Μιλάμε καθημερινά για την πολιτική. Κρίνουμε κυβερνήσεις, σχολιάζουμε αποφάσεις, διαφωνούμε για νόμους, φόρους, δημόσια έργα και κοινωνικά προβλήματα. Σπάνια όμως σταματούμε για να θέσουμε ένα ερώτημα που προηγείται όλων αυτών: τι είναι τελικά η πολιτική; Είναι η τέχνη της εξουσίας; Η ικανότητα να διοικεί κανείς αποτελεσματικά; Η διαχείριση των δημόσιων πόρων; Ή μήπως είναι κάτι βαθύτερο, που αφορά όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τη ζωή μας, αλλά και τον σκοπό αυτής της οργάνωσης;
Ο Πλάτων, στον Πολιτικό, παρομοιάζει την πολιτική τέχνη με την ύφανση. Ο πολιτικός καλείται να συνδέσει διαφορετικούς ανθρώπους και χαρακτήρες σε ένα κοινό πολιτικό ύφασμα. Αλλά ακόμη και αν γνωρίζουμε πώς να συνδέουμε τα διαφορετικά νήματα, ένα ερώτημα παραμένει: για ποιον σκοπό υφαίνουμε; Αντίστοιχα, η γνώση των ειδικών είναι απαραίτητη για τη διακυβέρνηση, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να προσδιορίσει τον προσανατολισμό της. Ένας οικονομολόγος γνωρίζει την οικονομία, ένας μηχανικός τις κατασκευές, ένας γιατρός την υγεία. Ποιος όμως αποφασίζει τι πρέπει να προηγηθεί και γιατί; Εδώ αξίζει να στραφούμε στον Αριστοτέλη. Τα Πολιτικά του αρχίζουν με μια θεμελιώδη παρατήρηση: κάθε πόλη είναι μια μορφή κοινωνίας και κάθε κοινωνία συγκροτείται με αναφορά σε κάποιο αγαθό. Η πόλη δεν είναι απλώς ένας τόπος όπου κατοικούν πολλοί άνθρωποι ούτε μια μεγάλη διοικητική μονάδα που χρειάζεται αποτελεσματικότερη διαχείριση. Είναι μια πολιτική κοινότητα που υπάρχει για κάποιον σκοπό. Και ο Αριστοτέλης διατυπώνει μια διάκριση που παραμένει εντυπωσιακά γόνιμη: η πόλη συγκροτείται για χάρη του ζῆν, αλλά υπάρχει για χάρη του εὖ ζῆν. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να εξασφαλίζει τη ζωή. Το ερώτημα είναι τι σημαίνει καλή ανθρώπινη ζωή. Ας προσέξουμε όμως τι εννοεί. Το εὖ ζῆν δεν είναι απλώς η οικονομική άνεση, η κατανάλωση ή η ικανοποίηση των προσωπικών μας επιθυμιών. Ο Αριστοτέλης το συνδέει με την εὐδαιμονία, την οποία στα Ηθικά Νικομάχεια προσδιορίζει ως ενέργεια της ψυχής σύμφωνα με την αρετή. Πρόκειται, επομένως, όχι απλώς για μια ευχάριστη κατάσταση, αλλά για έναν τρόπο ζωής και πράξης. Μια καλή ζωή δεν κρίνεται μόνο από όσα αποκτούμε, αλλά και από το πώς πράττουμε, ποιες αρετές καλλιεργούμε και πώς σχετιζόμαστε με τους άλλους. Οι υλικές προϋποθέσεις παραμένουν σημαντικές, αλλά τα μέσα δεν πρέπει να συγχέονται με τον σκοπό. Μπορεί μια κοινωνία να γίνεται πλουσιότερη χωρίς να γίνεται δικαιότερη. Μπορεί να οργανώνεται αποτελεσματικότερα χωρίς να γίνεται καλύτερη ως ανθρώπινη κοινότητα. Εδώ βρίσκεται ένα πρόβλημα της σύγχρονης αντίληψης για την πολιτική. Συχνά την αντιμετωπίζουμε σαν να ήταν αποκλειστικά ζήτημα διοίκησης. Μετρούμε δαπάνες, χρόνους εξυπηρέτησης, ρυθμούς ανάπτυξης, αποδόσεις και αποτελέσματα. Όλα αυτά έχουν σημασία. Αλλά ένα σχολείο δεν είναι καλό μόνο επειδή λειτουργεί οικονομικά. Είναι καλό και επειδή μορφώνει ανθρώπους που μπορούν να σκέφτονται, να κρίνουν και να ζουν με άλλους. Ένα νοσοκομείο δεν εκπληρώνει τον σκοπό του μόνο επειδή παρουσιάζει ικανοποιητικούς αριθμούς. Οφείλουμε να εξετάζουμε και πώς αντιμετωπίζει τον άνθρωπο που χρειάζεται φροντίδα. Η αποτελεσματικότητα είναι σημαντική, αλλά πάντοτε πρέπει να ρωτούμε: αποτελεσματικότητα προς ποιον σκοπό;
Ο Αριστοτέλης μάς δίνει και ένα δεύτερο κλειδί. Ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον όχι απλώς επειδή ζει με άλλους, αλλά επειδή διαθέτει λόγον. Μπορεί να φανερώνει το συμφέρον και το βλαβερό, το δίκαιο και το άδικο, να διακρίνει το αγαθό από το κακό. Η κοινωνία αυτών των αντιλήψεων, υποστηρίζει, συγκροτεί τον οίκο και την πόλη. Η πολιτική, επομένως, δεν αφορά μόνο το πώς θα συμβιώσουμε, αλλά και το πώς θα ζήσουμε καλά μαζί. Και αυτό προϋποθέτει να εξετάζουμε τι θεωρούμε δίκαιο, τι θεωρούμε αγαθό και για ποιους σκοπούς οργανώνουμε την κοινή μας ζωή. Άλλωστε, η αρχαία πόλη δεν αναγνώριζε σε όλους τους ανθρώπους ισότιμη πολιτική συμμετοχή. Το ερώτημα που μας κληροδοτεί ο Αριστοτέλης μπορούμε σήμερα να το θέσουμε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ισότητας και δικαιωμάτων. Ας υποθέσουμε ότι μια πολιτεία πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε περισσότερους πόρους για την εκπαίδευση, την υγεία, την κοινωνική φροντίδα και τις υποδομές. Οι ειδικοί μπορούν να εκτιμήσουν ανάγκες, κόστος, αποτελέσματα και κινδύνους. Χωρίς αυτούς, οι αποφάσεις θα ήταν ανεπαρκώς τεκμηριωμένες. Ακόμη όμως και με την καλύτερη πληροφόρηση, παραμένουν διαφορετικές δυνατότητες. Χρειάζεται βούλευσις: προσεκτική εξέταση όσων μπορούμε να πράξουμε και των τρόπων με τους οποίους επιδιώκουμε τους σκοπούς μας. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι η βούλευση αφορά τα μέσα προς τους σκοπούς και όχι τους ίδιους τους τελικούς σκοπούς. Η σύγχρονη πολιτική συζήτηση θέτει επιπλέον υπό δημόσια εξέταση και τις συλλογικές προτεραιότητες. Δεν είναι αντίπαλοι η επιστημονική γνώση και η πολιτική κρίση. Η πρώτη μάς βοηθά να κατανοήσουμε τι είναι δυνατό και ποιες συνέπειες έχουν οι επιλογές μας. Η δεύτερη απαιτεί να αναλάβουμε την ευθύνη της επιλογής. Επιστρέφουμε έτσι στο αρχικό ερώτημα. Ο Πλάτων μάς καλεί να σκεφτούμε πώς συνδέονται οι διαφορετικοί άνθρωποι σε μια πολιτική κοινότητα. Ο Αριστοτέλης μάς καλεί να αναρωτηθούμε για ποιον λόγο υπάρχει αυτή η κοινότητα. Και οι δύο μάς υπενθυμίζουν, με διαφορετικούς τρόπους, ότι η πολιτική δεν εξαντλείται στην εξουσία ή στη διοικητική αποτελεσματικότητα. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πώς θα λειτουργεί καλύτερα μια κοινωνία. Πρέπει να εξετάζουμε και τι σημαίνει να είναι καλύτερη. Ίσως, λοιπόν, το δυσκολότερο πολιτικό ερώτημα να μην είναι ποιος πρέπει να κυβερνά, αλλά τι σημαίνει να ζούμε καλά μαζί. Και αμέσως ακολουθεί ένα ακόμη δυσκολότερο: με ποια κριτήρια μπορούμε να το κρίνουμε; Γιατί, αν δεν έχουμε σκεφτεί τι αξίζει να επιδιώκουμε, ακόμη και η πιο αποτελεσματική διακυβέρνηση μπορεί να μας οδηγήσει γρηγορότερα προς έναν σκοπό που δεν έχουμε ποτέ εξετάσει.
Βασίλειος Τσιάντος
Καθηγητής, Τμήμα Φυσικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης


