«… Τα σιλό του Μύλου παρουσίαζαν όπλα στα ναρκαλιευτικά…». Κοντοστάθηκα με έκπληξη στο στίχο του Βασίλη Βασιλικού, σ’ ένα άγνωστο ποίημα του για την Καβάλα, γραμμένο το 1971. Στις εικόνες και τα ακούσματα που πλημμύριζαν ‘κείνο το καλοκαιρινό απόγευμα τις αισθήσεις του, κυρίαρχη θέση είχαν τα ναρκαλιευτικά του Πολεμικού μας Ναυτικού, σε έναν από τους αναρίθμητους πλόες τους στο λιμάνι μας. Μετά, θαρρείς από καθαρή σύμπτωση, «έπεσα» πάνω στην είδηση της «Πρωινής»: «Αντιαρματική νάρκη εντοπίστηκε στην παραλία Οφρυνίου»… Λίγο το ποίημα, λίγο η είδηση, δεν θέλησε και πολύ να γυρίσει η μνήμη πίσω στο χρόνο, ακριβώς σαράντα τρία χρόνια!
Γράφει ο Πασχάλης Παλαβούζης
Τετάρτη 8 Ιουνίου 1983 – μια ζεστή, αλλά συννεφιασμένη μέρα. Πλησίαζε μεσημέρι, όταν μια Μοίρα του ελληνικού Στόλου αποτελούμενη από 7 ναρκαλιευτικά και 2 ναρκοθέτιδες, έκανε την εμφάνισή της στ’ ανοιχτά, κοντά στη χερσόνησο του Βρασίδα, πλέοντας αργά, σε γραμμή παραγωγής προς το λιμάνι μας. Κατεβαίνοντας με γρήγορο βήμα από την Αγιά Βαρβάρα, με σταθερή κλίση κεφαλής αριστερά προς το πέλαγος, κι αποσβολωμένος από το μεγαλόπρεπο θέαμα, «συναντώ» μια τσιμεντένια κολώνα ηλεκτροφωτισμού. Ανατριχιάζω ακόμη στην ανάμνηση του τραντάγματος… Ένα τράνταγμα που με φιλοδώρησε μ’ ένα καρούμπαλο στο μέτωπο, αλλά και μια άσβεστη επιθυμία ν’ αποκαλύψω το λόγο για τον οποίο τα πλοία ναρκοπολέμου του Πολεμικού μας Ναυτικού συχνά – πυκνά επισκέπτονταν τον Κόλπο της Καβάλας.
Είναι γνωστό πως η περιοχή της ανατολικής Μακεδονίας βίωσε με τραγικό τρόπο τρεις βουλγαρικές κατοχές κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα. Ίσως, όμως, δεν είναι και τόσο γνωστές οι συστηματικές στρατιωτικές προσπάθειες των Βουλγάρων να εξασφαλίσουν τα κεκτημένα από πιθανές ενέργειες των αντιπάλων, Ελλήνων και ξένων. Η έρευνα, λοιπόν, αποκαλύπτει πως κυρίαρχη θέση στα βουλγαρικά επιτελικά σχέδια είχε η απόκρουση αποβατικής ενέργειας κατά μήκος της ακτογραμμής από το Στρυμόνα (στα δυτικά) έως και τον Έβρο (στα ανατολικά). Η επιτυχία του εγχειρήματος στηριζόταν διαχρονικά στη δημιουργία επάλληλων γραμμών άμυνας, που περιλάμβαναν θαλάσσια ναρκοπέδια, ορύγματα και οχυρώσεις επί της ακτογραμμής, αλλά και ισχυρές οχυρωματικές θέσεις στην ενδοχώρα.

Τελευταία φορά που οι Βούλγαροι κατακτητές σε συνεργασία με τους Γερμανούς συμμάχους τους επιχείρησαν την πυκνή ναρκοθέτηση των θαλασσών μας ήταν στα τέλη Αυγούστου του 1943. Μπροστά στον κίνδυνο της θρυλούμενης αγγλοαμερικανικής απόβασης στα παράλια του ΒΑ Αιγαίου, οργανώθηκε και υλοποιήθηκε η ναρκοθέτηση των Κόλπων Ορφανού, Καβάλας, Πόρτο Λάγους και Αλεξανδρούπολης. Ενδεικτικά, στον Κόλπο της Καβάλας, ποντίστηκαν 399 νάρκες EMA με αγκύριο σε 9 ναρκοσειρές και βάθος πόντισης τα 3 m. Σε αυτές, προστέθηκαν αργότερα και νάρκες κατά προσωπικού, αλλά και αντιαρματικές, που ποντίστηκαν από ελαφρά σκάφη σε αβαθή ύδατα, κοντά στην ακτογραμμή.
Με την απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944 διαπιστώθηκε πως οι ελληνικές θάλασσες ήταν στην πραγματικότητα αποκλεισμένες από πλείστα ναρκοπέδια. Ο μετέπειτα αντιναύαρχος Αριστείδης Γιαννόπουλος έγραφε: «Με 17419 νάρκες κάθε τύπου βρέθηκαν παγιδευμένες οι ελληνικές θάλασσες… Η πατρίδα ασφυκτιούσε! Το έργο των ναρκαλιευτικών εμφανιζόταν βαρύ και πολύ επείγον. Στην αρχή σε συνεργασία με τα αγγλικά ναρκαλιευτικά ανοίχτηκαν οι πρώτοι δίαυλοι στις προσβάσεις Κόλπων… Τελικώς το έργο της ναρκαλιείας το επωμίσθηκε αποκλειστικά το Πολεμικό μας Ναυτικό, με τα πενιχρά του την εποχή εκείνη μέσα και εφόδια». Στην περιοχή Κόλπος Ορφανού – Θάσος – Καβάλα βρέθηκαν αγκυροβολημένες 892 νάρκες σε βάθος 3 και 4 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Άλλες τόσες στην περιοχή Θάσος – Πόρτο Λάγος – Αλεξανδρούπολη.
Για την άρση αυτών των ναρκοπεδίων στα τέλη Μαΐου 1947 απέπλευσε η 2η Μοίρα Ναρκαλιευτικών από το Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Κυβερνήτης του αγγλικής ναυπήγησης ΝΑ 2171 «Κεφαλληνία», κλάσης BYMS, ο Γιαννόπουλος, που διηγήθηκε αργότερα: «Αυτήν τη φορά φθάσαμε μέχρι τις ακριτικές μας περιοχές, Καβάλα – Θάσο – Αλεξανδρούπολη. Διοικητής του στολίσκου είχε αναλάβει ο πλωτάρχης Μάριος Χορς. Η ίδια ζωή και πάλι. Άπαρση με το πρώτο φως, παρέαση των καλωδίων ή των γρίπων, εκρήξεις ναρκών, εισολκή των γρίπων και αγκυροβολία το βράδυ στον πλησιέστερο όρμο της περιοχής. Μπορεί να ήταν επικίνδυνη, μονότονη και κουραστική η δουλειά μας. Αλλά το ελληνικό τοπίο με τις τόσες ποικιλίες του μας ξεκούραζε. Στη Θάσο τα νερά ήταν τόσο καθαρά, που διακρίναμε σε βάθος 20 μέτρων την άγκυρά μας στο βυθό. Τα πεύκα της κατέβαιναν μέχρι τη θάλασσα, που την είχαν δηλητηριάσει οι κατακτητές με τις νάρκες τους. Οι αμμουδιές της σα ζωγραφιά, πρόβαλλαν στον γαλάζιο ουρανό της. Το μεγαλοπρεπές Άγιο Όρος μας έστελνε το πρώτο μήνυμα για τη δύση του ηλίου, ενώ χανόταν τελευταίο μέσα στο σκοτάδι της νύχτας.
Εμείς τις γνωρίσαμε τόσο καλά τις ομορφιές αυτές του Αιγαίου. Κι όταν φύγαμε και τις παραδώσαμε να τις χαρούν ακίνδυνα άλλοι ήταν τόσο έντονες στη μνήμη μας, που σκέπασαν όλους τους κόπους και τις θυσίες που κάναμε γι’ αυτές». Η ναρκαλιεία στις θάλασσές της Καβάλας και της ανατολικής Μακεδονίας γενικότερα συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες… Συχνά – πυκνά, λοιπόν, τα «ναρκάλια», όπως χαϊδευτικά αποκαλούσαν οι άνδρες τα πλοία τους, ναυλοχούσαν στο λιμάνι μας κι εξορμούσαν στους γύρω Όρμους και Κόλπους, είτε για επιχειρησιακές αποστολές, είτε για την εκπαίδευσή τους στα πλαίσια μεγάλων και μικρών ασκήσεων. Τον Ιούνιο του 1983, τα 7 ναρκαλιευτικά – 4 κλάσης MSC294 και 3 κλάσης Adjudant, συνοδεύονταν από τις δύο ναρκοθέτιδες του Πολεμικού μας Ναυτικού, κλάσης MMC6, «Άκτιον» Ν04 και «Αμβρακία» Ν05, που «έπαιζαν» το ρόλο του εχθρού. Η παραμονή τους στην Καβάλα διήρκησε σχεδόν μία εβδομάδα. Η Καβάλα και η περιοχή της οφείλει άπειρη ευγνωμοσύνη στο Πολεμικό Ναυτικό και τα γενναία του πληρώματα, που κράτησαν ελεύθερες τις θάλασσες και τις στεριές μας.

