Στο σχολείο πήγαινε με το ζόρι. Στεκόταν κάθε πρωί για λίγα δευτερόλεπτα έξω από την πόρτα της τάξης. Μέσα τον περίμεναν οι ίδιοι καθηγητές, οι ίδιες παρέες, οι ίδιες κουβέντες. «Τι θα κάνεις μετά το σχολείο;»
του Τάσου Βιζικίδη
Εκείνος δεν ήξερε καν τι θα έκανε την επόμενη εβδομάδα. Μιλούσαν για το μέλλον σαν να ήταν κάτι δεδομένο. Πανεπιστήμια, δουλειές, σχέσεις, σχέδια. Και ενώ όλοι έμοιαζαν να ξέρουν πού πηγαίνουν, εκείνος απλώς ακολουθούσε τις μέρες. Είχε ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που οι γονείς του τον είχαν ρωτήσει πραγματικά πώς ήταν. Όχι αν διάβασε. Όχι αν έγραψε καλά. Όχι αν έκανε τις υποχρεώσεις του. Ένα μεσημέρι γύρισε σπίτι, πέταξε την τσάντα του στο πάτωμα. Η μητέρα του ήταν στην κουζίνα. «Πώς πήγε το σχολείο;» τον ρώτησε μηχανικά. «Καλά». «Ωραία». Η κουβέντα τελείωσε εκεί. Οι φίλοι του, πάλι, είχαν αρχίσει να χάνονται ο καθένας στη δική του μικρή, ασφαλή ζωή. Άλλος είχε σχέση, άλλος φροντιστήριο, άλλος σχέδια για μετά τις εξετάσεις. Όταν συναντιόντουσαν, μιλούσαν για πράγματα για τα οποία εκείνος δεν είχε τίποτα να πει. Στην αρχή προσπαθούσε να συμμετέχει. Μετά σταμάτησε. Μέχρι που βρήκε την κερκίδα. Την πρώτη φορά πήγε επειδή τον κάλεσε ένας γνωστός. «Έλα μαζί μας. Θα περάσουμε καλά». Δεν ήξερε καν αν τον ενδιέφερε το παιχνίδι. Στάθηκε στην κερκίδα ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους. Στην αρχή ένιωθε παράξενα. Κοίταζε γύρω του, χωρίς να ξέρει τι να κάνει, πότε να φωνάξει, πότε να σηκωθεί. Ύστερα άναψαν τα καπνογόνα. Τα τύμπανα άρχισαν να χτυπούν. Ένα σύνθημα ξεκίνησε από τη μία άκρη και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το φώναζαν όλοι. Το φώναξε κι εκείνος. Κανείς δεν τον κοίταξε περίεργα. Κανείς δεν τον ρώτησε ποιος ήταν, τι βαθμούς είχε ή τι θα σπουδάσει. Εκεί, για πρώτη φορά, δεν χρειαζόταν να εξηγήσει τον εαυτό του. Ήταν δικός τους. Την επόμενη φορά πήγε μόνος του. Και μετά ξανά και ξανά. Σιγά σιγά έμαθε τα συνθήματα, τα πρόσωπα, τις χειρονομίες. Έμαθε ποιοι κάθονταν πού, ποιοι τραγουδούσαν πιο δυνατά. Τα χρώματα της ομάδας άρχισαν να σημαίνουν κάτι περισσότερο από μια φανέλα.
Ο ύμνος, που στην αρχή ήταν απλώς ένα τραγούδι, έγινε κάτι δικό του. Τον τραγουδούσε με κλειστά μάτια, με τη φωνή του να χάνεται μέσα σε εκατοντάδες άλλες. Η κερκίδα έγινε το σπίτι του. Ήταν ένας από τους δικούς τους. Οι δικοί μας. Οι απέναντι. Μια μέρα, στο σχολείο, ένας συμμαθητής του τον πείραξε για τη φανέλα. «Πάλι τα ίδια φοράς; Δεν βαρέθηκες;» Παλιά θα χαμογελούσε αμήχανα. Θα κοίταζε το πάτωμα, θα περίμενε να περάσει η ώρα. Αυτή τη φορά όμως, το αίμα ανέβηκε απότομα στους κροτάφους του. Ένιωσε τις γροθιές του να σφίγγουν μέσα στις τσέπες, τα νύχια να μπήγονται στις παλάμες. Για μια στιγμή, η αυλή του σχολείου εξαφανίστηκε. Άκουσε ξανά το τύμπανο να χτυπάει στον ρυθμό της κερκίδας, ρυθμικά, απειλητικά. Κοίταξε τον συμμαθητή του στα μάτια. Γύρισε την πλάτη και έφυγε. Το ίδιο βράδυ πήγε στην κερκίδα. Εκεί όλα ήταν απλά. Δεν υπήρχαν αμφιβολίες. Δεν υπήρχαν ερωτήσεις. Υπήρχαν μόνο οι δικοί του και οι άλλοι. Ένα βράδυ που γύρισε σπίτι αργά, μητέρα του τον περίμενε ξύπνια. «Πού ήσουν;» «Με τους δικούς μου». Δεν εξήγησε τίποτα περισσότερο. Εκείνη τον κοίταξε για λίγο, σαν να ήθελε να ρωτήσει κάτι ακόμα. Δεν ρώτησε. Ένα βράδυ, όταν το παιχνίδι τελείωσε και η κερκίδα άρχισε να αδειάζει, κατέβαινε τα σκαλιά μαζί με τους υπόλοιπους. Δεν μιλούσε κανείς. Μόνο το τύμπανο ακουγόταν από κάπου πίσω τους. Τα βήματά τους άρχισαν να συγχρονίζονται με τον ρυθμό. Ένα βήμα. Ένα χτύπημα. Ένα ακόμα βήμα. Απλώς κατέβαινε μαζί τους. Απλώς ακολουθούσε. Και για πρώτη φορά δεν ένιωσε ότι πήγαινε κάπου. Ένιωσε ότι τον πήγαιναν.

