Η συζήτηση για την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα στην περιοχή μας έφερε στην επιφάνεια το ζήτημα των αντισταθμιστικών μέτρων που συμφωνούνται υπέρ των κατοίκων και της Αυτοδιοίκησης, αν τυχόν υλοποιηθεί το έργο.
Ανεξάρτητα από το έργο αυτό καθαυτό, αν δηλαδή ενέχει κινδύνους ή αν αποτελεί επένδυση με την κλασική έννοια του όρου (αν δηλαδή παράγει αξία μέσω της παραγωγής προϊόντων ή της παροχής υπηρεσιών και αν δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας), τα αντισταθμιστικά μέτρα προβάλλονται ως αίτημα δημοτικών παρατάξεων και φορέων, όπως το Επιμελητήριο, οπότε είναι καλό να έχουμε στον νου μας ανάλογα παραδείγματα.
Κατ’ αρχάς είναι γνωστό ότι μέτρα που αντισταθμίζουν τις πιθανές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις συνηθίζονται στα οργανωμένα δυτικά κράτη, όχι όμως στη χώρα μας. Εκεί κάθε οχλούσα μεγάλη μονάδα αποδίδει τέλη στην τοπική κοινωνία, είτε πρόκειται για εργοστάσιο, είτε για αεροδρόμιο, οδό ταχείας κυκλοφορίας, αγωγό φυσικού αερίου, λιμάνι. Αντίθετα, στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις κρατάνε ζηλότυπα για τον εαυτό τους όλα τα δικαιώματα και οι τοπικές κοινωνίες εξαρτώνται από την καλή θέληση, τη φιλανθρωπία και την περιλάλητη «εταιρική κοινωνική ευθύνη» του κάθε ρυπαντή προκειμένου να ανακουφιστούν μερικώς από τις δυσμενείς επιπτώσεις των δραστηριοτήτων του.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κρατικής συμπεριφοράς είναι ο λεγόμενος «περιφερειακός φόρος» που επιβλήθηκε με το άρθ. 161 του Ν. 4001/2011 στις επιχειρήσεις άντλησης πετρελαίου ή φυσικού αερίου. Διότι το μεν κράτος εισπράττει εξαρχής τα περιβόητα royalties, δηλαδή τα δικαιώματα έρευνας και εξόρυξης, αλλά ο φόρος που δίνεται στις Περιφέρειες είναι μόνο 5% και υπολογίζεται επί του καθαρού εισοδήματος του αναδόχου από τις εργασίες του. Δηλαδή δεν πρόκειται να εισπραχθεί ποτέ, αφού είναι γνωστό πως οι ισολογισμοί των εταιριών αυτών παρουσιάζουν μόνο ζημίες και αποσβέσεις και ουδέποτε κέρδη. Ειδικότερα, από όσα εισπράττει το κράτος μόνο 20% κατευθύνεται προς προγράμματα αποτροπής των περιβαλλοντικών κινδύνων ή αποκατάστασης των περιβαλλοντικών ζημιών. Οι κρατικές προθέσεις αποδεικνύονται και από το γεγονός ότι δεν έχει εκδοθεί μέχρι τώρα η Κοινή Υπουργική Απόφαση που θα προσδιόριζε τον τρόπο υπολογισμού και καταβολής αυτού του φόρου.
Άλλο παράδειγμα είναι το τέλος που εισπράττεται από τη λειτουργία σταθμών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Υβριδικών σταθμών. Με διάφορες παραλλαγές και εξαιρέσεις το ποσοστό που αποδίδεται από τις επιχειρήσεις είναι 3% στα προ φόρων κέρδη αλλά για ορισμένες νεότερες επιχειρήσεις το τέλος είναι δύο (2) €/MWh παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας που εγχέεται στο δίκτυο. Μετά την ψήφιση του Ν. 4964/2022 από το εισπραττόμενο τέλος ποσοστό 40% αποδίδεται στο Πράσινο Ταμείο και 60% στον τοπικό Δήμο (Ν. 3468/2006 και 4964/2022).Το τρίτο -και ίσως τελευταίο- παράδειγμα περιβαλλοντικού τέλους είναι εκείνο που επιβάλλεται σε βάρος όσων παράγουν ηλεκτρικό ρεύμα με την καύση λιγνίτη. Ο σχετικά πρόσφατος Ν. 4533/2018 προβλέπει τέλος ύψους 1,40 ευρώ ανά μεγαβατώρα (€/MWh) παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη. Τα κονδύλια που προκύπτουν από την επιβολή του τέλους αυτού χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής, ανάπτυξης και προστασίας του περιβάλλοντος και έργων μετεγκατάστασης οικισμών των Περιφερειακών Ενοτήτων Αρκαδίας, Κοζάνης και Φλώρινας.Παρατηρείται ότι όσον αφορά τα τέλη σε βάρος των ηλεκτροπαραγωγών πρόκειται για μετρήσιμα μεγέθη, που συναρτώνται με το μέγεθος της παραγωγής, άρα και με την πραγματική περιβαλλοντική επιβάρυνση (χωρίς όμως να υπολογίζεται η μόνιμη υποβάθμιση του τοπίου, των καλλιεργειών αλλά και της οικονομίας). Επίσης, με οποιοδήποτε τρόπο κι αν παράγεται το ηλεκτρικό ρεύμα, το τέλος αποδίδεται κυρίως στην τοπική κοινωνία και μάλιστα στο στενό πλαίσιο της Περιφερειακής Ενότητας και όχι στο σύνολο της Περιφέρειας. Αυτό είναι δίκαιο, διότι οι δυνητικοί κίνδυνοι και οι επιβαρύνσεις δεν αφορούν απομακρυσμένες περιοχές. Αυτό εξηγεί και την αντίδραση του Δήμου Καβάλας κατά την επεξεργασία του Ν. 4001/2011, όταν ζητήσαμε το περιβαλλοντικό τέλος να αφορά μόνο τους πληττόμενους δήμους του νομού Καβάλας και όχι όλη την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Τα παραπάνω παραδείγματα προσφέρουν μια ιδέα για τα αντισταθμιστικά μέτρα εφόσον προχωρήσει η αποθήκευση του διοξειδίου του άνθρακα, πχ «μια χρηματική μονάδα» για κάθε τόνο που αποθηκεύεται. Το ύψος αυτής της «χρηματικής μονάδας» θα υπολογιστεί με μελέτη, που μπορεί να ανατεθεί στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο -το δικό μας πανεπιστήμιο. Επίσης προσφέρουν μια ιδέα για τον αποδέκτη των αντισταθμιστικών μέτρων, που μπορεί να είναι οι τέσσερις δήμοι του νομού Καβάλας απευθείας, με κατανομή των ποσών ανάλογα με τον πληθυσμό τους σε ειδικούς λογαριασμούς για τη χρηματοδότηση «έργων υποδομής, ανάπτυξης και προστασίας του περιβάλλοντος».Μας παρακινούν, πάντως, να προβληματιστούμε για την επιβολή ανάλογου τέλους στο λιμάνι και το αεροδρόμιο. Πέρα από τη θεσμική άντληση τέτοιων πόρων υπάρχει και η ανάληψη σοβαρών υποχρεώσεων στο πλαίσιο της «εταιρικής κοινωνικής ευθύνης». Είναι καιρός να αισθανθούμε την παρουσία των δύο μεγάλων χημικών βιομηχανιών της περιοχής μας όχι μόνο μυρίζοντας τον αέρα αλλά βλέποντας και την κοινωνική τους προσφορά με τρόπο ανάλογο με αυτόν που βλέπουμε (και ζηλεύουμε) στη γειτονική Δράμα.
—————-
Μιλώντας για «περιβαλλοντικά τέλη» είναι καιρός να θυμηθούμε το ποσό που βρίσκεται ακινητοποιημένο σε λογαριασμό της Περιφέρειας ΑΜΘ εδώ και χρόνια. Πρόκειται για ένα σημαντικό ποσό που αποτελούσε «έκτακτο έσοδο» της Νομαρχίας Καβάλας από τα πρόστιμα και τις νομιμοποιήσεις των αυθαιρέτων και προοριζόταν αποκλειστικά για την κατεδάφιση αυθαιρέτων, την εφαρμογή των σχεδίων πόλης και την ανάπλαση περιοχών (άρθ. 17 § 15 του Ν. 1337/1983).
Επιτέλους οι Δήμοι του νομού μας πρέπει να ζητήσουν από την Περιφέρεια να αξιοποιηθούν αυτά τα χρήματα.

