Τα όνειρα



Γράφει ο Άγγελος Τσανάκας

Λίγα έλεγε, λίγα έκανε, λίγο την έβλεπες. Λίγα ζητούσε απ’τη ζωή της. Ήταν του ολίγου, γενικώς. Αλλά, δεν τα μασούσε αυτά τα λίγα λόγια της. Κι έφταναν αυτά τα ελάχιστα που έκανε. Κι όσο λίγο μοναχά κανείς την έβλεπε όταν την παρουσία της δήλωνε, ήταν αρκετό. Και της έφταναν τα λίγα στη ζωή της.
Δεν γελούσε πολύ, μονάχα χαμογελούσε. Λίγο χαμογελούσε με ένα χαμόγελο μυστηριακό, περίεργο πνιγμένο κι αυτό μέσα στα χείλη της.
Δεν μιλούσε πολύ, δεν της άρεσε να μιλά.
Δεν σου έλεγε τι να κάνεις, δεν σε προέτρεπε για τούτο και για τ’άλλο.
Ελεύθερο σε είχε, σαν την ψυχή της.
Δεν έδινε συμβουλές.
Δεν έλεγε σοφές κουβέντες, γιατί δεν ήξερε να λέει.
Δεν ήξερε γράμματα αυτή.
Αγράμματη ήταν, “ξύλο απελέκητο” που λένε. Και αγαθή ήταν, αλλά να την ξεγελάσει κανένας δεν μπορούσε. Μήτε στις χρηματικές συναλλαγές να την ξεγελάσει μπορούσε κανείς μήτε που λεν “στο ζύγι”, μα το κυριότερο και που το πιο σπουδαίο ήταν ότι, ούτε από κολακείες και ψέματα χαμπάριαζε. Έβλεπε από μακριά το ψέμα.
Της έμοιασα, της έμοιαζα, της μοιάζω.
Σπάνια γελούσε.
Δεν έκλαιγε σχεδόν ποτέ.
Μια θλίψη είχε στο πρόσωπό της μαζί όμως και μια λάμψη, μια ανείπωτη χαρά πολλές φορές διέκρινε κανείς στα μάτια της.
Μα ήθελε τρόπο να το δεις και να στο επιτρέψει εκείνη έπρεπε.
Ένα στοχασμό, μια αφηρημάδα, μια ανημπόρια, μα και μια σιγουριά έβλεπες στα μάτια της.
Δεν ήταν θαρραλέα, μα ύψωνε ανάστημα.
Δεν είχε φόβο.
Ένα αγρίμι ήταν.
Φαίνονται πράγματα αταίριαστα αναμεταξύ τους, μα έτσι ήταν.
Και γω όμως δεν μιλούσα πολύ. Και τότε δεν μιλούσα πολύ, και ύστερα λίγο μιλούσα, και τώρα, σαν λίγο μεγάλωσα, πολύ, δεν μιλώ.
Της έμοιαζα, της έμοιασα, της μοιάζω.
Κι όταν τότε, όταν δίπλα μου την είχα και λίγο μιλούσα και κανείς δεν καταλάβαινε, τί έλεγα, τί ήθελα, τί ζητούσα και τί ήθελα να πω, εκείνη αμέσως καταλάβαινε. Έβλεπε, τί μέσα στο παιδικό, το εφηβικό, το ανδρικό μου το μυαλό, στριφογυρνούσε.
Δεν της ζητούσα τίποτα ποτέ. Ή μάλλον πιο σωστά, δεν προλάβαινα κάτι να της ζητήσω. Γιατί, έφτανε μια ανεπαίσθητη κίνηση των χεριών μου, μια μικρή κίνηση του σώματός μου, μια μικρή περιστροφή του κεφαλιού μου για να καταλάβει τι ήθελα και τι επιθυμούσα εκείνη τη στιγμή. Ποια ήταν η ανάγκη μου.
Και κει που στέγνωνε τα ζεστά τα καλοκαίρια το στόμα μου, και πριν καν προλάβει ο εγκέφαλός μου να στείλει σήμα στις φωνητικές χορδές μου, στο στόμα και στη γλώσσα μου και να μιλήσω, να ζητήσω, σαν άξαφνα να ήταν, ένα ποτήρι δροσερό νερό βρίσκονταν στα χέρια μου.
Γυρνούσα τότε και την κοιτούσα με απορία, κι αυτή απλώς ανασήκωνε τους ώμους της.
Α ρε μάνα!
“Χρόνια πολλά μάνα”
Χρόνια πολλά έψαχνε να βρει τα όνειρά της και να ρίξει τον σπόρο τους για να φυτρώσουν και τα δικά μου όνειρα.
Χρόνια πολλά τ’αναζητούσε.
Δεν κατάλαβα….ποτέ δεν μίλησε, δυο λέξεις μια κουβέντα δεν βγήκε απ’τα χείλη της ποτέ, για να μάθω αν τα έζησε τα όνειρά της, αν τη ζωή της χάρηκε ως ήθελε.
Και δεν τη ρώτησα ποτέ κι εγώ. Γι αυτό, πολύ λυπάμαι. Μα….τα δικά μου όνειρα βρήκαν γόνιμο έδαφος…..τα φρόντισε ως έπρεπε τους δύσκολους, τους παγωμένους τους χειμώνες. Και τα καυτά τα καλοκαίρια, με δροσερό νερό τα πότισε.

Ολάνθιστα ο καιρός μου τα βρήκε τα όνειρά μου…..

********
“Χρόνια πολλά ρε μάνα εκεί που είσαι”
Παράξενο ακούγεται το “Χρόνια πολλά”, μα δεν είναι έτσι. Και δεν είναι η γιορτή τής μάνας, μια μέρα, μια φορά τον χρόνο, μα κάθε μέρα και για πάντα. Και υπάρχει αυτό το πάντα κι ας όχι λένε μερικοί.

********
«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει, που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου»
Έτσι είχε πει και είχε γράψει εκείνος ο μεγάλος ποιητής, μα και γω λέω, ότι μάνα ανακράζει καθένας μας σαν όπως ανασαίνει…

Πρώτη του χρόνου ημέρα.
Καβάλα, 1 Ιανουαρίου του 2019

eXTReMe Tracker