18/07/2026
3. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ποιος την κατέχει.
Ακριβώς εδώ ο διάλογος μεταξύ Ελεύθερου Κομμουνισμού/Libercomunismo και Κυβερνοφασισμού αποκτά ακόμη βαθύτερο νόημα. Όταν μιλάμε για τεχνητή νοημοσύνη, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στις δυνατότητες των μηχανών. Το ερώτημα είναι/αναρωτιόμαστε αν θα αντικαταστήσουν την ανθρώπινη εργασία. Αν θα αποκτήσουν συνείδηση. Αν θα αποτελέσουν έναν υπαρξιακό κίνδυνο, γράφει ο Mario Sommella.
Αν θα λαμβάνουν αυτόνομες αποφάσεις. Αυτά είναι θεμιτά ερωτήματα, εύλογα, αλλά κινδυνεύουν να αποσπάσουν την προσοχή από το θεμελιώδες πρόβλημα. Το κρίσιμο/αποφασιστικό ερώτημα δεν είναι τι θα μπορεί να κάνει η τεχνητή νοημοσύνη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα ελέγχει την τεχνητή νοημοσύνη. Είναι μια φαινομενικά λεπτή διαφορά, αλλά αλλάζει εντελώς το πεδίο της συζήτησης.
Μια μηχανή δεν έχει συμφέροντα. Ένας αλγόριθμος δεν κατέχει πολιτική βούληση. Ένα γλωσσικό μοντέλο δεν αποφασίζει αυτόνομα ποιους στόχους θα επιδιώξει. Πίσω από κάθε αλγόριθμο βρίσκεται μια ιδιοκτησία. Πίσω από κάθε μοντέλο βρίσκεται μια υποδομή.
Πίσω από κάθε υποδομή βρίσκεται μια σχέση εξουσίας. Εδώ είναι που ο στοχασμός του Μαρξ παραμένει εξαιρετικά επίκαιρος. Στα Grundrisse, στο περίφημο Απόσπασμα για τις μηχανές, ο Μαρξ δεν περιγράφει την τεχνολογία ως έναν εχθρό του ανθρώπου. Αντίθετα, βλέπει στην ανάπτυξη των μηχανών την ιστορική συσσώρευση της συλλογικής νοημοσύνης της ανθρωπότητας. Το πρόβλημα γεννιέται όταν αυτή η κοινωνική γνώση διαχωρίζεται από την κοινότητα/τη συλλογικότητα που την παρήγαγε και μετατρέπεται σε ατομική ιδιοκτησία.
Έτσι η μηχανή καθίσταται ένα εργαλείο εντολών επί της εργασίας και όχι ένα εργαλείο απελευθέρωσης από την εργασία. Το να μεταφέρουμε αυτή την επινόηση στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης σημαίνει ότι κάνουμε ένα επιπλέον βήμα. Σήμερα, ο αλγόριθμος αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή συμπυκνωμένης κοινωνικής γνώσης. Εκατομμύρια βιβλία. Εκατομμύρια εικόνες.
Εκατομμύρια άρθρα. Εκατομμύρια συζητήσεις. Δεκαετίες επιστημονικής έρευνας. Αιώνες πολιτιστικής παραγωγής. Ολόκληρη η συλλογική νοημοσύνη του είδους ενσωματώνεται προοδευτικά στα μεγάλης κλίμακας γλωσσικά μοντέλα.
Ποιος όμως ελέγχει αυτήν την κληρονομιά; Ποιος αποφασίζει πώς θα χρησιμοποιηθεί; Ποιος καθορίζει ποιες αξίες πρέπει να ενσωματώνει; Ποιος έχει την ικανότητα να την ενημερώνει; Για άλλη μια φορά, το ζήτημα δεν είναι τεχνικό.
Είναι πολιτικό. Γι’ αυτό θεωρώ ότι ένα μέρος της σύγχρονης συζήτησης για την ηθική της τεχνητής νοημοσύνης είναι περιοριστικό. Φυσικά, χρειάζονται κανόνες. Χρειάζεται διαφάνεια. Χρειάζονται δημοκρατικές εγγυήσεις.
Χρειάζονται όρια στη στρατιωτική χρήση και τη μαζική επιτήρηση. Αλλά όλα αυτά κινδυνεύουν να είναι ανεπαρκή εάν η δομή ιδιοκτησίας που διέπει/κυβερνά ολόκληρη την τεχνολογική αλυσίδα εφοδιασμού παραμένει άθικτη. Η οικονομική ιστορία μας διδάσκει ότι ο ιδιοκτήτης της υποδομής αναπόφευκτα καταλήγει να ασκεί μεγαλύτερη εξουσία σε σχέση με τον ρυθμιστή.
Είναι μια δυναμική που έχει ήδη παρατηρηθεί στον χρηματοπιστωτικό τομέα, την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες και τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μια εξαίρεση. Αντιθέτως. η συγκέντρωση υπολογιστικής ικανότητας καθιστά αυτή τη δυναμική ακόμη πιο έντονη. Τα μοντέλα αιχμής απαιτούν επενδύσεις που μόνο μια χούφτα εταιρείες στον κόσμο είναι σήμερα σε θέση να αντέχουν, να υποστηρίζουν.
Χρειάζονται χιλιάδες εξειδικευμένοι επεξεργαστές. Χρειάζονται τεράστιες ποσότητες μνήμης. Χρειάζονται παγκόσμια δίκτυα. Κέντρα δεδομένων που καταναλώνουν τόση ενέργεια όση χρειάζονται ολόκληρες πόλεις. Χρειάζονται κεφάλαια που πλέον υπερβαίνουν τους προϋπολογισμούς πολλών εθνικών Κρατών.
Η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται ως λογισμικό, software. Στην πραγματικότητα είναι μια γιγαντιαία βιομηχανική υποδομή. Είναι η βαριά βιομηχανία του 21ου αιώνα. Και εδώ είναι που ο διάλογος με τον Brancaccio γίνεται ιδιαίτερα καρποφόρος. Η συγκέντρωση του κεφαλαίου που περιγράφεται στο Libercomunismo δεν περιορίζεται να παράγει μεγάλες επιχειρήσεις.
Αναπόφευκτα παράγει ολιγοπώλια του υπολογισμού. Η οικονομική συγκέντρωση δημιουργεί τεχνολογική συγκέντρωση. Η τεχνολογική συγκέντρωση παράγει γνωστική συγκέντρωση. Και αυτή η τελευταία, αναπόφευκτα, τείνει να μετατρέπεται σε πολιτική συγκέντρωση. Η αλυσίδα είναι απολύτως συνεπής.
Για αυτόν τον λόγο θεωρώ ανεπαρκή μια απλή ρύθμιση της αγοράς της τεχνητής νοημοσύνης. Πρέπει να παρέμβουμε στον πυρήνα του ζητήματος, στη ρίζα του προβλήματος. Την ιδιοκτησία. Τον έλεγχο των υποδομών. Τη δημοκρατική διακυβέρνηση της αλυσίδας εφοδιασμού.
Διαφορετικά, σε αντίθετη περίπτωση θα συνεχίσουμε να συζητάμε για τις επιπτώσεις αφήνοντας άθικτες τις αιτίες. Είναι ένα λάθος που η αριστερά έχει κάνει πολλές φορές στην ιστορία της. Συχνά έχει συζητήσει για την κατανομή των οφελών χωρίς να αμφισβητήσει/να αναρωτηθεί επαρκώς για τον έλεγχο των μέσων με τα οποία παράγονται αυτά τα οφέλη. Σήμερα, το ερώτημα αυτό επιστρέφει δυναμικά, επηρεάζοντας ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού: ημιαγωγούς, το cloud, κέντρα δεδομένων, μοντέλα μεγάλης κλίμακας, την ενέργεια που τα τροφοδοτεί, τα δεδομένα που τα τροφοδοτούν.
Αυτό, και κανένα άλλο, είναι το ερώτημα που θα καθορίσει την ισορροπία δυνάμεων/τις ισορροπίες του 21ου αιώνα. Γι’ αυτό θεωρώ ότι ο στοχασμός για τον κυβερνοφασισμό δεν μπορεί να περιοριστεί στην καταγγελία των νέων μορφών κυριαρχίας. Πρέπει απαραίτητα να μεταφραστεί σε μια πολιτική πρόταση. Μια πρόταση που θέτει ξανά τον δημοκρατικό έλεγχο των στρατηγικών υποδομών γνώσης στο επίκεντρο.
Επειδή αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης. Αφορά το ίδιο το μέλλον της δημοκρατίας.
Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος un Blog di Rivoluzionari Ottimisti
συνεχίζεται

