Μόλις 31.390 παιδιά γεννήθηκαν στην Ελλάδα το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ο αριθμός έμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος από πέρυσι, αλλά είναι 23,4% χαμηλότερος από το αντίστοιχο εξάμηνο του 2021. Στην Καβάλα και τη Θάσο, το 2024 καταγράφηκαν 817 γεννήσεις έναντι 1.889 θανάτων. Στέγη, οικονομική αυτονομία και φροντίδα παιδιών βρίσκονται πλέον στον πυρήνα της συζήτησης για το τι μπορεί πραγματικά να αλλάξει.
Ρεπορτάζ: Θανάσης Μπόμης
Τέσσερις γεννήσεις. Αυτή είναι ολόκληρη η διαφορά ανάμεσα στο πρώτο εξάμηνο του 2025 και στο αντίστοιχο διάστημα του 2026. Τα νέα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που δημοσιεύθηκαν στις 24 Σεπτεμβρίου, καταγράφουν 31.390 γεννήσεις από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 2026, έναντι 31.386 πέρυσι. Η μεταβολή είναι ουσιαστικά μηδενική. Η πενταετία, όμως, αποτυπώνει διαφορετική εικόνα: 40.967 γεννήσεις το πρώτο εξάμηνο του 2021, 36.505 το 2022, 34.202 το 2023, 33.096 το 2024 και 31.386 το 2025. Μέσα σε πέντε χρόνια η υποχώρηση φτάνει το 23,4%. Ο δείκτης ολικής γονιμότητας βρίσκεται επίσης χαμηλά. Το 2024 ήταν περίπου 1,24 παιδιά ανά γυναίκα στην Ελλάδα, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 1,34 και το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών περίπου 2,1.
Καβάλα και Θάσος: 817 γεννήσεις, 1.889 θάνατοι
Στην τοπική εικόνα οι αριθμοί είναι ακόμη πιο εύγλωττοι. Δεν χρειάζεται να περιμένει κανείς τις μακροχρόνιες δημογραφικές προβολές για να δει τη διαφορά ανάμεσα στις γενιές που μπαίνουν και σε εκείνες που χάνονται. Σύμφωνα με τα οριστικά στοιχεία φυσικής κίνησης της ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 στην Καβάλα και τη Θάσο καταγράφηκαν 817 γεννήσεις και 1.889 θάνατοι. Το φυσικό ισοζύγιο ήταν έτσι αρνητικό κατά 1.072 ανθρώπους. Οι γεννήσεις ήταν μάλιστα 2,6% λιγότερες από το 2023. Η Απογραφή είχε ήδη δείξει τη μεγαλύτερη τάση. Η Περιφερειακή Ενότητα Καβάλας αριθμούσε 116.195 μόνιμους κατοίκους το 2021, 7% λιγότερους σε σχέση με το 2011. Στον Δήμο Καβάλας ο πληθυσμός μειώθηκε από 70.501 σε 66.376 κατοίκους. Στα πιο πρόσφατα προσωρινά στοιχεία του 2026 δεν υπάρχει ανάλυση σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας. Για ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη καταγράφηκαν 1.627 γεννήσεις στο πρώτο εξάμηνο, 3,2% περισσότερες από το 2025. Αυτό είναι σημαντικό: δεν επιτρέπει να ισχυριστούμε ότι οι γεννήσεις στην Καβάλα μειώθηκαν και φέτος χωρίς αντίστοιχα τοπικά δεδομένα. Η δημογραφική πίεση, όμως, είναι ήδη ορατή και στα σχολεία. Τον Σεπτέμβριο του 2026 παραμένει ενεργό το ζήτημα των υποβιβασμών δημοτικών σχολείων του νομού, με γονείς και εκπαιδευτικούς να συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις τους. Ο υποβιβασμός ενός σχολείου δεν οφείλεται αυτομάτως μόνο στην υπογεννητικότητα, αλλά οι μικρότερες γενιές επηρεάζουν αναπόφευκτα τον μαθητικό πληθυσμό, ιδιαίτερα σε μικρότερες κοινότητες.
Η οικογένεια μετατίθεται μαζί με την οικονομική ανεξαρτησία
Η υπογεννητικότητα δεν αρχίζει στο μαιευτήριο. Για πολλούς νέους προηγούνται χρόνια μέχρι να αποκτήσουν σταθερό εισόδημα και δική τους κατοικία. Το 2025 οι νέοι στην Ελλάδα εγκατέλειπαν το πατρικό σπίτι κατά μέσο όρο στα 30,9 χρόνια, έναντι 26,3 στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα βρισκόταν μαζί με τη Σλοβακία πίσω μόνο από την Κροατία. Την ίδια στιγμή, ο OECD καταγράφει σημαντική βελτίωση στην αγορά εργασίας: η απασχόληση των 15–29 ετών αυξήθηκε από 26% το 2013 σε 36% το 2025 και η ανεργία υποχώρησε από 48,7% σε 16,5%. Ωστόσο οι νέοι στην Ελλάδα εξακολουθούν να έχουν χαμηλότερη απασχόληση και αμοιβές από πολλούς συνομηλίκους τους στις χώρες του OECD, ενώ σημαντικό μέρος της απασχόλησης παραμένει εποχικό.
Η στέγη έγινε δημογραφικό ζήτημα
Η μεγαλύτερη οικονομική δυσκολία εμφανίζεται πριν ακόμη δημιουργηθεί οικογένεια: στη δυνατότητα ενός νέου ζευγαριού να συντηρήσει δικό του σπίτι. Σύμφωνα με τον OECD, ο μέσος νέος 18–29 ετών στην Ελλάδα δαπανά πάνω από το 60% του εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες, ενώ το 74% των νέων 20–29 ετών εξακολουθεί να ζει με τους γονείς του. Το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με ενίσχυση της αγοράς πρώτης κατοικίας. Ο OECD δίνει βάρος στην αύξηση της προσφοράς προσιτής και κοινωνικής ενοικιαζόμενης κατοικίας, στην αξιοποίηση κενών ακινήτων και στην αξιολόγηση των επιδοτήσεων ώστε να διαπιστώνεται αν μειώνουν πραγματικά το κόστος στέγασης.
Οι Έλληνες θέλουν περισσότερα παιδιά από όσα έχουν
Η εύκολη εξήγηση ότι «οι νέοι δεν θέλουν παιδιά» δεν επιβεβαιώνεται από τις διαθέσιμες έρευνες. Στην έρευνα «Τι Πιστεύουν οι Έλληνες 2024» της διαΝΕΟσις, οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι έχουν κατά μέσο όρο 1,4 παιδιά, ενώ ιδανικά θα ήθελαν 2,6. Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν πρόβλεψη για τη μελλοντική γονιμότητα, δείχνουν όμως καθαρά απόσταση ανάμεσα στην επιθυμία και στην πραγματικότητα. Στην ίδια έρευνα, το 80,2% ανέφερε οικονομικές δυσκολίες ή ανασφάλεια ως έναν από τους λόγους για τους οποίους τα ζευγάρια αναβάλλουν ή αποφεύγουν την απόκτηση παιδιών. Το 29,4% ανέφερε έλλειψη υποδομών, όπως βρεφονηπιακούς σταθμούς, και το 25% δυσκολία συνδυασμού μητρότητας και επαγγελματικής ζωής. Αυτές είναι αντιλήψεις των πολιτών και όχι απόδειξη μίας μοναδικής αιτίας. Η γονιμότητα επηρεάζεται επίσης από την ηλικία δημιουργίας σχέσης, τις προσωπικές επιλογές, την εκπαίδευση και ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές. Το οικονομικό περιβάλλον, όμως, καθορίζει πόσο εύκολο είναι μια επιθυμία για παιδί να γίνει πράξη.
Μετά τη γέννηση αρχίζει το δεύτερο εμπόδιο
Η στήριξη μιας οικογένειας δεν τελειώνει με ένα επίδομα γέννησης. Για δύο εργαζόμενους γονείς, το επόμενο κρίσιμο ζήτημα είναι η καθημερινή φροντίδα. Ο OECD καταγράφει ότι η συμμετοχή των μικρών παιδιών στις επίσημες δομές προσχολικής αγωγής και φροντίδας έχει αυξηθεί στην Ελλάδα, αλλά εξακολουθεί να υστερεί από τον μέσο όρο του οργανισμού. Παράλληλα, οι οικογένειες χαμηλότερου εισοδήματος έχουν μικρότερη πρόσβαση. Η πρόσβαση σε παιδικούς σταθμούς και οι γονικές άδειες δεν εγγυώνται περισσότερες γεννήσεις. Μειώνουν όμως δύο πολύ συγκεκριμένα κόστη: το οικονομικό κόστος της φύλαξης και το επαγγελματικό κόστος που μπορεί να επιφέρει η απόκτηση παιδιού.
Ο χάρτης των παρεμβάσεων
Η διεθνής εμπειρία δεν έχει βρει ένα «μαγικό» μέτρο που να αντιστρέφει την υπογεννητικότητα. Τα στοιχεία δείχνουν όμως καθαρά πού βρίσκονται τα εμπόδια που μπορούν να μειωθούν.
Προσιτή κατοικία
Χρειάζεται αύξηση της πραγματικής προσφοράς κατοικιών που μπορούν να νοικιάσουν νέοι με τα σημερινά εισοδήματα: κοινωνική κατοικία, αξιοποίηση κενών και δημόσιων ακινήτων και μακροχρόνιες προσιτές μισθώσεις. Η ενίσχυση της ζήτησης χωρίς αύξηση της προσφοράς δεν αρκεί.
Οικονομική αυτονομία νωρίτερα
Χρειάζεται ταχύτερη μετάβαση από την εκπαίδευση σε σταθερή εργασία, καλύτερη αντιστοίχιση δεξιοτήτων με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς και αυστηρή αξιολόγηση προγραμμάτων κατάρτισης και απασχόλησης. Στόχος δεν είναι απλώς μια θέση εργασίας, αλλά εισόδημα που επιτρέπει ανεξάρτητη ζωή.
Παιδική φροντίδα διαθέσιμη εκεί όπου χρειάζεται
Η αύξηση των θέσεων βρεφονηπιακής φροντίδας πρέπει να συνδέεται με την πραγματική ζήτηση και να εξασφαλίζει πρόσβαση στις οικογένειες χαμηλότερου εισοδήματος. Η έλλειψη φροντίδας δεν πρέπει να μετατρέπει το παιδί σε επιλογή ανάμεσα στην οικογένεια και στην εργασία.
Γονικές άδειες που λειτουργούν στην πράξη
Δεν αρκεί να υπάρχουν θεσμικά. Πρέπει να παρακολουθείται η πραγματική χρήση τους, η προστασία του εισοδήματος και η συμμετοχή και των δύο γονέων στη φροντίδα. Και πάνω από όλα απαιτείται μέτρηση αποτελέσματος. Πόσο μειώνεται το κόστος στέγασης; Σε ποια ηλικία ανεξαρτητοποιούνται οι νέοι; Πόσες οικογένειες βρίσκουν παιδικό σταθμό; Πόσοι γονείς χρησιμοποιούν τις άδειες; Η αποτελεσματικότητα μιας δημογραφικής πολιτικής δεν μετριέται από τον αριθμό των εξαγγελιών αλλά από το αν μειώνει τα πραγματικά εμπόδια στην καθημερινή ζωή.
Η Καβάλα δεν χρειάζεται να περιμένει την επόμενη Απογραφή
Τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ήδη αρκετά για να περιγράψουν την κατεύθυνση: 7% μικρότερος πληθυσμός στην Π.Ε. Καβάλας μέσα σε μία δεκαετία και, το 2024, 817 γεννήσεις έναντι 1.889 θανάτων σε Καβάλα και Θάσο. Η εθνική δημογραφική πολιτική θα κριθεί στη στέγη, στην εργασία, στο εισόδημα και στην οικογενειακή φροντίδα. Σε τοπικό επίπεδο, όμως, η Καβάλα μπορεί ήδη να παρακολουθεί τους δείκτες που προειδοποιούν νωρίτερα: νέοι που φεύγουν ή μένουν, εγγραφές στα σχολεία, ανάγκες παιδικής φροντίδας, διαθέσιμη κατοικία και μεταβολή του πληθυσμού στις μικρότερες κοινότητες. Η υπογεννητικότητα δεν αντιμετωπίζεται ζητώντας από τους νέους να κάνουν περισσότερα παιδιά. Αντιμετωπίζεται κάνοντας λιγότερο δύσκολη την απόφαση που πολλοί δηλώνουν ότι ήδη θέλουν να πάρουν: να αποκτήσουν σπίτι, οικονομική ασφάλεια και τον χρόνο και τις υποδομές που χρειάζονται για να μεγαλώσουν μια οικογένεια.
Πηγές – Δεδομένα
- ΕΛΣΤΑΤ, «Μηνιαία στοιχεία γεννήσεων: Ιανουάριος–Ιούνιος 2026», 24/9/2026. Πρωτογενή στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ 2026
- ΕΛΣΤΑΤ, «Στοιχεία Φυσικής Κίνησης Πληθυσμού 2024» – γεννήσεις και θάνατοι ανά περιοχή. ΕΛΣΤΑΤ – Φυσική Κίνηση 2024
- ΕΛΣΤΑΤ, Απογραφή Πληθυσμού 2021 – Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. ΕΛΣΤΑΤ – Απογραφή 2021
- Eurostat, Fertility Indicators, ενημέρωση 16/9/2026. Eurostat – Fertility indicators
- Eurostat, «When do young people leave the parental home?», 15/9/2026. Eurostat – Αποχώρηση από το πατρικό σπίτι
- OECD, Challenges for Young People in Greece to Reach Financial Independence, 20/8/2026. OECD – Πλήρης έκθεση
- OECD, «Housing policies». OECD – Στέγαση στην Ελλάδα
- OECD, «Family policy». OECD – Οικογενειακή πολιτική
- διαΝΕΟσις, «Τι Πιστεύουν οι Έλληνες 2024». διαΝΕΟσις – Δημογραφικό και νέοι
- Πρωινή Καβάλας, ρεπορτάζ για τους υποβιβασμούς σχολείων, Σεπτέμβριος 2026. Πρωινή – Υποβιβασμοί σχολείων


