«Την εκκλησίαν αγαπώ — τα εξαπτέρυγά της, τ’ ασήμια των σκευών, τα κηροπήγιά της, τα φώτα, τες εικόνες της, τον άμβωνά της». Κ. Καβάφης «Στην Εκκλησία»
Γράφουν οι π. Ευάγγελος Υφαντίδης (Διδάκτωρ Θεολογίας & Διδάκτωρ Ιστορίας) και Γεώργιος Μιχαηλίδης (Συντηρητής έργων τέχνης)
Έχοντας κατά νου την παραπάνω καβαφική αναφορά των στοιχείων εκείνων του ελληνορθόδοξου ναού, που διαχρονικά συγκινούν την καρδιά και την ψυχή «των Γραικών», με χαρά αποδεχθήκαμε την προ μηνών ευγενή πρόταση του εκκλησιαστικού συμβουλίου του ιερού ναού Αποστόλου Παύλου Καβάλας, προκειμένου να αναλάβουμε την οργάνωση μιας έκθεσης ιερών κειμηλίων. Αφορμή της έκθεσης ήταν –είναι– η συμπλήρωση ενός αιώνα από τα εγκαίνια του περίλαμπρου καθεδρικού ναού της πόλης μας. Αντικείμενο της επετειακής έκθεσης ήταν –είναι– η προβολή των ιερών και των οσίων που με ευλάβεια φυλάσσονται στον συγκεκριμένο ναό της κεντρικής περιοχής της Καβάλας. Από το άφθονο υλικό που υπάρχει στον κυρίως ναό και τα σκευοφυλάκια και περιλαμβάνει ως επί το πλείστον ιερές εικόνες, λειτουργικά σκεύη και άμφια –στα οποία προστέθηκαν ορισμένα φωτογραφικά τεκμήρια που ευγενώς παραχωρήθηκαν από τον κ. Κ. Παπακοσμά– κρίναμε σκόπιμο να επιλεχθούν εκείνα τα σεβάσματα των προγόνων μας που χαρακτηρίζουν και «σφραγίζουν» την εκατονταετή προσφορά και μαρτυρία του ιερού ναού Αποστόλου Παύλου.
Στην προσπάθεια αυτή λάβαμε υπόψη μας τρεις σημαντικές χρονολογίες – σταθμούς της ιστορικής ποιμαντικής παρουσίας και παρρησίας του ναού: το 1905, το 1926 και το 1974. Το 1905 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του μεγαλοπρεπούς ναού, σε σχέδια του φημισμένου Κωνσταντινουπολίτη αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη, τα οποία εκτίθενται πρωτότυπα υπογεγραμμένα και χρονολογημένα. Λίγο νωρίτερα είχε ορισθεί η πρώτη εκκλησιαστική επιτροπή που θα έφερνε εις πέρας το βαρύ έργο της ανέγερσης του ναού, υπό την επίβλεψη του εκάστοτε μητροπολίτη Ξάνθης και Καβάλας, αφού μέχρι το 1924 οι δύο περιοχές ήταν ενωμένες σε μια μητρόπολη∙ όλα τα παραπάνω διακεκριμένα πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας τα συναντούμε σε φωτογραφία που εκτίθεται από την περίοδο των εργασιών εντός του ναού. Η ανέγερση διήρκεσε μια εικοσαετία και τα διάφορα στάδια των εργασιών αποτυπώθηκαν φωτογραφικά, δίνοντας σήμερα την ευκαιρία να παρατηρούμε, μέσα από τον φωτογραφικό φακό, και τον μετασχηματισμό του αστικού ιστού, τη χωροταξική ανάπτυξη και τις λειτουργίες της πόλης κατά την περίοδο εκείνη.
Το έτος 1905 όμως είναι σημαντικό και για ακόμη έναν λόγο. Τότε τέθηκε σε χρήση ο πρώτος πρόχειρος ναός του Αποστόλου Παύλου, περίπου στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται η Αρμενική Παροικία της πόλης μας και ιδρύθηκε ουσιαστικά η Παυλεπώνυμη ενορία, όπως μαρτυρεί και η χρονολογία που υπάρχει στην πρώτη σφραγίδα του ναού και εκτίθεται εκτυπωμένη. Ο πλινθόκτιστος και άνετος σε χωρητικότητα αυτός ναός –που στη συνέχεια θα χρησιμοποιηθεί για λίγο και ως ο πρώτος βρεφονηπιακός σταθμός της πόλη μας– αποκαλύπτεται σε μια από τις φωτογραφίες από την ανέγερση του μόνιμου ναού. Από αυτόν σήμερα φυλάσσονται και εκτίθενται αρκετά ιερά κειμήλια, όσα γλίτωσαν λόγω χρήσης τους κατά την περίοδο της κατοχής του ’40: το δισκοπότηρο (1905), το βελούδινο Ευαγγέλιο, το αρτοφόριο και το ασημένιο μυροδοχείο, σετ ασημένιων δίσκων δικηροτρίκηρων με τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο (1907), ο Εσταυρωμένος και ο ελληνικός χρυσοκέντητος επιτάφιος, δύο χρυσοκέντητα ζεύγη ποτηροκαλυμμάτων, ο ξυλόγλυπτος Σταυρός ευλογίας και οι επίσης ξυλόγλυπτες εικόνες του τέμπλου (1911), αργυρό σετ λιτανευτικού Σταυρού και εξαπτέρυγων (1920) και τα πρώτα λειτουργικά και ποιμαντικά βιβλία. Από τα προαναφερθέντα αξίζει να σταθούμε στο ιερό Ευαγγέλιο το πρώτο του ιερού ναού με χρονολογία έκδοσης 1886. Αυτό φέρει στην πρώτη σελίδα τα ιστορικά τεκμήρια που υποδηλώνουν της δυσκολίες και τις κακουχίες μέσα από τις οποίες πορεύτηκε η τοπική, και όχι μόνο, ελληνορθόδοξη κοινωνία. Η συγκεκριμένη σελίδα φέρει ξεκάθαρα σημάδια βανδαλισμού με χημικό και μηχανικό τρόπο με σκοπό την αφαίρεση των Ελληνικών χειρόγραφων αφιερώσεων. Η βάνδαλη αυτή ενέργεια αποδίδεται στην ευρύτατη δράση των Βούλγαρων κατακτητών κατά τη διάρκεια της τρίτης κατά σειρά κατοχής που επέβαλαν από τις αρχές του 20ου αιώνα στην περιοχή μας. Οι προσπάθειες βουλγαροποίησης ήταν εντονότατες και συμπεριλάμβαναν μεταξύ των άλλων αντικατάσταση όλων των Ελλήνων ιερέων από Βούλγαρους κληρικούς και εξάλειψη οποιουδήποτε ελληνικού στοιχείου με αλλοίωση ή καταστροφή των ελληνικών επιγραφών όπου αυτές βρίσκονταν. Εξαίρεση δεν αποτέλεσαν ούτε οι ιερές εικόνες του ναού του Αγίου Παύλου στην Καβάλα, όπως η εικόνα του Επιταφίου Θρήνου, στην οποία υπήρχαν δυο ελληνικές επιγραφές και μία βουλγάρικη, όλες με ενδιάμεσα στρώματα επιχρωματισμού, καθώς οι κατακτητές επιχρωμάτισαν την αρχική ελληνική και έγραψαν τη βουλγάρικη, και στην συνέχεια οι Έλληνες μετά από την απελευθέρωση επιχρωμάτισαν τη βουλγάρικη και έγραψαν τη νεότερη ελληνική. Κάτι αντίστοιχο συναντούμε και στην εικόνα των Δώδεκα Αποστόλων, όπου η επιγραφή βρίσκεται πάνω σε ένα ευδιάκριτο επιχρωματισμό που προφανώς καλύπτει την προγενέστερη επέμβαση, ή στην εικόνα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στην οποία η αρχική ελληνική επιγραφή υπέστη φθορά κατά την προσπάθεια αφαίρεσης της βουλγάρικης, οπότε ξαναγράφτηκε από πάνω. Οι επίπονες εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης των κειμηλίων του ναού, αυτών που εκτίθενται αλλά και πολλών άλλων, αποκαλύπτουν μικρές ιστορίες που όλες μαζί συνθέτουν το μωσαϊκό της ιστορίας όχι μόνο του ναού αλλά και της τοπικής κοινωνίας. Αρκετές από τις εικόνες είναι χρονολογημένες και μπορούν να τοποθετηθούν στην πρώτη αυτή περίοδο λειτουργίας του αρχικού προσωρινού ναού της περιόδου 1905-1925. «Η αποτομή του Προδρόμου» χρονολογημένη το 1909 με στοιχεία που θυμίζουν επτανησιακή σχολή, «Ο Άρχων Μιχαήλ» του 1911 σε λαϊκότροπο μεταβυζαντινό στυλ, όπως επίσης και «Ο Ιωσήφ εργαζόμενος μετά του Ιησού Χριστού» του 1909, από λαϊκό αγιογράφο που επιλέγοντας την απεικόνιση της αγίας οικογένειας σε μία καθημερινή εργασία διευκολύνει την προσέγγιση του απλού θεατή μέσω της ταύτισης.
Στην επετειακή έκθεση ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει και ορισμένες ιερές εικόνες παλαιότερες του 1905 που φυλάσσονται στον ναό όπως: «Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» που φέρει στο κάτω μέρος μία μικρογραφία του ναού της Παναγίας της Τήνου και επιγραφή «εν Τήνω 1902»∙ την εικόνα της Αγίας Τριάδος, του 1895, σε απόδοση ξεκάθαρα επηρεασμένη από την δυτική τέχνη αλλά και από ρωμαιοκαθολικά πρότυπα, καθώς παρουσιάζει στην σύνθεσή του και την στέψη της Παναγίας∙ και την εικόνα της Αγίας Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, του 1886, στο χαρακτηριστικό εκλεκτικιστικό στυλ της εποχής. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην παλαιότερη εικόνα του ναού, μία ελαιογραφία σε κανβά χρονολογημένη και υπογεγραμμένη από τον Τηνιακό αγιογράφο Φερεντίνο Αντώνιο. Η εικόνα αποτελεί μία εξαιρετική Ναζαρηνή –δηλαδή σε δυτικότροπο στυλ– απόδοση της εικόνας «Άξιον Εστί» που φυλάσσεται στο Πρωτάτο στις Καρυές του Αγίου Όρους. Αξίζει να αναφέρουμε πως οι εικόνες αυτές, οι παλαιότερες του 1905, δεν προέρχονται από τις αλησμόνητες πατρίδες –Πόντο, Μικρά Ασία και Ανατολική Θράκη–, όπως οι εικόνες που συναντούμε στους ναούς που ιδρύθηκαν από τους πρόσφυγες του 1922 (Άγιος Νικόλαος, Αγία Βαρβάρα, Αγία Παρασκευή και Άγιος Γεώργιος) και μεταφέρθηκαν σε αυτούς. Οι συγκεκριμένες εικόνες είναι δωρεές –τάματα πιστών, αλλά και άκληρων οικογενειών– που άφησαν στον ναό και την πόλη μας ό,τι πολυτιμότερο και ιερότερο είχαν στην ψυχή τους, μέσα στη συνεχή προσπάθεια να συμβάλουν στην πλήρωση των αναγκών του ανεγειρόμενου ναού. Οι δωρεές αυτές σε εικόνες και σκεύη, όπως και οι δωρεές σε χρήματα, προκειμένου να κατασκευαστεί ο μεγαλοπρεπής ναός του Αποστόλου Παύλου, φανερώνουν το αδιαίρετο της τοπικής Ελληνορθόδοξης κοινότητας με την Τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία, σε μία ακμάζουσα πόλη εντός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και με μακρινό ακόμη το όνειρο της απελευθέρωσης.
Το έτος 1926 αποτελεί τον κύριο σταθμό στην ιστορική και ποιμαντική πορεία του ναού. Την Κυριακή των Μυροφόρων, 23 Μαΐου 1926, τελούνται τα εγκαίνια της κεντρικής Αγίας Τραπέζης από τον πρώτο μητροπολίτη μας, τον μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Χατζησταύρου. Είχε προηγηθεί η στέγαση του ναού το 1924 και η αποπεράτωσή του το 1925∙ όλα τα παραπάνω μαρτυρούνται περίτρανα στις δύο μαρμάρινες αναθηματικές επιγραφές του ναού, φωτογραφίες των οποίων εκτίθενται, μαζί με χρονικά των εγκαινίων του ναού. Από την εποχή των εγκαινίων του ναού και των επόμενων δεκαετιών, σήμερα φυλάσσονται και εκτίθενται αρκετά τεκμήρια και ιερά κειμήλια, όσα και πάλι γλίτωσαν λόγω χρήσης τους κατά την περίοδο της κατοχής του ’40: το ιερό αντιμήνσιο των εγκαινίων, επάνω στο οποίο τελείται η Θεία Λειτουργία, το ενθύμιο των εγκαινίων που διανεμήθηκε στους συμμετέχοντες –μία τετράχρωμη λιθογραφία που εικονίζει τον απόστολο Παύλο διδάσκοντα–, ασημένιο θυμιατό (1927), κατζίον, Ευαγγέλιο και δισκοπότηρο ρωσικής τεχνοτροπίας. Εκτίθεται επίσης το πρόγραμμα και φωτογραφία του ιστορικού πανηγυρικού εορτασμού των 1900 ετών από την άφιξη του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα το 1951, όπως και φωτογραφία του 1941, στην οποία διακρίνεται το αρχικό τέμπλο, του ναού. Νεότερο εύρημα αποτελεί μία μακέτα του αγιογράφου Δημήτριου Καφή με την Ανάληψη του Χριστού για την ιστόρηση μέρους του ναού χρονολογημένη το 1966, εργασία που τελικώς δεν ανέλαβε, αλλά δίνει μία εικόνα της συνεχούς προσπάθειας για την ολοκλήρωση του ναού ακόμα και 40 χρόνια μετά από τα εγκαίνιά του.
Η τρίτη ιστορική περίοδος του καθεδρικού ιερού ναού Αποστόλου Παύλου Καβάλας ξεκινά τον Ιούνιο του 1974. Είναι τότε που η πόλη μας υποδέχεται τον μητροπολίτη Προκόπιο. Η συμβολή του μητροπολίτη μας στον ευπρεπισμό και την ανακαίνιση του ναού κατά τη διάρκεια της πολυετούς ποιμαντορίας του είναι μοναδική: Εκείνος είναι ο οποίος, διορίζοντας τους κατάλληλους εφημερίους, παροτρύνει, ενθαρρύνει, καθοδηγεί και τίθεται επικεφαλής σε ορισμένες περιπτώσεις, προκειμένου ο ναός του Αποστόλου Παύλου να αναδειχθεί ως κεντρικό σημείο ποιμαντικής και λειτουργικής αναφοράς της Αποστολικής Μητροπόλεως των Φιλίππων∙ τον ίδιο ζήλο επιδεικνύει ο μητροπολίτης Προκόπιος και στο Βαπτιστήριο της Αγίας Λυδίας και στο μνημείο αφίξεως του αποστόλου Παύλου στον ναό του Αγίου Νικολάου. Εκτός από την ολοκλήρωση της αγιογραφήσεως του καθεδρικού ναού, την προμήθεια νέου εξοπλισμού και τη συντήρηση των παλαιοτέρων, επί των ημερών του ο ναός –χάρη σε δωρεές ευσεβών χριστιανών– απέκτησε καινούριες εικόνες, καινούρια ιερά σκεύη, καινούρια λειτουργικά καλύμματα, προς αντικατάσταση των παλαιών. Από την πληθώρα όλων αυτών των αξιόλογων καλλιτεχνικά ιερών αντικειμένων, τα οποία και βρίσκονται σε συνεχή λειτουργική χρήση εντός του ναού, ενδεικτικά επιλέχθηκαν για την επετειακή έκθεση ορισμένα με ιδιαίτερη σημειολογία: Ευαγγέλιο στις πρώτες σελίδες του οποίου υπογράφουν Πατριάρχες και μητροπολίτες που επισκέφθηκαν τον ναό, δύο κεντητά ζεύγη ποτηροκαλυμμάτων –το ένα έργο των μοναζουσών της Ιεράς Μονής Νικητών και το έτερο της αείμνηστης Ιωάννας Καμπούρη που τις δεκαετίες του ’80 και ’90 κυρίως, κέντησε και δώρισε πλειάδα ιερών καλυμμάτων λαϊκής τεχνοτροπίας σε ναούς της πόλης μας–, επάργυρο θυμιατό (2011) και αργυρό κάνιστρο κολόνιας (2022) –δώρα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου κατά τη διάρκεια των επισκέψεών του στον ναό–, δικηροτρίκηρα με χρυσοκέντητες βελούδινες κορδέλες, μεταξοτυπία του Ευθύμιου Βαρλάμη με τον απόστολο Παύλο, την αγία Λυδία και την οικογένειά της, και μικρό Ευαγγελιάριο επετειακό της συμπλήρωσης σαράντα ετών από την εκλογή του μητροπολίτη Προκοπίου (2014).
Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, θεωρούμε πως γίνεται πλήρως κατανοητός ο τίτλος που δόθηκε στην έκθεση αυτή των κειμηλίων: «Σφραγίς Παυλεπώνυμος – εκατό χρόνια ποιμαντικής παρρησίας και παρουσίας». Ένας τίτλος ο οποίος και συστήνει τον βασικό σκοπό της επετειακής έκθεσης που είναι η ανάδειξη της ελληνορθόδοξης κληρονομιάς και η σύνδεση των νεότερων γενεών με τις ιστορικές τους ρίζες και τις πνευματικές τους καταβολές. Ένας τίτλος και ένα περιεχόμενο κειμηλίων και τεκμηρίων που αναδεικνύουν πλήρως το εμβληματικό «μότο» της έκθεσης: Τιμούμε το παρελθόν, φυλάσσουμε την παρακαταθήκη, εμπνεόμαστε το μέλλον!
Η έκθεση θα διαρκέσει έως και το Σάββατο 23 Μαΐου.

