Το νέο βιβλίο της Μανίνας Ζουμπουλάκη με τίτλο «Πεθαίνω για σένα» παρουσιάστηκε το βράδυ της Τετάρτης, στον πεζόδρομο της οδού Κασσάνδρου, μπροστά από το κτήριο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός». Η εκδήλωση διοργανώθηκε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός», τον Σύνδεσμο Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Καβάλας, τον Σύλλογο Φίλων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός» και τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος, συγκεντρώνοντας πλήθος φίλων της λογοτεχνίας και του βιβλίου.
Για το νέο μυθιστόρημα μίλησαν η συγγραφέας, σκηνοθέτης και καλλιτεχνική διευθύντρια του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, Εύα Οικονόμου – Βαμβακά η πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός» Θεοπούλα Τσαπάνη, και η πρόεδρος του Συνδέσμου Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Καβάλας, Άννα Μονογυιού. Στη δική της εισήγηση για το βιβλίο, η κ. Θεοπούλα Τσαπάνη ανέφερε τα εξής: Η Μανίνα Ζουμπουλάκη αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες, και ζωντανές φωνές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας και δημοσιογραφίας. Το πλούσιο συγγραφικό της έργο —το οποίο περιλαμβάνει μυθιστορήματα, νουβέλες, θεατρικά κείμενα , μιούζικαλ και σενάρια— χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό και μια γλώσσα που εκφράζεται στο ρυθμό του σήμερα. Η συγγραφική της ταυτότητα θεμελιώνεται σε ένα απόλυτα άμεσο, ειλικρινές και ρεαλιστικό ύφος. Η γραφή της είναι κοφτή, γρήγορη, νευρική. Σαν να βλέπουμε ταινία, ενώ αποφεύγει συνειδητά τον διδακτισμό και την ωραιοποίηση. Σήμα κατατεθέν της αποτελούν οι σπαρταριστοί, φυσικοί διάλογοι, με όλον τον αυθορμητισμό της καθημερινής ομιλίας, γεγονός που κάνει τα βιβλία της εξαιρετικά ζωντανά, αγαπητά και προσβάσιμα στο ευρύ κοινό. Στο επίκεντρο των ιστοριών της βρίσκονται σταθερά: Οι σύγχρονες σχέσεις και τα αόρατα δράματα όπως ο έρωτας, οι κοινωνικές προκλήσεις και οι υπαρξιακές αναζητήσεις των ανθρώπων της πόλης. Ιδιαίτερα ασχολείται στα έργα της με τη γυναικεία ψυχοσύνθεση: την απασχολούν έντονα η μητρότητα, ο πολυδιάστατος κόσμος των γυναικών και οι έντονες κοινωνικές πιέσεις που τις περιβάλλουν. Οι χαρακτήρες των έργων της είναι αληθινοί, χωρίς εξιδανίκευση. Οι ήρωές της είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Άνθρωποι με πάθη, λάθη, ανασφάλειες και αντιφάσεις, οι οποίοι προσπαθούν να ισορροπήσουν σε ένα περιβάλλον συχνά χαοτικό ή μεταβατικό.

Η επιτυχημένη θητεία της στον τύπο έχει εξοπλίσει την πένα της με μια οξεία δημοσιογραφική παρατηρητικότητα, που της επιτρέπει να πιάνει αμέσως τον σφυγμό της κοινωνίας. Είτε καταπιάνεται με το κοινωνικό μυθιστόρημα είτε με το αστυνομικό μυστήριο, η Ζουμπουλάκη καταφέρνει να συνδυάζει την ανάλαφρη, το άφθονο χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό με τον ουσιαστικό προβληματισμό και τη βαθιά ενσυναίσθηση. Η επιλογή της να μην αποστρέφει ποτέ το βλέμμα από τις δύσκολες και σκοτεινές πτυχές της πραγματικότητας, και η αφηγηματική της δύναμη, τελειοποιούνται στο τελευταίο της βιβλίο «Πεθαίνω για σένα». Εδώ πλέον η γραφή της υπηρετεί μια αναγκαία και συγκλονιστική κοινωνική μαρτυρία: προσφέρει ένα έργο που λειτουργεί ως καθρέφτης της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και της ανθρώπινης φύσης. Στο «Πεθαίνω για σένα» καταπιάνεται με τη σκοτεινή πλευρά των σχέσεων και την έμφυλη βία, χρησιμοποιώντας μια γραφή που είναι άμεση, ρεαλιστική, χωρίς συναισθηματισμούς, αλλά με βαθιά ενσυναίσθηση. Ο τίτλος του βιβλίου της, «Πεθαίνω για σένα», μια φράση που εκφράζει τον απόλυτο έρωτα, μετατρέπεται στην πιο εφιαλτική κυριολεξία. Η γραφή αναγκάζει το βλέμμα του αναγνώστη να επιβραδύνει, να σταματήσει και να κοιτάξει κατάματα το γεγονός στην πραγματική του διάσταση, εμποδίζοντάς τον να προσπεράσει αδιάφορα. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στον αναγνώστη του βιβλίου της Μανίνας Ζουμπουλάκη «Πεθαίνω για σένα». Η Ζουμπουλάκη διαθέτει μια σπάνια συγγραφική ικανότητα: ξέρει πώς να αποσπά την ωμή φρίκη από την επικαιρότητα —από τους τίτλους των ειδήσεων— και να της δίνει ανθρώπινη υπόσταση. Στο «Πεθαίνω για σένα», δεν μας παρουσιάζει απλώς στατιστικές ή αστυνομικά δελτία. Μας βάζει μέσα στα σπίτια, μέσα στις σκέψεις, μέσα στους ψιθύρους. Η ικανότητά της έγκειται στο ότι δεν ρομαντικοποιεί το κακό, ούτε όμως το εργαλειοποιεί για να προκαλέσει φτηνό εντυπωσιασμό. Γράφει με μια γλώσσα κοφτή, ζωντανή, σημερινή, που δεν σου επιτρέπει να αποστρέψεις το βλέμμα.

Παίρνει μια φράση-κλισέ, το «Πεθαίνω για σένα» —που ιστορικά έχει συνδεθεί με το πάθος— και ξεσκεπάζει την πατριαρχική και κτητική της ρίζα: τη μετάβαση από το «σε αγαπάω» στο «μου ανήκεις, κι αν δεν είσαι μαζί μου, δεν θα είσαι καθόλου». Τις γυναίκες της σύγχρονης εποχής, και ιδιαίτερα της νέας γενιάς, τις απασχολεί έντονα η έμφυλη βία που τα τελευταία χρόνια έχει στιγματίσει την ελληνική κοινωνία με τη μορφή της γυναικοκτονίας. Ο όρος αυτός κωδικοποιεί, νοηματοδοτεί και ονοματίζει την πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες κοινωνίες. Και εδώ έρχεται η κοινωνική οξύνοια του βιβλίου της Ζουμπουλάκη. Οι ηρωίδες της είναι οι γυναίκες της διπλανής πόρτας, οι γυναίκες που καλούνται σήμερα να βρουν μια ισορροπία μέσα σε μια χαοτική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, έχοντας να διαχειριστούν πολλούς και συχνά αλληλοαντικρουόμενους ρόλους: Σύντροφος, σύζυγος, μητέρα, εργαζόμενη, νοικοκυρά, φίλη, αντικείμενο του πόθου, κόρη, αδελφή, βοηθός, τροφός, δασκάλα… Μέσα σε αυτό το πλέγμα των εξαντλητικών απαιτήσεων, η συγγραφέας χαρτογραφεί πώς φωλιάζει η χειραγώγηση, πώς χτίζονται οι αόρατοι τοίχοι της απομόνωσης και πώς η βία κλιμακώνεται, όταν η γυναίκα αποφασίζει να διεκδικήσει την αυτονομία της έξω από αυτούς τους προκατασκευασμένους και επιβαλλόμενους καταπιεστικά ρόλους. Θα αναρωτηθεί κανείς: Μπορεί ένα βιβλίο να σταματήσει το κακό; Μπορεί η λογοτεχνία να σώσει μια ζωή; Στη συγκεκριμένη περίπτωση το βιβλίο πεθαίνω για σένα μπορεί να αποτρέψει τις γυναικοκτονίες; Ας είμαστε ειλικρινείς. Η βαρύτητα του κόσμου δεν ελαφραίνει, ούτε οι κρίσεις λύνονται με τη χρήση των λέξεων. Επιλέγοντας όμως να γράψουμε —και επιλέγοντας να διαβάσουμε βιβλία όπως αυτό της Μανίνας Ζουμπουλάκη αρνούμαστε ρητά να μετατραπούμε σε συνενόχους μιας συλλογικής και ένοχης σιωπής. Ο γραπτός λόγος αναδεικνύεται, τελικά, στο μοναδικό ουσιαστικό ανάχωμα που διαθέτει η ανθρωπότητα απέναντι στη λήθη και την καθολική κοινωνική απάθεια. Μπορεί να μην αλλάζει τη μοίρα, διασώζει όμως αναλλοίωτη την ίδια την ουσία της ανθρωπιάς μας. Όπως το έθεσε ο Μένανδρος αιώνες πριν: «Ὡς χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ» – Πόσο όμορφο πλάσμα είναι ο άνθρωπος, όταν είναι πραγματικά άνθρωπος.Ένας άνθρωπος που θα αγαπά και θα σέβεται τη γυναίκα όπως είναι.

