Το στοίχημα της επιμήκυνσης της σεζόν και η νέα τουριστική ταυτότητα – Η Καβάλα διαθέτει ένα τουριστικό προϊόν με μεγαλύτερη χρονική διάρκεια σε σχέση με άλλους αμιγώς θερινούς προορισμούς
Γράφει ο Λάμπρος Καραγεώργος
Η Καβάλα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της τουριστικής της ανάπτυξης, με βασικά στοιχήματα την επιμήκυνση της περιόδου, τη βελτίωση των υποδομών και τη διατήρηση της αυθεντικότητας του προορισμού. Η αυξανόμενη τουριστική ζήτηση, η ισχυρή παρουσία επισκεπτών από τις βαλκανικές αγορές και το νέο επενδυτικό ενδιαφέρον αλλάζουν σταδιακά τη φυσιογνωμία της περιοχής, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέες ευκαιρίες και πιέσεις. «Η αειφορία, η βιωσιμότητα του τουριστικού προϊόντος, η διατήρηση της αυθεντικότητας του προορισμού και των αξιών της ελληνικής φιλοξενίας είναι ζητούμενο», επισημαίνει ο Αντώνης Μιτζάλης, πρόεδρος του Συνδέσμου Ξενοδόχων Καβάλας, περιγράφοντας τις προτεραιότητες για την επόμενη ημέρα. Η Καβάλα διαθέτει ένα τουριστικό προϊόν με μεγαλύτερη χρονική διάρκεια σε σχέση με άλλους αμιγώς θερινούς προορισμούς. Ένας πυρήνας ξενοδοχείων λειτουργεί καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, καθώς η ζήτηση τους χειμερινούς μήνες στηρίζεται στα επαγγελματικά ταξίδια, αλλά και στον ιστορικό, περιηγητικό και θρησκευτικό τουρισμό. Το καλοκαίρι η εικόνα αλλάζει αισθητά. Η τουριστική δραστηριότητα απλώνεται σε ολόκληρο το παραλιακό μέτωπο, από τις δυτικές ακτές και τους Αμμόλοφους έως την Κεραμωτή, ενώ η γειτονική Θάσος λειτουργεί ως ένας ακόμη ισχυρός πόλος έλξης.
Ο οδικός τουρισμός καθορίζει την αγορά
Κυρίαρχο ρόλο στην τουριστική κίνηση παίζει ο οδικός τουρισμός. Σύμφωνα με την εκτίμηση του κ. Μιτζάλη, επισκέπτες από Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία και Τουρκία αντιπροσωπεύουν πάνω από το 80% της τουριστικής κίνησης της περιοχής. Η μεγάλη αυτή εξάρτηση από το αυτοκίνητο καθιστά κρίσιμη παράμετρο την ποιότητα των οδικών και συνοριακών υποδομών. Ο πρόεδρος των ξενοδόχων Καβάλας επισημαίνει ιδιαίτερα τις καθυστερήσεις στα σύνορα με την Τουρκία, αλλά και την ανάγκη βελτίωσης των οδικών αξόνων Σόφια–Σέρρες–Εγνατία και Δράμα–Καβάλα. Για μια περιοχή όπου μεγάλο μέρος της ζήτησης αφορά σύντομες αποδράσεις, ακόμη και μία πολύωρη αναμονή σε συνοριακό σταθμό μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά και να επηρεάσει την τελική επιλογή του ταξιδιώτη.
Ξένα κεφάλαια στην αγορά ακινήτων
Την ίδια ώρα, η Καβάλα και η Θάσος βρίσκονται όλο και περισσότερο στο ραντάρ ξένων επενδυτών. Όπως αναφέρει ο κ. Μιτζάλης, κεφάλαια κυρίως από Τουρκία και Βουλγαρία κατευθύνονται σε ξενοδοχεία, μικρότερες τουριστικές μονάδες, γη και εξοχικές κατοικίες, ενώ στη Θάσο καταγράφεται ενδιαφέρον και από Ρουμάνους επενδυτές. «Υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον για τα πάντα, για οτιδήποτε υπάρχει και πωλείται», σημειώνει, προσθέτοντας ότι στην Καβάλα λειτουργούν ήδη ξενοδοχεία τουρκικών και βουλγαρικών συμφερόντων. Η εισροή νέων κεφαλαίων, σε συνδυασμό με τη συνεχή ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης, δημιουργεί νέα δεδομένα στην τοπική αγορά. Παράλληλα, όμως, επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα για το πώς μπορεί να αναπτυχθεί ο τουρισμός χωρίς να αλλοιωθεί η ταυτότητα της πόλης και της ευρύτερης περιοχής.
267 ξενοδοχεία σε Καβάλα και Θάσο
Η διαφορά μεταξύ Καβάλας και Θάσου αποτυπώνεται και στο ξενοδοχειακό δυναμικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, στην Καβάλα λειτουργούν 58 ξενοδοχεία, με 1.869 δωμάτια και 3.557 κλίνες. Μόλις δύο μονάδες ανήκουν στην κατηγορία των πέντε αστέρων. Στη Θάσο λειτουργούν 209 ξενοδοχειακές μονάδες, με 5.694 δωμάτια και 11.873 κλίνες, εκ των οποίων οκτώ είναι πέντε αστέρων. Συνολικά, οι δύο προορισμοί διαθέτουν 267 ξενοδοχεία, 7.563 δωμάτια και 15.430 κλίνες. Η Θάσος παραμένει σαφώς περισσότερο προσανατολισμένη στο θερινό προϊόν, ενώ η Καβάλα έχει μεγαλύτερη δυνατότητα δωδεκάμηνης λειτουργίας.
Τα δύο ξενοδοχεία της οικογένειας Μιτζάλη
Μέσα σε αυτή την τουριστική αγορά αναπτύσσεται και η δραστηριότητα της οικογένειας Μιτζάλη, με δυο μονάδες στην Καβάλα και τη Θάσο. Πρόκειται για το πεντάστερο Lucy Hotel, δυναμικότητας 179 δωματίων, που συμπληρώνει φέτος 50 χρόνια παρουσίας στην Καβάλα, έχοντας συνδεθεί στενά με τη σύγχρονη τουριστική διαδρομή της πόλης και το επίσης πεντάστερο Makryammos στη Θάσο, που ήταν η πρώτη ξενοδοχειακή μονάδα της οικογένειας. Το Lucy Hotel άνοιξε την 1η Απριλίου 1976 στην Καλαμίτσα, υλοποιώντας το όραμα του Γιάννη Σαράντη. Το όνομά του ξενοδοχείου ξπροήλθε από την κόρη του, Λουκία Μιτζάλη-Σαράντη, ενώ το κτίριο, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Δημήτρη Αθανασιάδη, θεωρήθηκε πρωτοποριακό για την εποχή του. Το 2025 η Τουριστικές Επιχειρήσεις Λούση Α.Ε. εμφάνισε κύκλο εργασιών 4,12 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 2,08%, ενώ τα κέρδη προ φόρων αυξήθηκαν κατά 8,23%, στις 811 χιλ. ευρώ. Η εταιρεία έκλεισε τη χρήση με ταμειακά διαθέσιμα περίπου 2 εκατ. ευρώ και χωρίς τραπεζικές δανειακές υποχρεώσεις. Στη Θάσο, η Ιωάννης Σαράντης Α.Ε., που ελέγχει το πεντάστερο Makryammos, με διευθύνοντα σύμβουλο επίσης τον Αντώνη Μιτζάλη, εμφάνισε το 2025, έσοδα 5,76 εκατ. ευρώ, κέρδη προ φόρων 1,42 εκατ. ευρώ και καθαρά κέρδη 1,09 εκατ. ευρώ, ενώ πραγματοποίησε επενδύσεις άνω των 3,1 εκατ. ευρώ.
πηγή: Οικονομικός Ταχυδρόμος


