Dark Mode Light Mode

Ποιος αποφασίζει τι χρειάζεται μια κοινωνία; Από τη γνώση των ειδικών στην κρίση των πολιτών

Μιλάμε συχνά για όσα χρειάζεται η κοινωνία. Περισσότερα νοσοκομεία, καλύτερα σχολεία, ασφαλέστερους δρόμους, ισχυρότερη οικονομία. Συνήθως διαφωνούμε για τις προτεραιότητες και, ακόμη περισσότερο, για τους τρόπους με τους οποίους θα τις επιτύχουμε. Υπάρχει, όμως, ένα ερώτημα που σπανίως θέτουμε: ποιος αποφασίζει τι πραγματικά χρειάζεται μια κοινωνία;

Η συνηθισμένη απάντηση είναι ότι αποφασίζουν οι κυβερνήσεις. Αλλά αυτή η απάντηση περιγράφει ποιος ασκεί την εξουσία, όχι με ποια κριτήρια πρέπει να τη χρησιμοποιεί. Μια κυβέρνηση μπορεί να έχει εκλεγεί νόμιμα και, παρ’ όλα αυτά, οι αποφάσεις της να χρειάζονται συνεχή δημόσια εξέταση. Η εκλογή παρέχει την εξουσία να κυβερνά κανείς για ορισμένο χρόνο. Δεν μετατρέπει κάθε κυβερνητική επιλογή σε ορθή επιλογή. Μια δεύτερη απάντηση είναι ότι πρέπει να αποφασίζουν όσοι γνωρίζουν. Ποιος θα αμφισβητούσε την ανάγκη να ακούμε τους γιατρούς για την υγεία, τους μηχανικούς για την ασφάλεια των κατασκευών ή τους οικονομολόγους για τις συνέπειες μιας δημοσιονομικής απόφασης; Η γνώση των ειδικών είναι απαραίτητη. Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι να γνωρίζουμε τις πιθανές συνέπειες μιας επιλογής και άλλο να αποφασίζουμε ποια επιλογή αξίζει να προτιμήσουμε. Ας υποθέσουμε ότι μια πόλη διαθέτει περιορισμένους πόρους. Πρέπει να κατασκευάσει ένα νέο νοσοκομείο, να ενισχύσει τα σχολεία της ή να δημιουργήσει περισσότερους χώρους πρασίνου; Οι ειδικοί μπορούν να υπολογίσουν το κόστος, να εκτιμήσουν τις ανάγκες και να παρουσιάσουν τις πιθανές συνέπειες. Μπορούν ακόμη να αποκαλύψουν ότι ορισμένες λύσεις είναι ανεφάρμοστες. Δεν μπορούν, όμως, μόνο με την ειδικότητά τους να καθορίσουν ποια ανάγκη πρέπει να προηγηθεί. Εδώ χρειάζεται να σταθμίσουμε αξίες, υποχρεώσεις και διαφορετικές αντιλήψεις για την καλή ζωή. Ο Πλάτων γνώριζε πολύ καλά το πρόβλημα. Στον Πολιτικό, η πολιτική παρουσιάζεται ως τέχνη που δεν περιορίζεται στην άσκηση επιμέρους δεξιοτήτων, αλλά οφείλει να συντονίζει διαφορετικές δραστηριότητες και ανθρώπους. Το ερώτημα, όμως, παραμένει απαιτητικό: ποιος διαθέτει την αναγκαία γνώση για μια τέτοια τέχνη και πώς αναγνωρίζεται η καταλληλότητά του; Η πλατωνική αναζήτηση δεν μας επιτρέπει να ταυτίσουμε την πολιτική ικανότητα με τη δημοτικότητα ή την κατοχή ενός αξιώματος. Μας υποχρεώνει να εξετάσουμε τι γνωρίζει εκείνος που κυβερνά και για ποιον σκοπό χρησιμοποιεί τη γνώση του. Ο Αριστοτέλης, στα Πολιτικά, διατυπώνει μια σκέψη που εξακολουθεί να μας προβληματίζει: οι πολλοί, όταν συγκεντρώνονται, μπορούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις να κρίνουν καλύτερα από λίγους εξαιρετικούς ανθρώπους. Δεν πρόκειται για ανεπιφύλακτη υπεράσπιση της δημοκρατίας ούτε για την πεποίθηση ότι η πλειοψηφία έχει πάντοτε δίκιο. Πρόκειται για την αναγνώριση ότι η συλλογική κρίση μπορεί να αξιοποιεί διαφορετικές εμπειρίες και ικανότητες, τις οποίες κανένα μεμονωμένο πρόσωπο δεν συγκεντρώνει πλήρως.

Αυτή η σκέψη μπορεί να τροφοδοτήσει έναν σύγχρονο προβληματισμό για τη δημοκρατία, χωρίς να αποδίδουμε στον Αριστοτέλη τις δικές μας πολιτικές αντιλήψεις. Ο πολίτης δεν χρειάζεται να είναι γιατρός για να έχει λόγο σχετικά με τις προτεραιότητες της δημόσιας υγείας. Ούτε χρειάζεται να είναι οικονομολόγος για να συζητά ποια κοινωνικά βάρη είναι δίκαιο να αναλάβει. Χρειάζεται, όμως, να ενημερώνεται, να ακούει τα τεκμήρια, να εξετάζει τις συνέπειες και να αναγνωρίζει τα όρια της δικής του γνώσης. Η συμμετοχή χωρίς επαρκή ενημέρωση κινδυνεύει να γίνει αυθαιρεσία. Η γνώση χωρίς δημόσια λογοδοσία κινδυνεύει να μετατραπεί σε εξουσία που δεν δίνει εξηγήσεις. Στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης εξετάζει τη βούλευσιν: τη διερεύνηση των δυνατών τρόπων δράσης και των μέσων με τα οποία μπορούμε να επιτύχουμε έναν σκοπό. Διευκρινίζει μάλιστα ότι δεν βουλευόμαστε για τους ίδιους τους τελικούς σκοπούς, αλλά για όσα μπορούν να μας οδηγήσουν σε αυτούς. Η έννοια δεν ταυτίζεται με τη σύγχρονη δημόσια διαβούλευση, μας υπενθυμίζει όμως ότι η απόφαση απαιτεί εξέταση των πραγματικών δυνατοτήτων της πράξης. Γι’ αυτό και η φρόνησις, η αρετή της πρακτικής κρίσης σχετικά με όσα είναι καλά για τον άνθρωπο, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από έναν πίνακα αριθμών, όσο ακριβής και αν είναι. Υπάρχει, βέβαια, μια δυσκολία. Οι κοινωνίες δεν αποτελούνται από ανθρώπους που συμφωνούν πάντοτε για το καλό. Εκείνο που ένας πολίτης θεωρεί πρόοδο, ένας άλλος μπορεί να το θεωρεί απώλεια. Η δημοκρατία δεν καταργεί αυτές τις διαφωνίες. Οφείλει να δημιουργεί τους θεσμούς μέσα στους οποίους μπορούν να εκφράζονται, να εξετάζονται και να οδηγούν σε αποφάσεις που υπόκεινται σε έλεγχο. Το κοινὸν συμφέρον δεν μπορεί να είναι απλώς η ονομασία που δίνει η εκάστοτε εξουσία στις δικές της προτιμήσεις. Ποιος, λοιπόν, αποφασίζει τι χρειάζεται μια κοινωνία; Σε μια δημοκρατία, οι αρμόδιοι θεσμοί λαμβάνουν τις αποφάσεις, οι ειδικοί προσφέρουν την αναγκαία γνώση και οι πολίτες συμμετέχουν στη διαμόρφωση και στον έλεγχο των δημόσιων επιλογών. Καμία από αυτές τις λειτουργίες δεν υποκαθιστά πλήρως τις άλλες. Το κρίσιμο δεν είναι να εξαφανίσουμε τις διαφωνίες, αλλά να μπορούμε να εξηγούμε γιατί μια απόφαση υπηρετεί το κοινό καλό και να δεχόμαστε ότι οι εξηγήσεις μας μπορούν να αμφισβητηθούν. Ίσως, τελικά, η ποιότητα μιας δημοκρατίας να μην κρίνεται μόνο από το ποιος αποφασίζει, αλλά και από το αν εκείνος που αποφασίζει είναι πρόθυμος να απαντήσει στην απλούστερη και δυσκολότερη ερώτηση του πολίτη: Γιατί αυτή η επιλογή είναι καλή για όλους μας;

Βασίλειος Τσιάντος

Καθηγητής, Τμήμα Φυσικής
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Προηγούμενο άρθρο

Η χειρουργική εκπαίδευση στην πράξη μέσα από workshop του Χειρουργικού Τμήματος του ΓΝ Καβάλας

Επόμενο άρθρο

Ενημέρωση Γιάννη Πασχαλίδη: Έκδοση Πρόσκλησης Έργου Χλοοτάπητα στο Βερούλειο