Dark Mode Light Mode

ΜΝΗΜΗΣ ΧΑΡΙΝ. ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΞΙΩΤΗΣ (1942-2026), συγγραφέας

Γεννήθηκε στην Καβάλα. Οι γονείς του κατάγονταν από το χωριό Στέρνα της Ανατολικής Θράκης. Στην Καβάλα ήρθαν ως πρόσφυγες το 1922, όπου και παρέμειναν. Ξεκίνησε οικονομικές και πολιτικές σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, που όμως διέκοψε για να ασχοληθεί με το γνωστό μας κατάστημα σιδηρικών.

 Με τη συγγραφή ασχολήθηκε στην αρχή ως πάρεργο και λίγο αργότερα επαγγελματικά. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές, συλλογές διηγημάτων, ανθολογίες ποίησης και πεζογραφίας καθώς και μυθιστορήματα. Υπήρξε μέλος του συμβουλίου του Συνδέσμου Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών, της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας, καθώς και υπεύθυνος των λογοτεχνικών περιοδικών Σκαπτή Ύλη και Υπόστεγο επί σειρά ετών. Έχει συνεργαστεί με την Ελληνική Ραδιοφωνία και ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Ποιήματα και πεζά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, εφημερίδες και ανθολογίες. Έργα του έχουν μεταφραστεί στην αγγλική και γερμανική γλώσσα.

Ενεργός πολίτης της πόλης μας μέχρι το Σάββατο 22 Αυγούστου 2026, οπότε αποδήμησε εις τόπους χλοερούς, τρία χρόνια μετά τον φίλο του μεγάλο συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό. Τον αποχαιρετώ με αποσπάσματα από το αγαπημένο μου βιβλίο Ξόβεργα με μέλι, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1994.

Πρόκειται για μία συλλογή διηγημάτων του, με έντονη την ατμόσφαιρα της  Καβάλας και της  προσφυγιάς. « Προσφυγιά στοιβαγμένη, “βολεμένη” στους γύρω συνοικισμούς της πόλης, κάτω απ΄  ένα κεραμίδι ή λαμαρίνα και πισσόχαρτο, μακριά απ΄ τους ηλίθιους του ρομαντισμού που υμνούσαν τον μουσικό θόρυβο της βροχής πάνω στον τσίγκο. Δεν είδαν αυτοί τις λεκάνες, τα ταψιά και τα τεντζερέδια που γέμιζαν τα κρεβάτια και τα τραπέζια, για να μαζεύουν το βρόχινο νερό που ο καλός  Θεός έστελνε στον κυνηγημένο ύπνο τους».

-Μια συλλογή με έντονη τη μυρωδιά του καπνού «Για την προσφυγοπούλα όμως, ίδια η μυρωδιά κι απαράλλαχτη η γεύση της πίκρας. Στον καπνό πρωί κι απόγευμα, να περνούν απ΄ τα επιδέξια δάχτυλα τα κίτρινα φύλλα, ξεραμένα, στοίβα τη στοίβα, μαζί με θύμησες, λαχτάρες και πετερίσματα μιας άχαρης ζωής, γονατιστής στον παρά του μεροκάματου και στα ντουζένια του μάστορα».

Μια συλλογή αφιέρωμα στη  μάνα του Αικατερίνη  με  σκουλαρίκια καραβάκια,  στην πρόσφυγα μάνα με τις συχνά  απλοϊκές, ξεπερασμένες σήμερα αρχές. Μια τέτοια αρχή  θα γίνει αφορμή  να  μονολογήσει   με σπαραγμό,   ώριμος ών , ο  συγγραφέας.

 «Πάνε  χρόνια που δε ζεις πια

κι εγώ που δεν πίστεψα σε κανένα νεκρό

χθες σε  ζήτησα, μητέρα» .

-Μ ένα διήγημα – ύμνο  για τη Θάσο τη γειτονική που τόσο πολύ αγάπησε και όπου περνούσε τα καλοκαίρια:  «Θάσος η πράσινη  και μέλι μαύρο και ξανθό  η ελληνική φλέβα της. Κοίλο γυναικώνυμα. Ηδωνίς και Ηέρα, εωθινή. Ο γύρος του νησιού. Οι σταθμοί, η πρόσκληση και το κάλεσμα.  Μικρές αμμουδιές και απλωμένες παραλίες. Κρυφές μασχάλες και ανοιγμένες αγκαλιές της ξαπλωμένης γυναίκας. Βράχια σκαμμένα….και βότσαλα στρογγυλά ….. Μακρύ – ΄Αμμος, Χρυσή -΄Αμμος, Ψιλή -΄Αμμος, Αλυκή, Κοίνυρα, Τρυπητή, Κλύσμα, τοπωνύμια παλιά όσο κι ο κόσμος και  σύγχρονα, σφραγισμένα με το καυστικό χιούμορ, χοντρό ενίοτε των φωνακλάδων  Θασίων.

 Ηδωνίς και  Αερίη.

Χρυσή και Ηερίη και Αερία

η Θάσος»

Καλό ταξίδι Διαμαντή, το χρέος σου για την Καβάλα το αποπλήρωσες  πλήρως με Το Ελάχιστον της ζωής του και  τις Πλωτές γυναίκες!

Σαπφώ Αγγελούδη-Ζαρκάδα

Προηγούμενο άρθρο

Θα είναι περίεργο: Δίπλα δίπλα στη Βενιζέλου τα καταστήματα Nova - Vodafone!

Επόμενο άρθρο

Οι «Πέρσες» του Αισχύλου μάγεψαν το Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων