Ένα παιδί που απομονώνεται ξαφνικά και ένα παιδί που αρχίζει να φοβάται το φαγητό μπορεί να κάθονται στο ίδιο θρανίο. Το σχολείο θα δει συχνά πρώτο την αλλαγή, αλλά δεν διαθέτει παντού τους επαγγελματίες που μπορούν να βοηθήσουν στην έγκαιρη αναγνώρισή της. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα σταθερό σύστημα σχολικής πρόληψης, όπου ψυχολόγος με εξειδίκευση στην παιδική και εφηβική ηλικία και διαιτολόγος-διατροφολόγος θα συνεργάζονται για συγκεκριμένες ομάδες σχολείων.
Γράφει ο Θανάσης Μπόμης
Οι πρώτες ενδείξεις σπάνια εμφανίζονται με μια ταμπέλα που γράφει «πρόβλημα». Ένας μαθητής σταματά να βγαίνει στο διάλειμμα. Μια έφηβη που συμμετείχε στο μάθημα κλείνεται στον εαυτό της. Ένα παιδί παραλείπει συστηματικά το κολατσιό του. Κάποιο άλλο αρχίζει να μιλά διαρκώς για κιλά και θερμίδες ή να ντρέπεται για το σώμα του.
Ο εκπαιδευτικός μπορεί να είναι ο πρώτος που θα το προσέξει. Αυτό δεν τον κάνει ούτε ψυχολόγο ούτε διατροφολόγο. Η δική του ευθύνη είναι να αναγνωρίσει ότι κάτι έχει αλλάξει και να γνωρίζει σε ποιον ειδικό μπορεί να απευθυνθεί.
Εκεί βρίσκεται το κενό που πρέπει να καλύψει η Πολιτεία.
Ο ψυχολόγος πριν από την κρίση
Το 2026 το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας έχει αναγνωρίσει ότι η ψυχική υγεία αποτελεί μέρος της σχολικής πραγματικότητας. Τον Απρίλιο προχώρησε σε νέα φάση προγράμματος για την ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων, με στόχο οι εκπαιδευτικοί να αναγνωρίζουν σημάδια ψυχικής δυσκολίας και να ανταποκρίνονται μέσα στα όρια του ρόλου τους και όχι ως κλινικοί ειδικοί.
Το επόμενο βήμα είναι αυτά τα όρια να υποστηρίζονται από σταθερή πρόσβαση σε ειδικό.
Ο ψυχολόγος με εξειδίκευση στην παιδική και εφηβική ηλικία δεν χρειάζεται να μετατρέψει το σχολείο σε χώρο ψυχοθεραπείας. Χρειάζεται να μπορεί να συμβουλεύσει τον εκπαιδευτικό, να συνεργαστεί με την οικογένεια, να συμβάλει στην έγκαιρη αναγνώριση μιας δυσκολίας και, όταν χρειάζεται, να κατευθύνει το παιδί στην κατάλληλη υπηρεσία για περαιτέρω αξιολόγηση ή φροντίδα.
Υπάρχει ήδη βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί ένα τέτοιο σύστημα. Το Στρατηγικό Σχέδιο Εκπαίδευσης 2025–2029 καταγράφει επέκταση της κάλυψης μέσω ΕΔΥ από 2.750 σε 5.750 σχολικές μονάδες, μετά τη σύσταση 1.200 επιπλέον θέσεων ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών. Τον Ιούλιο του 2026 ανακοινώθηκαν ακόμη 160 θέσεις ΠΕ23 Ψυχολόγων και 160 ΠΕ30 Κοινωνικών Λειτουργών.
Η ουσιαστική κάλυψη όμως δεν μετριέται μόνο από το πόσα σχολεία εμφανίζονται σε έναν διοικητικό σχεδιασμό. Μετριέται από το αν ο μαθητής, ο γονιός και ο εκπαιδευτικός γνωρίζουν ποιος επαγγελματίας υποστηρίζει το σχολείο τους και πότε μπορούν να απευθυνθούν σε αυτόν.
Πρόληψη δεν σημαίνει διάγνωση για όλους
Τα τελευταία δημοσιευμένα πανελλαδικά στοιχεία της έρευνας HBSC/WHO του ΕΠΙΨΥ προέρχονται από το 2022. Τότε, το 59,6% των μαθητών 11, 13 και 15 ετών είχε αναφέρει τουλάχιστον δύο ψυχολογικά ή σωματικά συμπτώματα με συχνότητα τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα.
Αυτός είναι και ένας λόγος να υπάρχει ειδικός. Δεν πρέπει κάθε στενοχώρια, κακός βαθμός ή εφηβικός θυμός να βαφτίζεται ψυχολογικό πρόβλημα. Η πρόληψη δεν είναι η κατασκευή ασθενών. Είναι η δυνατότητα να ξεχωρίζουμε έγκαιρα ποιο παιδί περνά μια συνηθισμένη δυσκολία και ποιο χρειάζεται περισσότερη βοήθεια.
Ο διατροφολόγος δεν είναι ο άνθρωπος της ζυγαριάς
Στη διατροφή, το σχολείο βρίσκεται μπροστά σε μια αντίστοιχη πραγματικότητα. Τα παιδιά τρώνε εκεί, αγοράζουν από το κυλικείο, συγκρίνουν τα σώματά τους, συζητούν για δίαιτες και εκτίθενται καθημερινά σε διατροφικές συμβουλές και πρότυπα εμφάνισης από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Σε αντιπροσωπευτική έρευνα γονέων με παιδιά έως 17 ετών που πραγματοποιήθηκε το 2024, το 42% των παιδιών κατανάλωνε καθημερινά φρούτα και το 33,3% λαχανικά. Στις ηλικίες 15–17 ετών τα ποσοστά ήταν 30% και 28% αντίστοιχα.
Η Ελλάδα έχει ήδη αποκτήσει εμπειρία από οργανωμένες παρεμβάσεις. Στον απολογισμό της Εθνικής Δράσης κατά της Παιδικής Παχυσαρκίας τον Μάιο του 2026 καταγράφηκαν περισσότερες από 13.000 εξατομικευμένες συνεδρίες διατροφικής συμβουλευτικής και πάνω από 130.000 υγιεινά γεύματα και φρέσκα φρούτα σε σχολεία.
Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν την έκταση των δράσεων, όχι από μόνα τους το αποτέλεσμά τους στην υγεία των παιδιών. Δείχνουν όμως ότι η οργανωμένη διατροφική παρέμβαση σε μεγάλη κλίμακα είναι εφικτή.
Ο διαιτολόγος-διατροφολόγος στο σχολικό περιβάλλον δεν πρέπει να ζυγίζει παιδιά, να μοιράζει δίαιτες ή να χωρίζει μαθητές σε «φυσιολογικούς» και «υπέρβαρους». Ο ρόλος του μπορεί να είναι προληπτικός: διατροφική αγωγή, συνεργασία με τη σχολική κοινότητα, ενημέρωση γονέων, αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και συμβολή στη διαμόρφωση ενός καλύτερου σχολικού διατροφικού περιβάλλοντος.
Οι κατευθύνσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για το 2026 αντιμετωπίζουν το σχολείο ως κρίσιμο χώρο για τη διαμόρφωση διατροφικών συνηθειών και δίνουν ιδιαίτερο βάρος σε όσα προσφέρονται, πωλούνται και προωθούνται εκεί. Αυτό δεν αποτελεί οδηγία για τοποθέτηση διατροφολόγου σε κάθε σχολείο. Ενισχύει όμως την ανάγκη η διατροφική πρόληψη να εντάσσεται οργανωμένα στη σχολική ζωή.
Όταν το φαγητό συναντά την ψυχική υγεία
Οι δύο ειδικότητες δεν χρειάζεται να λειτουργούν σαν δύο κόσμοι που δεν επικοινωνούν.
Η εικόνα σώματος, ο σχολικός εκφοβισμός για το βάρος, η υπερβολική ενασχόληση με τις θερμίδες και οι απότομες αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες μπορούν να έχουν τόσο ψυχολογική όσο και διατροφική διάσταση.
Ένα παιδί που σταματά να τρώει επειδή φοβάται ότι θα παχύνει δεν χρειάζεται το σχολείο να αποφασίσει αν το πρόβλημά του «ανήκει» στον ψυχολόγο ή στον διατροφολόγο. Χρειάζεται επαγγελματίες που γνωρίζουν τα όρια της ειδικότητάς τους, μπορούν να συνεργαστούν και, όταν η περίπτωση ξεπερνά τον προληπτικό τους ρόλο, να κατευθύνουν την οικογένεια στην κατάλληλη εξειδικευμένη υπηρεσία.
Αυτό είναι το κοινό έδαφος: διαφορετικές επιστημονικές αρμοδιότητες, αλλά συνεργασία εκεί όπου οι ανάγκες του παιδιού τέμνονται.
Μια πρόταση που μπορεί να δοκιμαστεί
Το αίτημα πρέπει να είναι συγκεκριμένο χωρίς να γίνεται ανεφάρμοστο. Δεν χρειάζεται να ξεκινήσουμε με έναν ψυχολόγο και έναν διατροφολόγο πλήρους απασχόλησης σε κάθε σχολείο της χώρας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μικρές σχολικές μονάδες και απομακρυσμένες περιοχές.
Τα υπουργεία Παιδείας και Υγείας μπορούν να ξεκινήσουν πιλοτικά σε επιλεγμένες περιοχές ένα κοινό πρόγραμμα σχολικής πρόληψης, αξιοποιώντας το υφιστάμενο δίκτυο ΕΔΥ για την ψυχολογική υποστήριξη και προβλέποντας ειδική στελέχωση με διαιτολόγους-διατροφολόγους για τις σχολικές μονάδες που θα συμμετέχουν.
Κάθε πιλοτικό δίκτυο μπορεί να περιλαμβάνει συγκεκριμένο αριθμό γειτονικών σχολείων. Για κάθε σχολείο θα υπάρχει προκαθορισμένο πρόγραμμα παρουσίας των επαγγελματιών, ώστε εκπαιδευτικοί και γονείς να γνωρίζουν πότε μπορούν να απευθυνθούν σε αυτούς. Η συχνότητα μπορεί να προσαρμόζεται στον μαθητικό πληθυσμό: μεγαλύτερη παρουσία στις πολυπληθέστερες μονάδες και κοινή κάλυψη μικρότερων σχολείων της ίδιας περιοχής.
Οι δύο ειδικοί θα έχουν ξεχωριστές αρμοδιότητες, αλλά θα μπορούν να οργανώνουν κοινές προληπτικές παρεμβάσεις εκεί όπου τα αντικείμενά τους συναντώνται: εικόνα σώματος, εκφοβισμός λόγω βάρους, σχέση με το φαγητό και επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Το σχολείο δεν θα αναλαμβάνει θεραπεία. Όταν εντοπίζεται ανάγκη που απαιτεί κλινική αξιολόγηση ή μακροχρόνια φροντίδα, πρέπει να υπάρχει σαφής διαδρομή παραπομπής προς τις κατάλληλες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, τον παιδίατρο ή άλλον αρμόδιο επαγγελματία.
Το πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί για μία σχολική χρονιά και να αξιολογηθεί με συγκεκριμένους δείκτες: αριθμό σχολείων και μαθητών ανά επαγγελματία, πραγματικές ημέρες παρουσίας, συμμετοχή στις προληπτικές δράσεις και λειτουργία των παραπομπών. Με βάση τα αποτελέσματα, θα μπορεί να διορθωθεί και να επεκταθεί.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία αποσπασματική σχολική δράση. Χρειάζεται να δοκιμάσει ένα σταθερό μοντέλο σχολικής πρόληψης, στο οποίο ψυχική υγεία και διατροφή αντιμετωπίζονται εκεί όπου συναντώνται καθημερινά: στη ζωή του παιδιού.
Πηγές – Τεκμηρίωση
Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού – «Ψυχική υγεία στο σχολείο», 30 Απριλίου 2026.
Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού – Στρατηγικό Σχέδιο Εκπαίδευσης 2025–2029.
Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού – Διορισμοί για το σχολικό έτος 2026–2027, 22 Ιουλίου 2026.
ΕΠΙΨΥ – Πανελλήνια έρευνα HBSC/WHO για την υγεία και την ευεξία των εφήβων.
UNICEF Ελλάδας – Στοιχεία για τις διατροφικές συμπεριφορές παιδιών και εφήβων στην Ελλάδα, 2024.
UNICEF Ελλάδας / Υπουργείο Υγείας – Εθνική Δράση κατά της Παιδικής Παχυσαρκίας, απολογισμός 2026.
Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας – Policies and interventions to create healthy school food environments: WHO guideline, 2026.
Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας – Οδηγός εφαρμογής για τις υπηρεσίες υγείας στο σχολείο, 2026.


