Βάρδα Μπένε



 

Γράφει ο Χρήστος Τσελεπής

 

Ξεκίνησε πέρυσι για δύο παραστάσεις και συμπλήρωσε φέτος οχτώ. Αξίζει ασφαλώς για πολύ περισσότερες, αφού και στις τέσσερις διπλές παραστάσεις τα εισιτήρια ήταν από πριν εξαντλημένα. Εξάλλου ο χώρος στο παλιό παλιατζίδικο του καρνάγιου ήταν βέβαια ιδανικός για το συγκεκριμένο έργο, αλλά μικρός και με κλιματισμό… παρεχόμενης βεντάλιας, πάντως αξιοπρόσεχτο! Ο σχεδιασμός των φωτισμών από τη μεριά του Βασίλη Αποστολάτου αναδείκνυε το χώρο αφενός και εξυπηρετούσε πλήρως τις ανάγκες της σκηνογραφίας και της σκηνοθεσίας αφετέρου. Η μουσική επιμέλεια του Γιάννη Σορώτου απόλυτα ταιριαστή με το θέμα του έργου, παρά το ότι στον «Αϊ – Νικόλα» του Βασίλη Τσιτσάνη παρέλειπε επανειλημμένα το τελικό δίστιχο «(…) και στην κοπέλα που μας αγαπά θα δώσουμε φιλάκια ναυτικά».

Το έργο βασίζεται στην έρευνα και τη συλλογή υλικού από την Κυριακή Μακέδου και την Εύα Οικονόμου – Βαμβακά, η οποία έγραψε το κείμενο της παράστασης και ανέλαβε τη δραματουργική επεξεργασία και τη σκηνοθεσία της παράστασης με βοηθό την Κατερίνα Συμεωνίδου. Οι τρεις αυτές κοπέλες ερμήνευσαν τους ρόλους του έργου μαζί με τον καταξιωμένο στο Καβαλιώτικο κοινό (και όχι μόνο) πειστικό συντοπίτης μας ηθοποιό Παύλο Σταυρόπουλο, άριστο σε όλους τους ρόλους του.

Η Καβάλα είναι ο τόπος που ενώνει τα καΐκια (τα ψαράδικα κυρίως) με τους ανθρώπους. Από τη μια τους Έλληνες πρόσφυγες καϊκτσήδες που ήρθαν πριν από έναν αιώνα περίπου από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ και την Προποντίδα. Από την άλλη τους αλιεργάτες τους εντόπιους (συχνά από τη Θάσο) κι από ένα σημείο και μετά τους Αιγύπτιους, που για να συμπληρώσουν τις ισχνές αμοιβές τους, πουλάνε την «κότα» τους (το μερτικό του σε ψάρια) σε τιμές παραεμπορίου, συχνά κυνηγημένοι από τους λιμενοφύλακες.

Το δραματικό στοιχείο ανεβαίνει με τους ανθρώπινους χωρισμούς σε Καβάλα και Αίγυπτο και με την επιδοτούμενη καταστροφή των ξύλινων πλεούμενων. Γιατί και με τα δύο έχουμε καταστροφή σχέσεων και δεσμών αγάπης και τρυφερότητας. Αυτό το ξέρουν καλά οι θαλασσινοί και οι ναυτικοί. Η ιστορία της πόλης μας εξάλλου είναι δεμένη άρρηκτα με τον ταρσανά της, όπου πλείστοι καραβομαραγκοί και καλαφάτες ασκούσαν για χρόνια και χρόνια πραγματική τέχνη, επιβεβαιώνοντας με την εργασία τους την αγάπη τους για τα σκαριά που έστω άλλοι θα τα χαίρονταν και θα τα εκμεταλλεύονταν.

Στο έργο «Βάρδα Μπένε» η παρομοίωση του σκαριού με τον ανθρώπινο σκελετό μοιάζει να εξομοιώνει τη μοίρα και των δύο. Η σκηνοθέτιδα Εύα Οικονόμου – Βαμβακά, παρά το νεαρό της ηλικίας της, συγκινείται πρώτα η ίδια από τη λεπτή αυτή σχέση, γιατί έχει καταλάβει ότι έτσι μόνο μπορεί να συγκινήσει το κοινό της, με συνειρμούς υποβλητικούς και αιφνιδιαστικούς συνάμα. Έτσι επιτυγχάνει καλύτερα την επιζητούμενη μέθεξη, που απλώνεται σε τρία επίπεδα: το κοινωνικό, το ιδεολογικό και το αισθητικό, με ανάλογους προβληματισμούς και αντίστοιχες απολαύσεις των θεατών.

Είναι λοιπόν μάλλον σίγουρο ότι το έργο θα συνεχιστεί και το επόμενο καλοκαίρι με περισσότερες παραστάσεις, αφού αγκαλιάστηκε θερμά από το Καβαλιώτικο κοινό και το «βάρδα μπένε» έγινε για πολλούς συντοπίτες τρόπος καθημερινής επικοινωνίας. Ένας λαϊκός ποιητάρης μάλιστα έγραψε ένα τραγούδι σε χασάπικο ρυθμό, που καταλήγει ως εξής:

«Για κάθε όμορφη στιγμή

που νιώθουν τα παιδιά σου

το δάκρυ στήνει το χορό

επάνω στη χαρά σου.

 

Και ύστερα σου λένε

οι άντρες πως δεν κλαίνε.

Αν είσαι μάγκας, σταθερά

στα όνειρά σου μένε

κι αν κάποιοι σε πληγώνουνε,

καρντάση, βάρδα μπένε…».       

 

 

eXTReMe Tracker