Κείμενο της Στέλλας Αργυρίου
Διαβάζοντας το δημοσίευμα για τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη Βουλή σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία, στάθηκα λιγότερο στους αριθμούς και περισσότερο σε αυτό που κρύβεται πίσω από αυτούς. Το 2025 καταγράφηκαν 12.880 ποινικές διώξεις για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας. Η Αθήνα συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αριθμό υποθέσεων, ενώ σε αρκετές περιοχές της χώρας καταγράφεται σημαντική αύξηση των περιστατικών που φτάνουν στη Δικαιοσύνη.
Εκεί όμως που αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας είναι στις περιοχές που εμφανίζουν θεαματική αύξηση των καταγραφών μέσα σε έναν χρόνο.
Η Ροδόπη υπερδιπλασιάζει τις υποθέσεις της (103 σε 218), η Μυτιλήνη επίσης (99 σε 224), το Ναύπλιο σχεδόν τριπλασιάζει τις καταγραφές (51 σε 176) και το Κιλκίς υπερδιπλασιάζει τα περιστατικά (74 σε 161).
Αυτές οι αυξήσεις μπορούν να ερμηνευθούν με δύο τρόπους: Eίτε αυξήθηκαν πράγματι τα περιστατικά βίας, είτε -και αυτό συχνά είναι εξίσου σημαντικό- αυξήθηκαν οι καταγγελίες και η εμπιστοσύνη των θυμάτων προς τις αρχές. Στην πραγματικότητα, συνήθως συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα.
Για όσους ασχολούμαστε με την ψυχική υγεία και την κοινωνική πολιτική, τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν μια ακόμη ανάγκη: οι υπηρεσίες υποστήριξης δεν μπορούν να είναι συγκεντρωμένες μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι μικρότερες πόλεις, οι νησιωτικές περιοχές και οι ακριτικές περιφέρειες χρειάζονται επαρκείς κοινωνικές δομές, ψυχολογική υποστήριξη, ξενώνες φιλοξενίας, συμβουλευτικά κέντρα και εκπαιδευμένα δίκτυα επαγγελματιών.
Ιδιαίτερα για περιοχές της περιφέρειας, η αύξηση των καταγγελιών μπορεί να σημαίνει ότι αρχίζει να σπάει η σιωπή που επί χρόνια συντηρούσαν οι στενές κοινωνικές σχέσεις, ο φόβος του κοινωνικού στιγματισμού και η οικονομική εξάρτηση των θυμάτων από τον δράστη.
Αν δούμε συνολικά τα στοιχεία της περιόδου 2020-2025, προκύπτει ένα σαφές συμπέρασμα: η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ένα πρόβλημα που αφορά λίγες οικογένειες ή συγκεκριμένες περιοχές. Είναι ένα πανελλαδικό κοινωνικό φαινόμενο με αυξανόμενη ορατότητα, το οποίο απαιτεί όχι μόνο αυστηρότερη ποινική αντιμετώπιση, αλλά και ισχυρές πολιτικές πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και ψυχοκοινωνικής στήριξης.
Και ίσως το πιο σημαντικό μήνυμα των στοιχείων είναι πως οι αριθμοί αυξάνονται, αλλά πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένας άνθρωπος που αποφάσισε να μιλήσει.
Η πρόκληση για την Πολιτεία είναι να αποδείξει ότι όταν το θύμα μιλά, κάποιος το ακούει και το προστατεύει αποτελεσματικά. Οι αριθμοί είναι χρήσιμοι για να καταγράφουμε το πρόβλημα. Δεν αρκούν όμως για να το λύσουμε. Αυτό που χρειάζεται σήμερα η χώρα είναι μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική πρόληψης της βίας, με επίκεντρο την ψυχική υγεία, την εκπαίδευση, την κοινωνική φροντίδα και την προστασία των θυμάτων.
Γιατί καμία γυναίκα, κανένα παιδί και κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να χρειαστεί να αποδείξει ότι κινδυνεύει για να γίνει πιστευτός.

