Dark Mode Light Mode

Ο αποσυμπιεστής: Γράφει ο Νίκος Κιούρτης

Του την κρατούσε η Κλυταιμνήστρα του Αγαμέμνονα, της είχε πάρει την Ιφιγένεια, την πρωτότοκη με δόλο, δήθεν για να την παντρέψει με τον Αχιλλέα. Κι ενώ στο σπίτι ετοιμάστηκαν για γάμο, στο τέλος η Ιφιγένεια ανέβηκε στον βωμό της θυσίας για να πνεύσει, λέει, ούριος άνεμος για τον στόλο και έκτοτε η πρωτότοκη εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Και γιατί, αναρωτιέται η Κλυταιμνήστρα, δεν έστειλαν στο βωμό ένα από τα παιδιά του Μενέλαου, που ήταν και υπεύθυνος, στο κάτω-κάτω,  για όλη αυτή την αναστάτωση με τον πόλεμο κατά της Τροίας; Εμ, είχε αμαρτάνει ο Αγαμέμνων σε πρότερη φάση σκοτώνοντας το ιερό ελάφι της Αρτέμιδος και έπρεπε να πληρώσει με το δικό του παιδί.

Την Κλυταιμνήστρα δεν την ένοιαζαν ούτε τα ελάφια που σκότωνε ο άνδρας της, ούτε ποιανής θεάς ήτανε. Το παιδί της  την ένοιαζε, η Ιφιγένεια, που της την άρπαξε μέσα από τα χέρια, με δόλο, ο ίδιος της ο άντρας. Και γιατί παρακαλώ; Για να φυσήξει, λέει,  το αεράκι, να εκκινίσει ο στόλος προς τα παράλια της Μικρασίας,  να αποπλεύσει η αρμάδα να πάει να σκοτωθεί για την ωραία Ελένη, που την είχε απαγάγει ο Πάρης, το κωλόπαιδο, γιός του Πριάμου, βασιλιά της Τροίας, από το παλάτι του Μενέλαου, βασιλιά της Σπάρτης και αδελφού του Βασιλιά Αγαμέμνωνα, αρχιστράτηγου των Ελλήνων. Μπερδεμένη ιστορία! Και στο τικ τοκ να την έγραφες μπορεί να μη σε πίστευαν.

Την Κλυταιμνήστρα, είπαμε,  δεν την ένοιαζε ούτε ποιός απήγαγε ποιόν, ούτε ότι οι Έλληνες πήγαιναν στην Τροία να σώσουν την τιμή της Ελλάδας.  Την κόρη της ήθελε, την Ιφιγένεια, που την μεγάλωσε μετά κόπων και βασάνων και κάποιο σκατόπαιδο από την Τροία έκλεψε μια σύζυγο, λέει, κάποιου βασιλιά κάτω εκεί στη Σπάρτη και το μάρμαρο κλήθηκε να το πληρώσει το δικό της το παιδί! Θεέ μου τί καραμπόλα!

Δέκα χρόνια η βασίλισσα Κλυταιμνήστρα έβραζε στο ζουμί της, λόγω αυτής της καραμπόλας. Πόσο θέλει να τα βροντήξει κανείς;  Να τα πάρει στο κρανίο; Βρήκε, λοιπόν, ένα γκόμενο, τον Αίγιστο, με τον οποίο ζούσε πλέον μαζί του στο παλάτι και ενώ είχε ακόμη τρία παιδιά, τον Ορέστη, την Ηλέκτρα και την Χρυσόθεμη, ήταν πυρ και μανία με τον άντρα της διαρκώς, πιστεύοντας, ότι αφού εκείνος της στέρησε την πρωτότοκη της, την Ιφιγένεια, καλά του κάνει κι αυτή και τον κερατώνει με τον Αίγισθο, που ήταν και ασήμαντος.  Και φυσικά ήλπιζε να τον πάρει ο διάολος, τον Αγαμέμνωνα, και να τον σηκώσει εκεί στον πόλεμο, ή να του καρφωθεί κανένα βέλος εξ ουρανού στο μάτι ή κανένα ακόντιο  στο δόξα πατρί και να πάει στην ευχή των Θεών. Ή τουλάχιστον να πέθαινε από δηλητηρίαση μετά από βαρύ μεθύσι. Μια και τότζουζε ο αρχιστράτηγος.

Έλα όμως που τα πράγματα εξελίχθηκαν αλλιώς. Ο πόλεμος της Τροίας τελείωσε και τα ηρωικά στρατεύματα (τα εναπομείναντα)  επιστρέφουν το ένα μετά το άλλο. Νάσου, λοιπόν,  μια μέρα και ο Αγαμέμνων να σκάει μύτη στις Μυκήνες. Νικηφόρος και ήρωας,  που τιμώρησε μια ολόκληρη πόλη με χιλιάδες κατοίκους, την Τροία, καίγοντάς την συνθέμελα, για την πράξη ενός κωλόπαιδου, του πρίγκιπα Πάρη. Στο σπίτι, δηλαδή στο παλάτι των Μυκηνών, επικρατούν, όμως,  άλλες καταστάσεις. Εκεί υπάρχει μια σύζυγος που βράζει ακόμη στο ζουμί της, δέκα χρόνια μετά. Όπου ο Αγαμέμνων, ο αρχιστράτηγος των ηρωικών Ελλήνων, βρίσκει ατιμωτικό τέλος στη μπανιέρα του σπιτιού του, επειδή η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος του τσεκουρώνουν το νήμα της ζωής!

Βαριά η ατμόσφαιρα, αποπνικτική επί σκηνής.  Σκοτωμοί που συνεχίζονται και μετά τον πόλεμο, μίση που δεν καταλάγιασαν για δέκα ολόκληρα χρόνια βγαίνουν διαρκώς στην επιφάνεια, έχθρα θανατηφόρα, κατάρες και διαθέσεις διαβολικές μέσα στο παλάτι. Τις οποίες ο ήρωας Αγαμέμνων φαίνεται ότι δεν τις αντελήφθη ή δεν πρόλαβε να τις αντιληφθεί ζαλισμένος από το jet lag του Αιγαίου που μόλις πέρασε. Έτσι η Κλυταιμνήστρα με το γκόμενο συνεργό της τον κατακρεουργούν στην πιό χαλαρή του στιγμή, στέλνοντάς τον αδιάβαστο. Επειδή το γοργόν και χάριν έχει.

Όντως η ατμόσφαιρα είναι πολύ βαρειά στο θέατρο. Η Ηλέκτρα που αγαπούσε τον πατέρα της υπέρ του δέοντος δεν μπορεί να συνέλθει. Ένα πράγμα σκέφτεται μόνο πιά,  την εκδίκηση: Δηλαδή το θάνατο της μητέρας της και του Αίγισθου. Και τους δυό τους θέλει καρατομημένους. Κατάρες, βρισιές και μοιρολόγια πέφτουν απανωτά σαν σφαίρες αριστερά και δεξιά.  Δεν ξέρεις από πού να προφυλαχτείς. Κάποια στιγμή εμφανίζεται και ο Ορέστης, ο αδελφός της Ηλέκτρας και της Χρυσόθεμης, αυτός που θα αναλάβει να σκοτώσει την συζυγοκτόνα μάνα και τον εραστή της.  Ως ο υπεύθυνος άντρας, πλέον, της οικογενείας, επωμίζεται πάραυτα τη σκυτάλη των φόνων. Η ατμόσφαιρα γίνεται αναπάντεχη βαρειά…

Κι εκεί που σκέφτεσαι “όχι άλλο κάρβουνο ρε παιδιά”, ο ευρηματικός σκηνοθέτης Δημήτρης Τάρλοου εξαπολύει στη σκηνή τον Πυλάδη, κατά κόσμο Περικλή Σιούντα,  ο οποίος κατέχει ρόλο αποσυμπιεστή αυτής της βαρειάς ατμόσφαιρας που σέρνεται στη σκηνή του θεάτρου πριν την τελική κατάθλιψη του φιλοθεάμωνος κοινού. Προφανώς για να μας σώσει.

Ο ρόλος του Πυλάδη είναι ξεχωριστός.  Άλλοτε θυμίζει σκηνές από  Monthy Pythons (Life of Bryan), όταν οι Ρωμαίοι δεν βρίσκουν τους “επικίνδυνους καταζητούμενους» που έχουν κρυφτεί σε κτήριο κάτω από σεντόνια ή με το πρόσωπο στον τοίχο! Και άλλοτε θυμίζει τον Σπάϊκ (Rhys Ifans) στο Notting  Hill (Hugh Grant και Julia Roberts), όταν πλακώνουν οι δημοσιογράφοι στην εξώπορτα κι αυτός ανύποπτος και ημίγυμνος τους ανοίγει κι αρχίζει να παίρνει χαλαρές πόζες στα χιλιάδες φλάς! Κάτι που, φυσικά,  καταστρέφει τη φήμη της Julia Roberts, η οποία βρίσκεται κι αυτή στο ίδιο σπίτι.

Άλλοτε, ο απολαυστικός Πυλάδης κάνει τούμπες σαν πιθηκάκι μαζί με το χορό κι άλλοτε κρύβεται πάνω σε ένα στραβοφάναρο καθώς εμφανίζεται ο Αίγισθος επί σκηνής, ο οποίος φυσικά δεν αντιλαμβάνεται τον Πυλάδη κι ας περνάει δίπλα του! Ξεκάθαρο σκηνικό “Monthy Pythons”…

Για μένα ο Πυλάδης είναι όλα τα λεφτά σε αυτήν την παράσταση. Φυσικά την τραγωδία δεν μπορείς να την μετατρέψεις σε κωμωδία, η ευρηματικότητα, όμως, του Τάρλοου ήταν η αναπάντεχη, η απρόσμενη, η απροσδόκητη αποσυμπίεση μέσα σ’ αυτό το βεβαρημένο σκηνικό θανάτων, κατακραυγών, αλληλοκατηγοριών και μίσους.  Πόσο θάνατο μπορεί να αντέξει τελικά ο θεατής; Ίσως αυτή να ήταν και η σωτήρια ερώτηση του σκηνοθέτη πριν εφεύρει εκ νέου τον Πυλάδη.

Και για να μην αδικήσουμε και τους υπόλοιπους: Πάρα πολύ καλή η Ηλέκτρα (Λουκία  Μιχαλοπούλου), η Χρυσόθεμη (Γρηγορία Μεθενίτη, κάποια στιγμή με σπασμένο τακούνι) αλλά και ο χορός, ο οποίος άλλαζε σχηματισμό διαρκώς, άλλοτε τρεις, άλλοτε δυο, άλλοτε πέντε και τέσσερις και άλλοτε και οι εννέα κοπέλες μαζί να τραγουδούν, να προσπαθούν να λογικέψουν την Ηλέκτρα, να κυλιούνται και να χτυπιούνται στο χώμα της σκηνής. Μπράβο και πάλι Μπράβο!

 

Νίκος Κιούρτης

Προηγούμενο άρθρο

Στο Αθλητικό Κέντρο του Πανδραμαϊκού η προετοιμασία του ΑΟΚ — Η πρώτη στο «Ανθή Καραγιάννη»

Επόμενο άρθρο

Το ζήτημα των αντισταθμιστικών μέτρων: Γράφει ο Κωστής Σιμιτσής