Το καθήκι

 Το καθήκι

 

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΣΑΝΑΚΑΣ

 

Και οι τρεις γραφές είναι σωστές. Καθήκι, καθίκι, καθοίκι.Τί δηλώνει η λέξη; Δηλώνει, ένα άτομο ανυπόληπτο, κακόβουλο, δόλιο, χωρίς αρχές. Μεταφορικά όμως, γιατί κυριολεκτικά σημαίνει το δοχείο νυκτός κάτω από το κρεβάτι. Ποιά ήταν η χρήση του, νομίζω πως όλοι το γνωρίζουν. Ακόμα και οι νεότεροι. Και να μη το γνωρίζουν όμως, όλο και κάτι θα έχει πάρει το αυτί τους. Οι παλιότεροι όμως ξέρουν καλά τη χρήση του και κάποιοι σαν ήταν μικροί άκουσαν και τον “ήχο” του, όταν τους σήκωνε η μάνα τους τη νύχτα να κατουρήσουν, μη τυχόν και νυχτιάτικα “πιάσουν στο βρακί τους ψάρια”, όπως έλεγε η μάνα μου.

 

Τη λέξη παστρικιά επίσης όλοι τη γνωρίζουν. Η ιερόδουλη, η εξ όλης και προόλης, η ανήθικη, και εν πάση περιπτώσει οποιοδήποτε θηλυκό ξέφευγε από τους κανόνες της αμέπτου ηθικής εκείνων των χρόνων. Όμως εγώ, έχω άλλη άποψη περί του θέματος, καθότι από μικρός έμαθα ότι παστρικιά στη πραγματικότητα σημαίνει καθαρή και όταν τότε άκουγα τις λέξεις πάστρα και παστρικιά, στο νου μου έφερνα τις κατά κανόνα πεντακάθαρες νοικοκυρές του χωριού μου, και ειδικότερα την κερά – Φωτεινή.

“Κερά” την έλεγε ο συμβίος της, καθότι του φαίνονταν πιο γλυκό και επίσημο, αλλά και γιατί είχε το συνήθειο, άλλοτε να στρογγυλεύει τα φωνήεντα, άλλοτε να τα δίνει μια ροπή προς έτερον συγγενικό τους φωνήεν, κι άλλοτε να τα εκφωνεί με μια τάση βαρύτητας και ηχούς. Ήταν και που λίγο τρεμόπαιζε η γλώσσα του, λόγω ενός παλαιότερου ελαφρού εγκεφαλικού – ταμπλάς κατά το κοινώς λεγόμενον – που του άφησε κινητικό κουσούρι γενικώς σε ότι αφορούσε την κοντοκουρεμένη άσπρη κεφαλή του.

Η κερά Φωτεινή, το λοιπόν, η παστρικιά.

Έλαμπε όλο το σπιτικό της, μπουζάτο, το πρόσωπό της κάτασπρο πεντακάθαρο και πάνω της τα ρούχα μοσχοβολιστά, φρεσκοσιδερωμένα σαν νάταν πρωτοφορεμένα. Πιατικά, κατσαρολικά κουζινικά, πατώματα, τζάμια, πόρτες και παραθύρια εγυάλιζαν. Ακόμα και το “δοχείο νυκτός”, άλλως πως “τσουκάλι”, και εις την άπταιστον λαϊκοτροπικήν, ονομαζόμενο “καθήκι”, μοσχοβολούσε κι έλαμπε. Θα μπορούσε κανείς, ακόμα και να μαγειρέψει μέσα του.

 

Και πείτε μου τώρα, πείτε μου, ποιά παστρικιά, νοικοκυρά, γυναίκα καθωσπρέπει και αξιοπρεπής που έλεγε και ο παππούς μου σαν τη Φωτεινή, θα έβγαζε το πρωί το καθήκι της για να πάει να αδειάσει το ακατονόμαστο περιεχόμενό του στο “μέρος”, δίχως να το έχει σκεπασμένο.

Χάλκινο γυαλιστερό ήταν το καθήκι της. Χρώμα παρόμοιο με τη βράκα της. Σομόν. Κάθε φορά που κάθονταν στο σκαμνί της για να καθαρίσει φασολάκια ή να ξεπουπουλιάσει καμιά κότα, άνοιγε τα ποδάρια της και έβλεπα τη βράκα της. Ως λίγο πάνω από τα γόνατά της έφτανε, και τα λάστιχά της έσφιγγαν τα πόδια της για να μη αερίζονται και κρυοπαγήσουν τα μεριά της. Ακόμα και το κατακαλόκαιρο.

Και ήταν πολύ προσεκτική και διακριτική, όταν το πρωί πήγαινε να αδειάσει το καθήκι της. Άνοιγε την εξώθυρά της, έβγαζε έξω το κεφάλι της, κοιτούσε μη τυχόν κι είναι κάποιος εκεί γύρω – δεν ήθελε να την βλέπουν – κατέβαινε δεκαοχτώ σκαλιά – στο πάνω πάτωμα έμενε, στο κάτω ο μικρός της γιος -, ύστερα δρασκέλιζε αλλά τέσσερα πέντε χωμάτινα σκαλιά στον κήπο, διέσχιζε ένα χωράφι, κατέβαινε άλλα τέσσερα πέντε σκαλιά με φαρδιές πλάκες, διέσχιζε άλλο ένα χωράφι διαγωνίως, και έφτανε στο “μέρος” που ήταν στη γωνιά του χωραφιού, στο ρέμα.

Το “μέρος”. Τί ήταν το “μέρος”;

Το ”μέρος”, ήταν το αποχωρητήριο – λέξη σύνθετος σαφεστάτη, εκ του “από” και “χωρισμός” – και στη μαλλιαρή “απόπατος”, λέξη απολύτως κατανοητή, σύνθετος και αυτή.

Το μέρος το λοιπόν, ήταν ένα ξύλινο κατασκεύασμα-καμαράκι ένα επί ένα, με επίσης ξύλινο πάτωμα και μια τετράγωνη τρύπα στη μέση. Μπροστά για πόρτα είχε μια λινάτσα – τσουβάλι ανοιγμένο στα δύο.

“Που πας;”

“Στο μέρος”.

Στην άκρη του κόσμου ήταν το μέρος, και άντε….ο αφέντης και όλος ο ανδρικός πληθυσμός του σπιτιού, στέκονταν στην άκρη του μπαλκονιού, έφτιαχναν τις υδάτινες καμάρες τους και ξαλάφρωναν. Οι γυναίκες όμως; Η κερά Φωτεινή;

Αν βεβαίως επρόκειτο για την ετέραν, την άλλην σωματικήν ανάγκην, τότε, άρχιζε το δράμα για όλους. Κι αν ήταν καλοκαίρι, πάει κι έρχεται. Τρέχοντας διέσχιζε αυλές πήδαγε κοτρώνια, κατέβαινε σκάλες κι έφτανε στον πολυπόθητο και αναγκαίο αποχωρισμό. Αν όμως ήταν χειμώνας κι είχε χιόνια και παγωνιές;

Γίνονταν η ανάγκη τότε, εφιάλτης.

 

Σε όλη της τη ζωή με το καθήκι της κάτω από το κρεβάτι έζησε η κερά Φωτεινή. Η πρώτη πρωινή και η τελευταία νυχτερινή ενασχόλησή της, το καθήκι ήταν. Το αγάπησε και το περιποιόταν όπως του άξιζε. Ήρθε όμως η στιγμή που άλλαξαν τα πράγματα και έγινε μίσος η αγάπη.

Ήταν τότε, τότε ήταν, τη μία και μοναδική φορά στη ζωή της ήταν, που η κερά Φωτεινή μπήκε να μπανιαριστεί και να κάνει τις ανάγκες της σε λουτροκαμπινέ, που μόνο ακουστά είχε αυτή τη λέξη μέχρι τότε. Ήταν τότε που πήγε εκδρομή με τον σύλλογο συνταξιούχων αγροτισσών στην Αθήνα και έμεινε στο ξενοδοχείο “Καλλιρόη”.

Κατατρόμαξε κατά πρώτον όταν μπήκε στο ασανσέρ, μα ύστερα σαν μπήκε στο δωμάτιο και αντίκρισε τον λουτροκαμπινέ, το θαύμα μπροστά της είδε.

“Θεούλη μου αναφώνησε!”

 

Γύρισε αλλαγμένη και αγνώριστη από το ταξίδι η κερά Φωτεινή, κοίταξε με άκρατη περιφρόνηση το μιαρό της σκεύος, και αναφώνησε:

“Θέλω λουτροκαμπινέ!”

Στον κύρη της η προσταγή, παράκληση σαν είδε τη ματιά του.

Δεν αξιώθηκε ποτέ…

 

Είκοσι Μαΐου του είκοσι είκοσι

 

 

Διαβάστε επίσης