
Η ουτοπία είναι στον ορίζοντα. Κάνω δύο βήματα και αυτή απομακρύνεται δύο βήματα. Κάνω δέκα βήματα και ο ορίζοντας μετακινείται δέκα βήματα πιο πέρα. Ποιο είναι το νόημα της ουτοπίας, σε τι χρησιμεύει; Η ουτοπία χρησιμεύει σε ετούτο: να μας κάνει να περπατάμε.
Το έλεγε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο, και σήμερα το επαναλαμβάνω στον εαυτό μου σαν μια κοσμική προσευχή, λαϊκή, ενώ ένα μπλακ άουτ με αφήνει χωρίς ανεμιστήρα και δίχως σήμα. Με ρωτάς γιατί υπερασπίζομαι κάτι που μοιάζει να μην έχει τίποτα άλλο να προσφέρει. Με ρωτάς τι με κάνει να πιστεύω στη νίκη όταν όλα φαίνονται ζοφερά. Και σου απαντώ με τα μόνα πράγματα που κατέχω: τη μνήμη μου, το αίμα μου και το πείσμα μου, λέει ο Eduardo Miguel Álvarez Estévez *.
Δεν υπερασπίζομαι ένα κομμάτι χαρτί. Υπερασπίζομαι μια κληρονομιά.
Δεν υπερασπίζομαι τον γραφειοκράτη που μου φέρεται άσχημα στο γραφείο. Δεν υπερασπίζομαι τον διεφθαρμένο αξιωματούχο που γεμίζει τις τσέπες του ενώ εγώ μετράω τα πέσος. Δεν υπερασπίζομαι τον επιθεωρητή ο οποίος δεν εμφανίζεται ή την τράπεζα που δεν ανοίγει. Δεν τους υπερασπίζομαι. Τους πολεμάω.
Υπερασπίζομαι κάτι άλλο. Υπερασπίζομαι τη γιατρό που παρέμεινε στο νοσοκομείο χωρίς μεσημεριανό ή ηλεκτρικό ρεύμα, κι όμως δεν εγκατέλειψε τον ασθενή. Υπερασπίζομαι το δάσκαλο που διορθώνει τις εργασίες στο φως ενός κεριιού. Υπερασπίζομαι την επιστήμονα που ανέπτυξε πέντε εμβόλια COVID ενώ τα χέρια του ήταν δεμένα από το μπλόκο. Υπερασπίζομαι τον mambi που δεν τα παράτησε/δεν παραδόθηκε, τον διεθνιστή που πέθανε στην Αγκόλα και τον εθελοντή που δίδαξε ανάγνωση στα βουνά της Αμερικής.
Υπερασπίζομαι μια ιστορία που δεν είναι τέλεια, αλλά είναι η δική μου. Μια ιστορία που δεν ξεκίνησε από εμένα και δεν θα τελειώσει με εμένα. Μια ιστορία αξιοπρέπειας, όχι δολαρίων.
Η πίστη δεν είναι τυφλή. Είναι επαναστατική, εξεγερμένη.
Το να εμπιστεύεσαι τη νίκη όταν όλα φαίνονται ζοφερά δεν είναι αφελής αισιοδοξία. Είναι μια πράξη εξέγερσης. Επειδή ο εχθρός θέλει ακριβώς το αντίθετο: θέλει εγώ να σταματήσω να έχω εμπιστοσύνη. Να τα παρατήσω, να παραδοθώ. Να σκέφτομαι ότι δεν αξίζει πλέον τον κόπο.
Κάθε φορά που ένας κουβανός σηκώνεται στις τέσσερις το πρωί και μπαίνει στην ουρά, λέει στην αυτοκρατορία: δεν με έχεις νικήσει. Κάθε φορά που ένας γιατρός σώζει μια ζωή δίχως πόρους, λέει στον αποκλεισμό: δεν με έχεις νικήσει. Κάθε φορά που ένας νέος δεν φεύγει – ή φεύγει αλλά στέλνει εμβάσματα, ή μένει και ξεκινά μια δραστηριότητα χωρίς να πουλά την ψυχή του – λέει στην απελπισία: δεν με έχεις νικήσει.
Έχω πίστη επειδή η εγκατάλειψη είναι αυτό που θέλουν, να τα παρατήσουμε, να παραδωθούμε. Και δεν θα τους δώσω αυτή την ικανοποίηση.
Η ουτοπία δεν είναι ένας τόπος. Είναι μια κατεύθυνση.
Δεν ξέρω αν θα δω τη νίκη. Δεν γνωρίζω αν θα τη δουν τα παιδιά μου. Αλλά ξέρω ότι κάθε γενιά κουβανών έχει περπατήσει προς αυτόν τον ορίζοντα δίχως ποτέ να τον φτάσει. και όμως, το ταξίδι άξιζε τον κόπο.
Η ουτοπία δεν είναι ένας προορισμός. Είναι η πυξίδα που μας καθοδηγεί. Είναι αυτό που μας κάνει να σηκωνόμαστε όταν το σώμα μας λέει «αρκετά», »φτάνει». Είναι αυτό που μας κάνει να μοιραζόμαστε το ψωμί ακόμα και όταν δεν υπάρχει αρκετό. Είναι αυτό που μας κάνει να τραγουδάμε στο σκοτάδι.
Αυτό που υποστηρίζω
Υπερασπίζομαι αυτό που φαίνεται να μην έχει τίποτα άλλο να προσφέρει διότι γνωρίζω το τίμημα που πληρώθηκε για να φτάσουμε μέχρι εδώ. Επειδή ο παππούς μου δεν τα παράτησε, ο πατέρας μου δεν παραδόθηκε, και δεν θα είμαι εγώ αυτός που θα σπάσει την αλυσίδα. Διότι η Επανάσταση δεν είναι μια κυβέρνηση. Είναι ένας λαός που αρνείται να γονατίσει.
Όλα φαίνονται ζοφερά. Ναι. Οι διακοπές ρεύματος, ο πληθωρισμός, η διαφθορά, η αναποτελεσματικότητα, τα διπλά μέτρα και σταθμά. Όλα φαίνονται ζοφερά. Αλλά φαίνονται ζοφερά και σε εκείνους. Επειδή πέρασαν εξήντα χρόνια προσπαθώντας να μας σπάσουν, και απέτυχαν, δεν τα κατάφεραν.
Και αν δεν τα κατάφεραν σε εξήντα χρόνια, δεν θα τα καταφέρουν ούτε τώρα.
Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πότε, αλλά ξέρω ότι θα νικήσουμε. Γιατί η ιστορία δεν γράφεται από αυτούς που τα παρατάνε, από όσους παραιτούνται. Γράφεται από εκείνους που ξανασηκώνονται.
Και εμείς, αδερφέ, ξανασηκωνόμαστε κάθε μέρα.
Patria o Muerte. Vinceremo. Πατρίδα ή Θάνατος. Θα Νικήσουμε
* από Insurgente
27 Ioυλίου 2026 –
Mambí refers to the 19th-century Cuban independence guerrilla fighters, a 1998 historical drama film, and a Cuban anti-materiel rifle. The word originally denoted the rebellious soldiers who fought against Spanish colonial rule – Το Mambí αναφέρεται στους αντάρτες ανεξαρτησίας της Κούβας του 19ου αιώνα, σε μια ιστορική δραματική ταινία του 1998 και σε ένα κουβανικό τουφέκι κατά υλικού. Η λέξη αρχικά υποδήλωνε τους επαναστάτες στρατιώτες που πολέμησαν ενάντια στην ισπανική αποικιακή κυριαρχία.
Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος contropiano.org

