλας στις 13 Σεπτεμβρίου 1944
  2. Κυριάκος Λυκουρίνος – Διώξεις ηγετών και μελών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, 1945–1948
  3. Γιώργος Πετρίδης – Ο αγώνας επικράτησης των ένοπλων αντιστασιακών οργανώσεων στην Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη, 1944
  4. Διαμαντής Γ. Μπόμης – Η σύγκρουση ΕΛΑΣ–ΕΑΟ και η Λαϊκή Αυτοδιοίκηση του ΕΑΜ στην Καβάλα, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Θανάσης Μπόμης
Δημοσιογράφος

Προηγούμενο άρθρο

Κτήμα Παυλίδη: Με διεθνή αναγνώριση και το 2026 - 13 χρυσά μετάλλια σε διεθνείς διαγωνισμούς οίνου

Επόμενο άρθρο

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Οι δεσμεύσεις Σχοινά για τις αποζημιώσεις στα Τενάγη Φιλίππων και τα σταφύλια του Παγγαίου