Dark Mode Light Mode

Μια «ήσυχη βόμβα»*

Γράφει ο Θανάσης Τσιρταβής


Ναι, υπάρχουν και τέτοιες βόμβες (ευτυχώς). «Κατασκευάζονται» για χάρη της Τέχνης και συνήθως «εκρήγνυνται» χωρίς θόρυβο, σχεδόν σε σλόου μόσιον, όχι για να καταστρέψουν αλλά για να «εγκαλέσουν υποκείμενα».

Μας κάνουν απλώς να κατανοούμε, να νιώθουμε να (ξανα)σκεφτόμαστε βεβαιότητες και στερεοτυπικές οπτικές. Μια τέτοια ήσυχη βόμβα «εξερράγη» στις 5 Μαΐου στο Θέατρο Τέχνης (της οδού Φρυνίχου, στην Αθήνα) προς μεγάλη απόλαυση όσων ήταν εκεί.

Πρόκειται για τη νέα παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας σε κείμενο-σκηνοθεσία της Καλλιτεχνικής Διευθύντριάς του Εύας Οικονόμου-Βαμβακά, υπό τον τίτλο «Λίβινγκ ρουμ»  ̶ σκοπίμως με ελληνικούς χαρακτήρες ̶  μια (ανα)παράσταση για τα πάθη και τις περιπέτειες πέντε μη ευημερούντων ατόμων σε μια επαρχία της Ελλάδας των ευημερούντων αριθμών, που προσπαθούν, με ελάχιστη ή σχετική επιτυχία, να (επαν)εφεύρουν τον εαυτό τους, είτε αναμετρούμενα μαζί του είτε παραγνωρίζοντάς τον, ανήμπορα να το προσπαθήσουν μέσω των κοινωνικών δεσμών που ήδη έχουν (ή αδυνατώντας να αντέξουν το όποιο ρίσκο η δημιουργία νέων συνεπάγεται)· όμως σε όλη τη διάρκεια αυτής τους της προσπάθειας/παράστασης και παρά τις όποιες ευτυχείς προσεγγίσεις τους λόγω συμπάθειας ή/και περιπάθειας, παραμένουν αυτό ακριβώς που είναι ήδη: άτομα.

Άτομα που κάνουν τις ματαιώσεις τους ασφαλείς επιλογές, αδυνατώντας να μην προσαρμοστούν στις επιταγές της πραγματικότητάς τους, που, ωστόσο, επιθυμούν ν’ αλλάξουν. Πρόκειται δηλαδή για μια πινακοθήκη «αποτυχημένων» σαν κι αυτήν που κοιτάζει ο λαμπερός κόσμος των κάθε λογής πετυχημένων της «ανάπτυξης» όταν τον (κρυφο)κοιτάζουμε, τον ονειρευόμαστε ή τον φθονούμε σιωπηλά.

Κι ωστόσο, από/σε αυτόν τον «δραματουργικό μύλο» «αλέθεται» μια παράσταση αισιόδοξα απαισιόδοξη με πολλές στιγμές χαμόγελου και αβίαστου γέλιου, υπέροχο, πειστικό, φυσικό (και απαλλαγμένο από οποιονδήποτε «τηλεοπτικό στόμφο») παίξιμο, καθοδηγημένο από μια σκηνοθέτρια που είναι και η ίδια ηθοποιός, με τη ζωντανή μουσική  ̶ παρούσα όχι απλώς ως μουσική επένδυση αλλά ως θεατρική φωνή ̶  να ολοκληρώνει ένα σύνολο που (φρονώ ότι) επιβάλλει τον εαυτό του, δημιουργώντας στον θεατή την ηρεμία που προκύπτει από την πίστη ότι αυτός «μισοξέρει» την αλήθεια του έργου από την πρώτη εικόνα του και τη χαρά που χρειάζεται για να αντέξει να μην ξέρει το άλλο μισό της αλήθειας του, μέχρι αυτό να εκδιπλωθεί πλήρως, κάτι που συμβαίνει κυριολεκτικά στην τελευταία εικόνα του.

Ήτοι, ακόμα και αν κάποια ή κάποιος δεν νοηματώσει/αποκρυπτογραφήσει όλα τα μικρά «σκηνοθετικά μυστήρια» τη στιγμή που συντίθενται αρμονικά και αβίαστα μπροστά του (και για χάρη του), θα το κάνει στο τέλος, χωρίς να χάσει τίποτα από την ευχαρίστηση που «φωλιάζει αναπαυτικά και ήρεμα στο έργο», το κείμενο του οποίου θα μπορούσε να διεκδικήσει αυτοτελώς θεατρικές δάφνες.

* Το παρόν δεν φιλοδοξεί να προσληφθεί ως (και δεν είναι κατ’ ουδένα τρόπο) κριτική της παράστασης. Είναι το «αντίδωρο» ενός ευχαριστημένου θεατή ή, όπως λέει και ο Αστερίξ, ένα: «Ευχαριστούμε για το θέαμα».

Προηγούμενο άρθρο

Ανδρέας Σκλαρής: «Η επιτυχία μας δικαίωσε κάθε άνθρωπο που ήταν δίπλα στην ομάδα»

Επόμενο άρθρο

Προσωρινή απαγόρευση στάσης και στάθμευσης οχημάτων στην οδό Ομονοίας