Εκείνο το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974 ανέλαβα εκτάκτως την εποπτεία του Κεντρικού Τηλεγραφείου Αθηνών στη βάρδια 06:00-12:00. Είχαμε πρόσφατα αποφοιτήσει από την Ανώτερη Σχολή Τηλεπικοινωνιών και, μέχρι να ανακοινωθούν οι μεταθέσεις μας, η υπηρεσία μάς τοποθετούσε σε θέσεις αιχμής. Ο απερχόμενος συνάδελφος μού παρέδωσε το βιβλίο συμβάντων, το δελτίο προσέλευσης του προσωπικού, καθώς και τον προγραμματισμό των θέσεων χειρισμού των τηλετύπων. Παρατήρησα ότι κάποιος δεν είχε προγραμματιστεί σε θέση χειρισμού ούτε σε οποιοδήποτε άλλο βοηθητικό έργο.
Τον ρώτησα τι εργασία ήταν προγραμματισμένο να κάνει. Κοίταξε το όνομα στα χαρτιά που κρατούσε, γύρισε, με κοίταξε με μια έκφραση αδιαφορίας και μου είπε: «Α, ο Γιάννης! Άσε τον αυτόν. Είναι της κατάστασης, πρώην ΕΣΑτζής λέει ότι ήταν οδηγός του Ιωαννίδη. Αυτός κάνει άλλο έργο εδώ. Είναι καρφί του Ιωαννίδη. Κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, για να μην έχεις μπερδέματα». Πήρα το δελτίο παρουσίας του προσωπικού και, στη θέση όπου θα έπρεπε να υπάρχει η υπογραφή του Γιάννη, υπήρχε κενό. Ρώτησα γιατί δεν είχε υπογράψει και η απάντηση που πήρα με εξέπληξε ακόμη περισσότερο. «Ο Γιάννης δεν υπογράφει. Σε βλέπω ότι τρίβεσαι στο ραβδί της άτυπης εξουσίας που υπάρχει εδώ μέσα. Άστο. Κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, όπως κάνουμε όλοι. Κρύβε λόγια, τελείωσε το ωράριό σου και ξέχασε τον Γιάννη». Δεν τον είχα ξανασυναντήσει αυτόν τον Γιάννη ,είχα δουλέψει και άλλες φορές στο Κεντρικό Τηλεγραφείο. Δεν γνώριζα ότι βρίσκονταν στην υπηρεσία χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν. Οι κανόνες που ίσχυαν για όλους δεν ίσχυαν γι’ αυτόν. Οι συνάδελφοι μιλούσαν γι’ αυτόν χαμηλόφωνα, με έναν φόβο που δεν μπορούσε να κρυφτεί. Άκουσα τον συνάδελφο και πράγματι, όταν ο Γιάννης ήρθε στην υπηρεσία κατά τις 09:30, δεν του έκανα καμία παρατήρηση. Ξέχασα όμως να σβήσω από το βιβλίο συμβάντων την απαράδεκτη απουσία του και από το φύλλο παρουσίας την υποσημείωση «Απαράδεκτα απών», γραμμένη με κόκκινο μελάνι. Κάποιος πρέπει να τον πληροφόρησε για όσα είχα γράψει. Από το γραφείο όπου βρισκόμουν άκουσα την αναστάτωση που επικρατούσε στον χώρο του Κεντρικού Τηλεγραφείου. Βγήκα από το γραφείο μου για να δω τι συνέβαινε. Μόλις με αντιλήφθηκε ο Γιάννης, έτρεξε προς το μέρος μου κρατώντας στο αριστερό του χέρι το φύλλο παρουσίας. Ήρθε κοντά μου και άρχισε να το κουνά μπροστά στο πρόσωπό μου, λέγοντας με οργή: «Τι σαχλαμάρες είναι αυτές που γράφεις, ρε μαλάκα; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» Είχα θυμώσει.
Με εξευτέλιζε μπροστά σε ογδόντα συναδέλφους μου, αναίτια, επειδή έκανα τη δουλειά μου. Του έπιασα το χέρι με το οποίο με προκαλούσε, τον κοίταξα στα μάτια και κατάλαβε ότι ήμουν έτοιμος για όλα. Γύρω μας μαζεύτηκαν αρκετοί συνάδελφοι, για κάθε ενδεχόμενο. Το σφίξιμο του χεριού του και η αποφασιστική ματιά μου απέτρεψαν τη σύγκρουση. Ήμουν τότε ένας τριαντάρης, άριστα εκπαιδευμένος στη Ρεντίνα για τέτοιες καταστάσεις, και αυτό έγινε αμέσως αντιληπτό. Εκείνος, όμως, συνέχισε να με απειλεί: «Φίλε, υπέγραψες την καταδίκη σου. Δεν ξέρεις με ποιον έμπλεξες. Σήμερα να μάθεις ότι ενώνεται η Κύπρος με την Ελλάδα κι εσύ μου λες εδώ τις βλακείες σου για τα λοκάλ και τα τηλεγραφήματά σου». Δεν έδωσα σημασία στα λεγόμενά του. Ήταν σε κατάσταση παροξυσμού. Τον άφησα και επέστρεψα στο γραφείο μου. Γύρω του, όμως, συγκεντρώθηκε μια ομάδα συναδέλφων και εκείνος φώναζε: «Αυτήν τη στιγμή τα παλικάρια της Ελλάδας εκεί κάτω εξοντώνουν τις τελευταίες φωλιές των οπαδών του Παπά. Ο κόκκινος παπάς τελείωσε. Τον καθαρίσαμε. Ξεβρομίσαμε τον τόπο. Θα τα μάθετε». Οι λεπτομέρειες που ανέφερε με εξέπληξαν, όπως και οι υπηρεσιακές πληροφορίες για τη διακοπή των τηλεπικοινωνιακών γραμμών με την Κύπρο. Η επίσημη ενημέρωση ήρθε λίγο αργότερα. Το πρωί εκείνης της ημέρας, 15 Ιουλίου 1974, είχε εκδηλωθεί το προδοτικό πραξικόπημα της χούντας του Ιωαννίδη στην Κύπρο. Ο Γιάννης, ο πρώην ΕΣΑτζής λοχίας που επιτηρούσε το Τηλεγραφείο, γνώριζε με κάθε λεπτομέρεια την ώρα έναρξης, τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο πραξικόπημα και την εξέλιξή του. Τα εξιστορούσε με τέτοια ακρίβεια, σαν να βρισκόταν ο ίδιος στο επιτελείο που το είχε οργανώσει. Τότε κατάλαβα ότι η υπηρεσιακή μου πορεία στον ΟΤΕ θα ήταν, από εκείνη τη στιγμή και μετά, δυσοίωνη.
Παναγιώτης Φώτου

