Λέμε συχνά ότι δεν πρέπει να αφήσουμε τα χρέη μας στα παιδιά μας. Η φράση ακούγεται τόσο αυτονόητη, ώστε δύσκολα θα βρεθεί κάποιος να διαφωνήσει. Κανείς δεν θέλει να απολαμβάνει σήμερα κάτι που θα κληθούν να πληρώσουν αύριο εκείνοι που δεν συμμετείχαν καν στην απόφαση. Υπάρχει όμως εδώ μια ενδιαφέρουσα σύμπτωση. Η λέξη «χρέος» δεν σημαίνει μόνο αυτό που οφείλουμε οικονομικά. Λέμε επίσης ότι έχουμε «χρέος» απέναντι στα παιδιά μας, απέναντι στην κοινωνία ή απέναντι στις επόμενες γενιές. Στη μία περίπτωση το χρέος μετριέται σε ευρώ. Στην άλλη δεν μετριέται τόσο εύκολα. Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω να εξετάσω ακριβώς αυτή τη διπλή σημασία της λέξης. Με αφορμή την πρόωρη αποπληρωμή μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους, θα θέσω ένα ευρύτερο ερώτημα: τι ακριβώς οφείλουμε στις επόμενες γενιές;
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ακολουθεί μια σαφή πολιτική ταχύτερης απομείωσης του δημόσιου χρέους. Για το 2026 οι σχετικές πράξεις ανέρχονται σε περίπου 12,84 δισ. ευρώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για ένα ενιαίο ποσό που η χώρα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει τώρα. Στο ποσό περιλαμβάνονται περίπου 6,94 δισ. ευρώ διμερών δανείων που αποπληρώθηκαν τον Ιούνιο, μείωση των εντόκων γραμματίων κατά 1,2 δισ. ευρώ, καθώς και πρόωρες εξοφλήσεις άλλων υποχρεώσεων. Η επιλογή αυτή έχει σοβαρά οικονομικά επιχειρήματα υπέρ της: περιορίζει μελλοντικές υποχρεώσεις και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, ιδιαίτερα για μια χώρα που πριν από λίγα χρόνια βρέθηκε στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς κρίσης χρέους. Ακριβώς όμως επειδή ένα μέρος αυτών των υποχρεώσεων αποπληρώνεται νωρίτερα, υπάρχει μια πραγματική επιλογή στη διαχείριση του δημόσιου χρέους. Το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της· αυτό είναι αυτονόητο. Εκείνο που αξίζει να εξετάσουμε είναι με ποια κριτήρια προσδιορίζεται το βέλτιστο ύψος της πρόωρης αποπληρωμής. Πόσο σημαντική είναι η μείωση του μελλοντικού κόστους εξυπηρέτησης και πόσο σημαντική η διατήρηση μεγαλύτερης ρευστότητας; Ποιο επίπεδο ταμειακών διαθεσίμων προσφέρει επαρκή ασφάλεια και από ποιο σημείο και μετά είναι προτιμότερο μέρος τους να χρησιμοποιείται για τη μείωση του χρέους; Η συγκεκριμένη επιλογή μπορεί πράγματι να είναι η καλύτερη. Ακριβώς όμως επειδή πρόκειται για επιλογή, έχει σημασία να γνωρίζουμε τα κριτήρια με τα οποία αξιολογείται. Χρειάζεται εδώ μια σημαντική διευκρίνιση. Η αποπληρωμή του χρέους είναι χρηματοοικονομική, δηλαδή ταμειακή συναλλαγή, και όχι δημοσιονομική δαπάνη. Επομένως, δεν μπορούμε να πούμε ότι, αν ένα μικρότερο ποσό χρησιμοποιούνταν για πρόωρη αποπληρωμή, η διαφορά θα ήταν αυτομάτως διαθέσιμη για συντάξεις, σχολεία, νοσοκομεία ή δημόσιες επενδύσεις. Οι δαπάνες αυτές υπόκεινται στους δημοσιονομικούς κανόνες και στους αντίστοιχους περιορισμούς. Ένα μέρος της ρευστότητας, όμως, μπορεί να παραμείνει ως ταμειακό απόθεμα αντί να χρησιμοποιηθεί σήμερα για πρόωρη αποπληρωμή. Επομένως, η πραγματική σύγκριση σε αυτό το επίπεδο δεν είναι «χρέος ή κοινωνικές δαπάνες», αλλά ποια ισορροπία μεταξύ μείωσης του χρέους και διατήρησης επαρκούς ρευστότητας υπηρετεί καλύτερα τη χώρα μακροπρόθεσμα. Από εδώ αρχίζει μια ευρύτερη συζήτηση. Το χρέος που δημιουργούμε σήμερα δεν το εξυπηρετούμε αναγκαστικά μόνο εμείς. Ένα μέρος των υποχρεώσεων μεταφέρεται στο μέλλον και, από αυτή την άποψη, η μείωσή τους αποτελεί πράξη ευθύνης απέναντι σε εκείνους που έρχονται μετά από εμάς. Ας δεχθούμε αυτή την αρχή. Τότε όμως πρέπει να ρωτήσουμε και τι άλλο τους αφήνουμε. Ένα παιδί που γεννιέται σήμερα δεν θα κληρονομήσει κάποτε μόνο ένα ποσοστό δημόσιου χρέους. Θα κληρονομήσει μια χώρα: τους δρόμους και τα δίκτυά της, τα σχολεία και τα πανεπιστήμιά της, τα νοσοκομεία της, την τεχνολογική της υποδομή, το περιβάλλον, τη δημόσια διοίκηση και τους θεσμούς της. Θα κληρονομήσει το επίπεδο της επιστημονικής έρευνας, την παραγωγικότητα της οικονομίας και τις δυνατότητες που θα έχει η χώρα να δημιουργεί νέο πλούτο. Θα κληρονομήσει, με άλλα λόγια, όχι μόνο το παθητικό μιας χώρας αλλά και το ενεργητικό της.
Γι’ αυτό δεν αρκεί να γνωρίζουμε το μέγεθος μιας υποχρέωσης. Χρειάζεται να εξετάζουμε και τι αφήνουμε μαζί με αυτήν. Ένας δανεισμός που χρηματοδοτεί πρόσκαιρη κατανάλωση δεν είναι το ίδιο με έναν δανεισμό που δημιουργεί μια υποδομή την οποία θα χρησιμοποιούν πολλές γενιές. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημόσια επένδυση δικαιολογεί νέο χρέος ούτε ότι κάθε δαπάνη που ονομάζεται «επένδυση» είναι πράγματι παραγωγική. Η ελληνική εμπειρία θα έπρεπε να μας έχει κάνει ιδιαίτερα επιφυλακτικούς απέναντι σε μια τέτοια απλοποίηση. Σημαίνει όμως ότι η διαγενεακή ευθύνη δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από τη μία πλευρά του λογαριασμού. Η επόμενη γενιά παραλαμβάνει υποχρεώσεις, αλλά παραλαμβάνει επίσης δημόσιο και ανθρώπινο κεφάλαιο, θεσμούς και παραγωγικές δυνατότητες. Ούτε, από την άλλη πλευρά, η μείωση του χρέους μπορεί από μόνη της να εξαντλεί την ευθύνη μιας κοινωνίας απέναντι στο μέλλον. Μια χώρα μπορεί να βελτιώνει σταθερά τους δείκτες του δημόσιου χρέους της και ταυτόχρονα να υποεπενδύει στην εκπαίδευση, στην έρευνα, στις υποδομές ή στην παραγωγική της βάση. Μπορεί όμως να συμβεί και το αντίστροφο: να επικαλείται διαρκώς τις «ανάγκες του μέλλοντος» για να δικαιολογεί σημερινές δαπάνες των οποίων την αποτελεσματικότητα κανείς δεν εξετάζει. Η υπεύθυνη πολιτική δεν βρίσκεται αναγκαστικά σε ένα από αυτά τα δύο άκρα. Απαιτεί να εξετάζουμε τόσο τα βάρη που μεταφέρουμε στο μέλλον όσο και την πραγματική αξία όσων δημιουργούμε για εκείνους που θα τα αναλάβουν. Κάθε γενιά, άλλωστε, παραλαμβάνει κάτι από την προηγούμενη και παραδίδει κάτι στην επόμενη. Δεν ξεκινήσαμε εμείς από το μηδέν. Παραλάβαμε χρέη και υποχρεώσεις, αλλά παραλάβαμε επίσης δρόμους, λιμάνια, σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, θεσμούς, γνώση και δημόσια περιουσία που δημιουργήθηκαν από ανθρώπους οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό δεν υπάρχουν πια. Με την ίδια έννοια, οι άνθρωποι που θα ζουν στην Ελλάδα ύστερα από τριάντα ή πενήντα χρόνια δεν θα παραλάβουν από εμάς μόνο έναν λογαριασμό. Θα παραλάβουν το αποτέλεσμα των σημερινών μας επιλογών. Η πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους μπορεί να αποτελεί σημαντικό μέρος μιας υπεύθυνης πολιτικής, ιδιαίτερα για μια χώρα με το πρόσφατο οικονομικό παρελθόν της Ελλάδας. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί το μοναδικό μέτρο της ευθύνης μας απέναντι στο μέλλον. Σε αυτό το άρθρο προσπάθησα να δείξω ότι η φράση «δεν πρέπει να αφήσουμε τα χρέη μας στα παιδιά μας» εκφράζει μια σωστή αρχή, αλλά όχι ολόκληρη την αρχή. Το δικό μας χρέος απέναντι στις επόμενες γενιές δεν εξαντλείται στην αποπληρωμή των οικονομικών μας υποχρεώσεων. Τους οφείλουμε επίσης μια χώρα ικανή να μορφώνει, να δημιουργεί, να παράγει και να προσφέρει δυνατότητες στους ανθρώπους της. Μένει όμως ένα ακόμη δυσκολότερο ερώτημα, στο οποίο ίσως αξίζει να επανέλθουμε: πώς μπορούμε να γνωρίζουμε ότι αυτό που ονομάζουμε σήμερα «επένδυση στο μέλλον» θα είναι πράγματι επένδυση και όχι απλώς μια δαπάνη που θα κληθούν να πληρώσουν οι επόμενοι; Για την ώρα, ας μείνουμε σε ένα προηγούμενο ερώτημα. Όταν μιλάμε για την ευθύνη μας απέναντι στις επόμενες γενιές, δεν αρκεί να ρωτάμε πόσο δημόσιο χρέος θα τους αφήσουμε. Πρέπει να ρωτάμε και κάτι ακόμη: τι χώρα θα τους αφήσουμε μαζί με αυτό;
Βασίλειος Τσιάντος
Καθηγητής, Τμήμα Φυσικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης


